Μικρό διήγημα περιορισμένης φαντασίας*

Μελίττα Γκουρτσογιάννη 14 Αυγ 2021

(Από την επίσημη αναφορά των απεσταλμένων από τους εξωπλανήτες του λεγόμενου Γαλαξία, τους πλησιέστερους στο σύστημα Sol, για το χρονικό της κλιματικής καταστροφής και την υπάρχουσα κατάσταση στον πλανήτη τον ονομαζόμενο από τους κατοίκους του Terra ή Γαία.)



...Και όταν πια είχε καταστραφεί ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη Τerra, όσοι επέζησαν (κάτι λίγα εκατομμύρια) ήταν όλοι Οικολόγοι. Όχι όμως όλοι με τον ίδιο τρόπο:


Υπήρχαν εκείνοι που κατέφυγαν σε όσα δάση είχαν απομείνει, προσέχοντας να καταναλώνουν πάση θυσία όσο το δυνατόν λιγότερη ενέργεια και να προφυλάσσουν με θρησκευτική ευλάβεια τη χλωρίδα και πανίδα. Σπίτια από ωμό πηλό, ανακύκλωση, επισκευή και επανάχρηση των πάντων, επιστροφή στην παραγωγή ενέργειας από μικρούς νερόμυλους και ανεμόμυλους, αποχή από το κρέας. Αναπτύχθηκε η θρησκεία της Μητέρας Γαίας, με παγκόσμιο τόπο προσκυνήματος το μόνο δέντρο Σεκόγιας (2000 ετών) που είχε επιζήσει από τις τερατώδεις πυρκαγιές στο Όρεγκον και στη βόρεια Καλιφόρνια. Ταυτόχρονα ο θρησκευτικός σεβασμός προς τη Φύση επηρέαζε λίγο-πολύ και τις σχέσεις μεταξύ των μελών των κοινοτήτων που προσπαθούσαν, όσο μπορούσαν, να αποφεύγουν τις συγκρούσεις. Ωστόσο σε κάποιες κοινότητες ή και σε ολόκληρες περιοχές κάποιοι ακραίοι φονταμενταλιστές άρπαξαν την εξουσία και επέβαλαν άκαμπτους ηθικούς κώδικες κατά οποιασδήποτε σπατάλης, αυστηρή vegan διατροφή και πογκρόμ εναντίον αυτών που υποψιάζονταν ότι έρεπαν προς τον τρυφηλό βίο προ της κλιματικής καταστροφής.


Μια δεύτερη κατηγορία ήταν εκείνοι που πίστευαν ακόμα ότι η τεχνολογία με σωστό προσανατολισμό είναι η λύση. Κατοικούσαν κυρίως στις πόλεις, που είχαν συρρικνωθεί γύρω από τα κέντρα τους, και προσπαθούσαν όπως-όπως να κρατήσουν σε λειτουργία τις υποδομές και τα δίκτυα που δεν είχαν ανεπανόρθωτα καταστραφεί. Ό,τι είχε απομείνει από τις κάποτε καινοτόμες λύσεις παραγωγής ηλεκτρισμού, ανεμογεννήτριες, φωτοβολταϊκά πάρκα, μικρά υδροηλεκτρικά, εγκαταστάσεις γεωθερμίας και ενέργεια από τα κύματα σε όσες παραλίες δεν είχε καταπιεί η θάλασσα, τώρα φυλάγονταν ως κόρη οφθαλμού. Κυριολεκτικά. Γιατί χρειάζονταν ένοπλοι φρουροί για να τις υπερασπίζονται από τις επιθέσεις των φονταμενταλιστών αρνητών κάθε τεχνολογίας. Οι οικολόγοι των αστικών συγκροτημάτων προσπαθούσαν επίσης να διατηρήσουν και μια στοιχειώδη κοινωνική δομή και συνοχή ανακαλώντας και συντηρώντας τις αναμνήσεις μιας δημοκρατικής διακυβέρνησης των χρόνων πριν την κατάρρευση. Φυσικά τα όποια πολιτικά διακυβεύματα που προέκυπταν είχαν να κάνουν σχεδόν αποκλειστικά με οικολογικά ζητήματα. Τέλος, είχαν περισώσει όσα μπόρεσαν από τα στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς, βιβλία, ψηφιακά κείμενα, κινηματογραφικές ταινίες, βίντεο ειδησεογραφικά, ντοκυμανταίρ και διαφημίσεων, παλιά χειρόγραφα και κάποια ελάχιστα μουσεία. Κατά τα χρόνια της κατάρρευσης χάθηκε ένα ανυπολόγιστα μεγάλο μέρος της τέχνης και της επιστήμης των ανθρώπινων όντων.

Αν και κατά τόπους εξακολουθούσαν να ξεσπούν σποραδικές πυρκαγιές και πλημμύρες, η υπερθέρμανση του πλανήτη είχε λίγο-πολύ σταματήσει, αφού στα χρόνια της μεγάλης κρίσης οι ανθρώπινοι πληθυσμοί είχαν αποδεκατιστεί από τις πυρκαγιές, τις πλημμύρες και τις κατολισθήσεις, και από αλλεπάλληλους πανάρχαιους θανατηφόρους ιούς που είχαν ξεπηδήσει από τα έγκατα της αποψηγμένης Σιβηρίας. Έτσι χρειάζονταν πολύ λιγότερη ενέργεια συνολικά. Φυσικά τα ορυκτά καύσιμα ανήκαν στο παρελθόν, όχι μόνο για περιβαλλοντικούς αλλά και για οικονομικούς λόγους: δεν υπήρχαν πια τα απαιτούμενα κεφάλαια για την εξόρυξή τους. Επίσης τερατώδεις ήταν η απώλειες στο ζωϊκό βασίλειο με επακόλουθη μείωση της βιοποικιλότητας. Στην Αυστραλία τα κοάλα υπήρχαν πια μόνο σε φωτογραφίες.


