Μείωση σε σχέση με το 2015 παρουσίασε το ποσοστό των Ελλήνων που ζούσαν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας το 2016, ωστόσο ο αριθμός τους παραμένει υψηλός φθάνοντας σχεδόν το 1,5 εκατομμύριο.
Σύμφωνα με τη νέα έρευνα της διαΝΕΟσις, τα μεγάλα θύματα είναι οι άνεργοι, οι αυτοαπασχολούμενοι και οι νέοι.
Πιο αναλυτικά, από τους ανθρώπους που ζουν υπό ακραία φτώχεια, το 68,5% είναι άνεργοι και το 20,6% αυτοαπασχολούμενοι.
Το όριο της ακραίας φτώχειας για το 2016 κυμαίνεται από τα 176 ευρώ για ένα μονομελές νοικοκυριό στην επαρχία με ιδιόκτητο σπίτι μέχρι τα 879 ευρώ για τετραμελές νοικοκυριό που ζει στην Αθήνα στο νοίκι. Πρόκειται για νούμερα ελαφρά μικρότερα σε σχέση με το 2015, εξαιτίας της μείωσης του ΔΤΚ.
Στη συνέχεια οι ερευνητές χρησιμοποιώντας την πανευρωπαϊκή έρευνα EU-SILC και το υπόδειγμα EUROMOD υπολόγισαν τα εισοδήματα του πληθυσμού για το 2016 και κατέγραψαν τον αριθμό των νοικοκυριών που έχουν εισοδήματα μικρότερα από το όριο της ακραίας φτώχειας.
Βρήκαν πως για το 2016 το 13,6% του πληθυσμού, δηλαδή 1.488.714 άτομα, ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας.

Ποσοστό 2,9% των ατόμων που παραμένουν σε κατάσταση ακραίας φτώχειας είναι συνταξιούχοι ενώ το 0,6% είναι υπάλληλοι Δημοσίου/ΔΕΚΟ/Τραπεζών.
Αυτη φορά οι ερευνητές κατέγραψαν και τη γεωγραφική κατανομή της φτώχειας. Προκύπτει, λοιπόν, ότι η ακραία φτώχεια είναι σταθερά χαμηλότερη στις αγροτικές (αραιοκατοικημένες) περιοχές από ό,τι στην Αθήνα και τις άλλες πόλεις.
Η Κρήτη, η Ήπειρος, η Πελοπόννησος και τα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου πλήττονται λιγότερο, ενώ η Κεντρική Μακεδονία, η Θεσσαλία και η Δυτική Ελλάδα πλήττονται περισσότερο.

Κορυφαίο θέμα, όπως προκύπτει από την έρευνα, παραμένει το πρόβλημα της ανεργίας. Το μεγαλύτερο μέρος της «νέας» ακραίας φτώχειας οφείλεται στην αλματώδη αύξηση της ανεργίας μέσα στην κρίση.
Το 2016 πάνω από 584.000 άτομα ζούσαν σε οικογένειες με άνεργο «αρχηγό». Συνολικά το 2016, 1.131.000 πολίτες ήταν άνεργοι.

Γιατί όμως είναι τόσο πολλοί από αυτούς ακραία φτωχοί; Επειδή τo 2016 μόνο 127.000 άνεργοι ελάμβαναν τακτικό επίδομα ανεργίας, ένα ποσοστό κάλυψης μόλις 11,2%, που έχει συρρικνωθεί ραγδαία από το 35,1% του 2011.
Για την μείωσή της, οι ερευνητές της διαΝΕΟσις προτείνουν νέα δέσμη μέτρων που περιλαμβάνει:
– Επέκταση της διάρκειας παροχής του τακτικού επιδόματος ανεργίας ώστε να καλύπτει το 44% των ανέργων. Σε αυτό πρέπει να ενταχθούν και το επίδομα μακρόχρονης ανεργίας, και το βοήθημα ανεργίας αυτοαπασχολούμενων.
– Αύξηση επιδόματος τέκνων από 40 σε 60 ευρώ ανά παιδί.
– Θεσμοθέτηση επιδόματος ενοικίου ύψους 70 ευρώ το μήνα, συν 30 ευρώ για κάθε τέκνο, για όσους δικαιούχους του κοινωνικού εισοδήματος αλληλεγγύης ζουν στο νοίκι.