Μάχη

Κώστας Μποτόπουλος 19 Οκτ 2016

Η Δικαιοσύνη δεν θα έπρεπε κανονικά να είναι πεδίο μάχης. Να όμως που μια σειρά εξελίξεων και χειρισμών, κυρίως σχετικών με την υπόθεση των ραδιοτηλεοπτικών αδειών, δημιούργησαν τις συνθήκες μιας μάχης στην οποία διακυβεύεται όχι μόνο το κύρος της Δικαιοσύνης αλλά και η τιμή της Δημοκρατίας μας.

Από τη μία υπάρχουν εκείνοι που έχουν μια «εργαλειακή» αντίληψη της νομιμότητας και του τρόπου απονομής τους: θέτουν «πολιτικούς» -στην πραγματικότητα κομματικούς- στόχους και, στηριζόμενοι στην κοινωνική τους, μέσω των εκλογών, νομιμοποίηση και την κοινοβουλευτική τους πλειοψηφία, επιχειρούν να τους περάσουν αδιαφορώντας για το θετό Δίκαιο ή και παραβιάζοντας το ανοιχτά. Γιατί ανοιχτή και συνειδητή παραβίαση συνιστά η παράκαμψη της αποκλειστικά αρμόδιας, από το ίδιο το Σύνταγμα, ανεξάρτητης Αρχής για την απονομή των ραδιοτηλεοπτικών αδειών, καθώς και η κατάθεση τροπολογίας που αφαιρεί από την Αρχή ακόμα και την κυρωτική αρμοδιότητα και δημιουργεί τετελεσμένα. Όσοι ανήκουν σε αυτό το «στρατόπεδο» -ελπίζω να μη χρειαστεί σύντομα να βγάλουμε τα εισαγωγικά- μιλούν πολύ περί «ανεξαρτησίας» της Δικαιοσύνης αλλά την εννοούν ως ανεξαρτησία υπέρ των θέσεων και επιδιώξεων τους. Δεν διστάζουν μάλιστα –και είναι το πιο επικίνδυνο- να μετέρχονται κάθε μέσου, συμπεριλαμβανομένων των πιο ανήθικων, προκειμένου να δείξουν σε όσους διαφωνούν πώς ακριβώς εννοούν και την ανεξαρτησία και το Κράτος Δικαίου.

Στην ίδια πλευρά συντάσσονται και όσοι, συνειδητά ή ασυνείδητα, από δέος μπροστά στην εξουσία, επειδή συμμετέχουν στη νομή της ή έχουν άλλη προσωπική σκοπιμότητα, κάνουν ότι δεν βλέπουν ή υποβαθμίζουν τις εξωθεσμικές συμπεριφορές και τις παράνομες πιέσεις. Όσοι, εμπλεκόμενοι στην υπόθεση ή δημόσιοι αναλυτές της, οχυρώνονται πίσω από θεωρίες όπως αυτές της «έκτακτης ανάγκης», της «περιρρέουσας ατμόσφαιρας», της «λαϊκής απαίτησης» και δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους, ερμηνεύουν ασαφώς ή στρεβλά τα σαφή, εναρμονίζουν εκ των προτέρων τη συνείδηση τους με το αποτέλεσμα των επιλογών τους. Στην πρώτη γραμμή των κατακριτέων ανήκουν, κατά τη γνώμη μου όσοι καταλαβαίνουν, λόγω θέσης ή γνώσης, και κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν ή διευκολύνουν όσους καταλαβαίνουν λάθος.

Η άλλη πλευρά συγκροτείται από πιο πολλούς –νομικούς και πολίτες- αλλά λιγότερο θορυβώδεις. Γι’ αυτούς οι επιταγές του νόμου, το γράμμα και το πνεύμα του Συντάγματος, οι επιστημονικά παραδεκτοί κανόνες της ερμηνείας, η ίδια η κοινή λογική δεν είναι ντεμοντέ αλλά συνεχίζουν να αποτελούν τις βάσεις της σκέψης και της συμπεριφοράς τους. Αρνούνται να δεχτούν ότι σε μια δημοκρατική Πολιτεία, ακόμα και υπό δύσκολες συνθήκες, ακόμα και σε οριακές καταστάσεις, ο σκοπός μπορεί ποτέ να αγιάσει τα μέσα. Πιστεύουν και λένε δημόσια ότι ένα θεσμικό πρόβλημα –όπως ήταν η ως τώρα μη ορθή αδειοδότηση των σταθμών- όχι μόνο δεν λύνεται αλλά και μεγεθύνεται όταν η μέθοδος της «λύσης» περιλαμβάνει παραβιάσεις του Συντάγματος και άλλων κανόνων δικαίου και ηθικής. Κάνουν διάκριση ανάμεσα στην έκφραση γνώμης –επιστημονικής αλλά και του μέσου ανθρώπου- και τον επηρεασμό, που δεν μπορεί να προέλθει παρά μόνο από αυτούς που μπορούν να επηρεάσουν, δηλαδή τους κυβερνώντες. Τραβάνε τη γραμμή –μια κατάμαυρη γραμμή- όταν η αντιδικία λαμβάνει χαρακτηριστικά προβοκάτσιας, λιντσαρίσματος ή έστω και απλής προσωπικής διαβολής, όταν η αντιπαράθεση μεταφέρεται από τις δικαστικές αίθουσες, τα συνέδρια και την ανταλλαγή επιχειρημάτων στη χοάνη της μπλογκόσφαιρας, των μυστικών υπηρεσιών και των νον-πέιπερς.

Η πλευρά που υπερασπίζεται το Κράτος Δικαίου δεν λέει ότι έχει αναγκαστικά δίκιο σε όλα όσα υποστηρίζει, ότι η ερμηνεία της και η αντίληψή της είναι οι μόνες σωστές. Παλεύει όμως ώστε η υποστήριξη και η επικράτηση των θέσεων να γίνουν, τόσο από την ίδια όσο και από την άλλη πλευρά, με τους κανόνες της δημοκρατίας και όχι του παρακράτους. Καμία νομική διάταξη δεν είναι «βέβαιη» και καμία δικαστική απόφαση δεν μπορεί να προδικαστεί. Αλλά και καμία κατάλυση δεν μπορεί να γίνει ανεκτή στο όνομα δήθεν υπέρτερων «πολιτικών» αγαθών ή σκοπών. Η αφόρητη κατάσταση των τελευταίων ημερών ευτυχώς μοιάζει να οδήγησε όλο και περισσότερους να εκφραστούν και να δράσουν έτσι, συμπεριλαμβανομένων και πολλών υπερασπιζόμενων πλέον το κύρος τους δικαστών. Όμως όλα –οι αποφάνσεις, οι αποφάσεις, οι ευρύτερες εξελίξεις- είναι μπροστά μας και χρειάζεται πολύς αγώνας για να επανέλθει το Κράτος Δικαίου εκεί που ήταν.