«Κεντροαριστερά» δεν σημαίνει αριστερά

Αποστόλης Μαλάκος 18 Νοε 2013

Υπάρχουν πολλά προβληματικά στοιχεία σ’ αυτό που σημαίνει η αριστερή αντίληψη για τον κόσμο. Παρ’ όλα αυτά, συνήθως η οικείωση με το αριστερό παρελθόν δεν συμβαίνει ποτέ. Η πίστη στην αλήθεια ως βεβαιότητα, η αναγωγή μηχανιστικών, θετικιστικών αιτίων και “νομοτελειών” σε λόγους, η απορριπτική τάση σε ό,τι μεταφυσικό, η αμηχανία μπροστά στο πνευματικό που δεν εξηγείται, η απίσχανση της ποιητικής τής ζωής και εν τέλει η απονοηματοδότηση του κόσμου, αλλά και η πολιτικοποίηση των πάντων, η αισθητικοποίηση της πολιτικής και βέβαια η απαξίωση του φιλελευθερισμού και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, συνήθως παραμένουν αναλλοίωτα και μετά από την απομάκρυνση από το αριστερό ταμείο. Όλα αυτά πέρα από την καθεαυτό πολιτική προοπτική, που επιμένει σε μια μανιχαϊστική πρόσληψη της πραγματικότητας, η οποία αρκείται στην αφελή γενίκευση μέσω θετικών αριστερών προσήμων και δεν αντιλαμβάνεται την ουσιώδη ανάγκη του συγκεκριμένου. Επιμένουν ακόμα πολλοί φίλοι με ακλόνητη την εμπιστοσύνη στην αριστερή τους ταυτότητα, να μιλούν αφηρημένα, να δηλώνουν έτοιμοι να διεμβολίσουν οριζόντια την αριστερή τους υπόσταση με λέιζερ φιλελευθερισμού και να τονίζουν για μια ακόμα φορά την ανάγκη σύγχρονης επαναοριοθέτησης, όπως το κάνουν εδώ και τριάντα χρόνια, χωρίς να έχουν παράξει ούτε μια νέα ιδέα.

Δηλώνουν επίσης υπερασπιστές του “διαφωτισμού”, μόνο που υπερασπίζονται ένα κατ’ ουσίαν “αντιδιαφωτιστικό” ρεύμα, έναν θετικιστικό επιστημονισμό που αντίθετα από οποιαδήποτε καντιανή και κριτική λογική επιχειρεί να φτάσει σ’ αυτό που θα έπρεπε να υπάρχει μέσω αυτού που είναι, την ίδια στιγμή που προσπαθεί να υποτάξει αυτό που είναι σε μία ιδεατή δυστοπία. Σύμφωνα μ’ αυτόν τον επιστημονισμό, δηλαδή, η γνώση μπορεί από μόνη της να υπαγορεύσει τις κοινωνικές αξίες. Υπερασπίζονται επίσης τη λογική και τον “ορθό λόγο” αλλά δεν κατανοούν ότι ο λόγος μπορεί να φωτίσει τις αναζητήσεις του ανθρώπου όταν χρησιμοποιείται σοφά και όταν γίνεται “κριτικός λόγος” που δεν αναζητά τη βεβαιότητα και αντιπαρέρχεται οποιονδήποτε μονιστικό πειρασμό. Η νεωτερικότητα, όμως, δεν είναι η εποχή του ορθού, αλλά η εποχή του κριτικού λόγου, της κριτικής στην οποία χρειάζεται να υποβάλλονται όλοι και τα πάντα.

Τα αιτήματα της κριτικής και άρα της αυτονομίας του υποκειμένου, που για να θεσπίσει τον ίδιο του τον εαυτό, χρειάζεται να θεσπίσει το ίδιο και για όλους τους άλλους και άρα να μην δέχεται να αποτελεί εξαίρεση: αυτή είναι η ουσία του πολιτικού φιλελευθερισμού και της δημοκρατίας που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της νεωτερικότητας. Αυτονομία για τον εαυτό και τον άλλο, τον όποιον άλλο, και άρα ελευθερία μέσω της ισονομίας και της δικαιοσύνης. Ή για να το πούμε με άλλα λόγια: Τίποτα για τον εαυτό μου που δεν ισχύει για όλους.

Η ισονομία, η δικαιοσύνη και η ισότητα, λοιπόν, ως ιδέες δεν ανακαλύφθηκαν τον 20ο αιώνα από την επαναστατική ή τη ρεφορμιστική σοσιαλδημοκρατία, αλλά προϋπήρχαν τουλάχιστον ως φιλελεύθερα δημοκρατικά αιτήματα. Προφανώς οι ιδέες λειτουργούν μόνο ως καταλύτες και σωματοποιούνται, και στον 20ο αιώνα η υιοθέτηση και η ανάπτυξη αυτών των αιτημάτων από εργατικά και άλλα κινήματα και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, βοήθησαν στην υλοποίησή τους. Η απαξίωση, όμως, της “αυτονομίας” δεν βοήθησε ούτε τα εργατικά κινήματα, ούτε τη σοσιαλδημοκρατία.

Η εργαλειακή αντίληψη της αυτονομίας ως μέσου για την κατάκτηση της ισότητας και η θυσία της ελευθερίας στο βωμό της συλλογικότητας, που ετεροκαθορίζεται όχι μέσω αντι–προσωπευτικών διαδικασιών, αλλά πολιτικών εμπροσθοφυλακών και καθοδηγητικών μηχανισμών, που “γνωρίζουν” πάντα καλύτερα από εμένα για μένα, βρίσκεται ένα μόλις βήμα πριν από τον ολοκληρωτισμό. Η ανάγνωση της “γενικής” βούλησης ως αυθαίρετης και όχι ως αυτόνομης, η πρόσληψη του δικαίου απλώς ως δικαιώματος και όχι και ως υποχρέωσης, οδηγούν στην ετερονομία και στην θετικιστική αντίληψη της δικαιοσύνης, η οποία έτσι μπορεί να θεσπίζεται ολοκληρωτικά από την αρχή, κυριολεκτικά κάθε ώρα, στο “δρόμο”. Η αποθέωσης της βίας ως μαμής, που επειδή ξεγέννησε κάποτε – ακόμα και τέρατα – πρέπει να ξεγεννά πάντα, στην ουσία υποστηρίζει ότι το δίκαιο του ισχυρού μπορεί να είναι δίκαιο: Αρκεί οι ισχυροί να γίνουμε εμείς, οπότε τότε νόμος θα είναι το δικό μας δίκαιο και όχι το δίκαιο όλων.

Με αυτές τις σκέψεις κάνω έκκληση σε όσους φίλους, αριστερούς και μη, να συζητήσουμε και να δράσουμε και με πολυφωνία αλλά κυρίως με ουσιαστική διαλογικότητα, γιατί η συζήτηση αυτή έχει αργήσει τουλάχιστον τριάντα χρόνια. Και αυτούς που ακόμα προτιμούν τον αριστερό “ορθό” λόγο από την κριτική και τα χειραφετητικά ιδεολογήματα από το συγκεκριμένο λόγο, τους παρακαλώ να μείνουν στην αριστερά.