Οι ανθρώπινοι πληθυσμοί με τα κοπάδια τους αλλά και τα άγρια ζώα συγκεντρώθηκαν σε ορισμένες περιοχές: τα παράλια εγκαταλείφθηκαν, οι κάποτε ειδυλλιακές παραλίες της Μεσογείου χάθηκαν κάτω από τη στάθμη της θάλασσας, και η ζωή κατέφυγε σε πόλεις και περιοχές με μεγάλο υψόμετρο: Η Λα Παζ της Βολιβίας, το Κούζκο του Περού, η Λάσα του Θιβέτ, η Αντίς Αμπέμπα της Αιθιοπίας, θα ήταν προορισμοί της μόδας, αν η λέξη μόδα είχε πια καμιά σημασία. Τα Βρετανικά Νησιά έγιναν αφιλόξενα λόγω μεγάλου ψύχους, ενώ ταυτόχρονα στη Νορβηγία επικράτησε κλίμα πολικό και η Ισλανδία εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους της. Αυτές οι τραγικές αλλαγές οφείλονταν στο λειώσιμο μεγάλου μέρους των πάγων της Αρκτικής που διοχέτευσε ποσότητες γλυκού νερού και άλλαξε τη σύσταση του Ρεύματος του Κόλπου (Golf Stream) με αποτέλεσμα να σταματήσει το Ρεύμα που δημιουργούσε σχετικά ήπιο-κατοικήσιμο κλίμα στις ανατολικές ακτές της Βόρειας Αμερικής, της Βρετανίας και της Νορβηγίας.


Μια ακόμη κατηγορία, ολιγάριθμη, ήταν μια οικονομική και μορφωτική ελίτ που πρόλαβε και επένδυσε σε πρότυπα συγκροτήματα κατοικίας. Δεδομένου ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα είχε καταρρεύσει, όσα κεφάλαια κατόρθωσαν να περισώσουν τα επένδυσαν όχι πια για κέρδος αλλά για επιβίωση με προνομιακούς όρους: οικισμοί προστατευμένοι με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας από πυρκαγιές, πλημμύρες και παγετούς, παραγωγή ηλεκτρισμού από ανανεώσιμες πηγές, πλούσια φύτευση και μεταφύτευση ολόκληρων δέντρων, πρότυπες κατοικίες παθητικής και ενεργητικής οικολογικής δόμησης, πρότυπα αγροκτήματα με καλλιέργειες αυστηρών βιολογικών προδιαγραφών. Δεδομένου ότι αυτές οι ομάδες ήταν μειοψηφικές, ζούσαν με τον διαρκή φόβο μιας επίθεσης και φυλάγονταν από ιδιωτικούς φρουρούς οπλισμένους ως τα δόντια.


Τέλος υπήρχαν και διάσπαρτες ομάδες, αυστηρά ιεραρχημένες, καταφύγιο άξεστων, βίαιων και προβληματικών ατόμων, που αρνούνταν κάθε συλλογική προσπάθεια και από τις τεχνολογίες η προτίμησή τους ήταν η τεχνολογία των όπλων, και έκαναν επιθέσεις σε όλες τις παραπάνω κατηγορίες πληθυσμού για να ληστέψουν όποιους πόρους μπορούσαν.


Κατά τη διάρκεια των χρόνων της Μεγάλης Κλιματικής Κρίσης οι κλιματικοί πρόσφυγες ήταν εκατομμύρια- καμία σύγκριση με τους αριθμούς παλαιότερων προσφύγων πολέμου. Μετακίνηση πληθυσμών που έφευγαν από περιοχές καταδικασμένες να βρεθούν κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, όπως η Ολλανδία και το Μπαγκλαντές, από περιοχές απόλυτης ξηρασίας, από χώρες ερημοποιημένες όπως η Ελλάδα, η Νότια Ιταλία, η νότια ακτή της Μεσογείου, η Καλιφόρνια. Οι πληθυσμοί του Αμαζονίου που τρέφονταν και κατοικούσαν στα άλλοτε πλούσια Δάση της Βροχής, έφευγαν μαζί με τα πουλιά και τα ζώα. Μια αδυσώπητη μετακίνηση πληθυσμών, αδύνατον να αναχαιτιστεί. Οι πρόσφυγες αυτοί εγκαταστάθηκαν σταδιακά στις κατοικήσιμες περιοχές των κατηγοριών α και β, όχι χωρίς συγκρούσεις, συχνά πολύ σκληρές. Ένας μικρός αριθμός προσχώρησε στις ομάδες των βίαιων φονταμενταλιστών αρνητών.


Συμπέρασμα: Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες και την θαυμαστή προσαρμοστικότητα των κατοίκων της Terra, είναι φανερό ότι δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους και χρειάζονται βοήθεια από τους πλησιέστερους ανώτερους πολιτισμούς του Γαλαξία.


*κείμενο εμπνευσμένο από την τριλογία της SHIΚASTA της Ντόρις Λέσσινγκ.