Η Αισιοδοξία Είναι το Όπιο του Λαού

Cas Mudde 20 Φεβ 2015

 

«Η αισιοδοξία είναι το όπιο του λαού,» αστειεύεται (με πολύ δυσάρεστες επιπτώσεις για τον ίδιο) ο Ludvik Jahn, στο μυθιστόρημα του Milan Kundera, The Joke. Μήπως όμως τελικά η φράση αυτή κρύβει μέσα της μια δόση αλήθειας;

 

Τους δρόμους και τις πλατείες της χώρας μας, είχε μέχρι πρότινος κατακλύσει ένα κύμα αισιοδοξίας. Μερίδα πολιτών δήλωνε περήφανη που «σηκώσαμε ξανά το κεφάλι», δήλωνε για πρώτη φορά μετά από καιρό αισιόδοξη. Λογικό, αφού η νέα κυβέρνηση συνέχιζε να λέει μια σειρά από εύηχα πράγματα: (α) ότι θα ξεφορτωθούμε μνημόνιo και τρόικα, (β) ότι έχουμε πολλούς συμμάχους που θα μας βοηθήσουν να τo επιτύχουμε αυτό, και (γ) πως σε κάθε περίπτωση, οι ξένοι θα αναγκαστούν να υποχωρήσουν γιατί δεν τολμούν να μας κόψουν τη χρηματοδότηση ή να μας κόψουν τη ρευστότητα ή να ρισκάρουν ένα πιθανό Grexit.

 

Δεν έχω κανένα πρόβλημα με την αισιοδοξία ως στάση ζωής, άλλωστε και τον εαυτό μου αισιόδοξο θα τον χαρακτήριζα. Αλλά για μένα, η λογική και η κατανόηση της πραγματικότητας και των παραμέτρων της έχει καίρια σημασία, ειδικά σε μια διαπραγμάτευση. Η πραγματικότητα λοιπόν, όπως την αντιλαμβάνομαι, είναι η εξής: υπάρχει στο τραπέζι ένα χρονόμετρο, η επιτακτική ανάγκη χρηματοδότησης, και μια συμφωνία για παράταση του υφιστάμενου προγράμματος, προκειμένου το χρονόμετρο να μηδενιστεί και να μας δοθεί ένα διάστημα να ετοιμάσουμε και να παρουσιάσουμε το νέο πρόγραμμα το οποίο επιθυμούμε. Αν ο χρόνος τελειώσει, χωρίς να έχει επέλθει συμφωνία, οι επιπτώσεις είναι αβέβαιες – το μόνο βέβαιο είναι πως θα είναι υπαρκτές.

 

Μπορεί να υπάρξει παράταση της δανειακής σύμβασης χωρίς όρους; Είναι δυνατόν κάποιος να συμφωνήσει να μας δανείσει κι άλλα χρήματα και να αφήσει για αργότερα τους όρους που θα εξασφαλίζουν την αποπληρωμή του; Κάτι τέτοιο θα ήταν αν μη τι άλλο παγκόσμια πρωτοτυπία. Ήταν όμως οι όροι, με άλλα λόγια το μνημόνιο, οι υπαίτιοι για τα δεινά μας; Σε αντίθεση με τους αισιόδοξους συμπολίτες μας στις πλατείες, εκτιμώ πως όχι. Στο μνημόνιο και την τρόικα καταλήξαμε όταν μετά από κακή διαχείριση δεκαετιών, χρεοκοπήσαμε το κράτος μας και για να επιβιώσουμε αναγκαστήκαμε να ζητήσουμε δανεικά, όχι από τις αγορές (που δεν μας δάνειζαν πια), αλλά από από την Eυρώπη και το ΔΝΤ, που μας τα έδωσαν (και μάλιστα με χαμηλά επιτόκια), αλλά με πολλούς και σκληρούς όρους. Συνεπώς, υπαίτιοι των δεινών της χώρας μας είμαστε εμείς και οι κυβερνήσεις μας, και όχι οι όροι της δανειακής σύμβασης. Αυτή δυστυχώς είναι η ωμή και δυσάρεστη πραγματικότητα.

