Η Ελλάδα θα είναι η μόνη χώρα της ΕΕ που δεν θα θα συμμετάσχει στο διεθνές συνέδριο που διοργανώνει η Εσθονική Προεδρία της ΕΕ σχετικά με «τα εγκλήματα από τα κομμουνιστικά καθεστώτα».
Αυτό προκύπτει από την αρνητική απάντηση που απέστειλε ο Υπουργός Δικαιοσύνης στη σχετική πρόσκληση με την οποία συσχετίζει την διεξαγωγή του συνεδρίου με την άνοδο του εθνικισμού και του ναζισμού στην Ευρώπη
Στην επιστολή του ο κ. Κοντονής επισημαίνει, πως η πρωτοβουλία της Εσθονικής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διοργανώσει Διεθνές Συνέδριο με τίτλο «Η κληρονομιά στον 21ο αιώνα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τα κομμουνιστικά καθεστώτα», τονίζει πως: «Η Ιστορία δεν μπορεί να παραχαραχθεί παρόλο που μπορεί να γράφεται κυρίως από τους νικητές ή να αξιολογείται διαφορετικά από την οπτική των κρατών. Παρόλα αυτά, τα ιστορικά στοιχεία και γεγονότα, κατέγραψαν τον στρατό της ΕΣΔΔ ως τον απελευθερωτή της Ευρώπης και των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και ως λυτρωτή από την φρίκη του Ολοκαυτώματος.
Ο κ. Κοντονής καταλήγει στην επιστολή του, επισημαίνοντας πως «η πρωτοβουλία διοργάνωσης ενός συνεδρίου με το συγκεκριμένο περιεχόμενο και τίτλο, στέλνει ένα λανθασμένο και επικίνδυνο πολιτικό μήνυμα, το οποίο είναι προϊόν των Συμφωνιών που ακολούθησαν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αναβιώνει το ψυχροπολεμικό κλίμα που τόσα δεινά έφερε στην Ευρώπη, αντίκειται στις αξίες της ΕΕ και σίγουρα δεν αντικατοπτρίζει την οπτική της ελληνικής κυβέρνησης και του ελληνικού λαού, η οποία είναι πως ο ναζισμός και ο κομμουνισμός δε θα μπορούσαν ποτέ να υπάρχουν ως τα δύο μέρη της ίδιας εξίσωσης».
Υποστηρίζει, τέλος ότι ο κομμουνισμός, αντίθετα, γέννησε δεκάδες ιδεολογικά ρεύματα, ένα εκ των οποίων υπήρξε ο ευρωκομμουνισμός, ο οποίος γεννήθηκε μέσα σε κομμουνιστικό καθεστώς, την περίοδο της Άνοιξης της Πράγας με στόχο να παντρέψει τον σοσιαλισμό με την Δημοκρατία και την ελευθερία. Αυτό το ιδεολογικό ρεύμα μπόλιασε έκτοτε την πολιτική σκέψη όλης της Δυτικής Ευρώπης, έθεσε ζητήματα αναζήτησης, αποτέλεσε ένα μεγάλο εργαστήρι θεωρητικών επεξεργασιών, διαμορφώνοντας μια κουλτούρα διαλόγου, που το κατέστησαν έναν οργανισμό ζωντανό.