 

Μακάρι να μας εμπιστεύονταν οι δανειστές μας, να πίστευαν ότι θα μπορούσαμε να ορθοποδήσουμε και να τους αποπληρώσουμε χωρίς όρους και επίβλεψη: να πίστευαν δηλαδή ότι σε μερικούς μήνες θα φτιάξουμε ένα άλλο, δικό μας πρόγραμμα (μνημόνιο, όραμα – όπως θέλετε πείτε το), για να θεραπεύσουμε με δική μας πρωτοβουλία τις παθήσεις που μας οδήγησαν στο χείλος του γκρεμού. Αυτό θα ήταν ευχής έργο και θα έπρεπε να έχει γίνει ήδη. Με την πρακτική μας όμως όλα αυτά τα χρόνια, έχουμε χάσει την έξωθεν καλή μας μαρτυρία και μου φαίνεται εξαιρετικά ουτοπικό να περιμένουμε να μας εμπιστευτούν χωρίς δεσμεύσεις, ειδικά όταν μεγάλο μέρος των εξαγγελιών της νέας κυβέρνησης έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με τους όρους του υφιστάμενου προγράμματος, οι οποίοι σύμφωνα με τους εταίρους μας θα μπορούσαν να λειτουργήσουν εξυγιαντικά.

 

Όσον αφορά τώρα τους συμμάχους, γιατί είναι λιγότεροι απ’ ό,τι υπολογίζαμε; Τις μεν χώρες του Βορρά, τις λεγόμενες σκληρές, τις έχουμε μετατρέψει στη συλλογική μας συνείδηση σε θύτες. Oι πολίτες όμως των χωρών αυτών δεν βλέπουν με καλό μάτι το ρόλο αυτό, ενώ οι ηγέτες τους καλούνται να τηρήσουν μια εύθραυστη ισορροπία, στην προσπάθεια τους να μη χάσουν ψηφοφόρους τόσο εκ των δεξιών (από ένα ανερχόμενο ρεύμα ευρωσκεπτικισμού το οποίο αποτυπώνεται πλέον και στη Γερμανία), όσο εκ των αριστερών (από πολέμιους της λιτότητας που θα κερδίσουν έδαφος αν οι δανειστές φανεί πως υποκύπτουν στα ελληνικά αιτήματα). Τις χώρες στα ανατολικά τις απομακρύναμε με τα φλερτ μας με τη Ρωσία, ενώ τις χώρες του Νότου, τις κάναμε να νιώθουν ανόητες που τήρησαν τους όρους των προγραμμάτων τους χωρίς παρατράγουδα. Μένει κανείς; Οι Αμερικανοί, οι οποίοι όμως δεν πρόκειται να τα χαλάσουν με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους για χάρη μας, όπως και μια σειρά από φωνές (βλ. Paul Krugman) που ουδεμία σχέση έχουν με την κρίσιμη διαπραγμάτευση.

 

Κάποιοι εκτιμούν πως η Ευρώπη μπλοφάρει, φοβάμαι όμως πως οι Ευρωπαίοι εκτιμούν πως εμείς μπλοφάρουμε, για τον πολύ απλό λόγο ότι έχουμε πιο πολλά να χάσουμε από ό,τι αυτοί. Έτσι, τα ρίγη αισιοδοξίας είναι μάλλον εκτός πραγματικότητας αυτή τη στιγμή, ενώ δεν βλέπω με ποιον ακριβώς τρόπο ανταποκρίνονται στη δραματική συγκυρία που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Η αισιοδοξία σκέτη μας έκανε να νιώθουμε καλά για λίγο, να βλέπουμε γύρω μας υπέροχα, ψυχεδελικά σχήματα, φιγούρες που μας λένε πως είμαστε καταπληκτικοί. Μας έκανε να νιώσουμε δυνατοί, ανίκητοι, έτοιμοι να πετάξουμε. Μέχρι που σιγά σιγά αλλά σταθερά τελειώνει η επήρειά της και προσγειωνόμαστε με έναν δυνατό γδούπο στην πραγματικότητα, την οποία ειρήσθω εν παρόδω θα μπορούσαμε να είχαμε αντιμετωπίσει πιο αποτελεσματικά αν δεν είχαμε χάσει όλον αυτόν τον πολύτιμο χρόνο «αισιοδοξώντας». Αφήστε που στο τέλος θα έχουμε να διαχειριστούμε κι ένα αδιανόητο hangover, τον γνωστό πονοκέφαλο που ακολουθεί τη μέθη.