Ο-μεγάλον

Κώστας Μποτόπουλος 30 Νοε 2016

  1. Η «μέθοδος Ομπάμα» 

Η πολιτική είναι εφαρμοσμένη τέχνη –και ως τέτοια κρίνεται εκ του αποτελέσματος, το οποίο όμως στηρίζεται σε μια μέθοδο. Η «μέθοδος Ομπάμα», εμφανής σε όλες του σχεδόν τις κινήσεις και τις αποφάσεις, θα αδικούνταν αν την αποκαλούσαμε απλώς «πραγματισμό». Κοντύτερα στην πραγματικότητα θα βρισκόμασταν αν κάναμε λόγο για επιμονή στην υλοποίηση αρχών σε βάρος της όποιας ιδεολογίας.

Κανόνας πρώτος: ο Πρόεδρος δεν είναι μόνος, η Αμερική δεν είναι μόνη. Μια ομάδα “doers”, μίγμα έμπιστων συνεργατών στο Λευκό Οίκο (Αξελροντ, Ραμ Εμάνουελ), έμπειρων «κεντρώων» και συχνά «κλιντονιστών» στους βασικούς τομείς (Χίλαρι Κλίντον και στη δεύτερη θητεία Τζόν Κέρι στα εξωτερικά, Βόλκερ, Σάμερς, Γκάιτνερ και κατόπιν Λιού στα οικονομικά, Γκέιτς στην Άμυνα), φιλελεύθερων, με την αμερικανική έννοια, στα κοινωνικά πεδία (Χόλντερ στη Δικαιοσύνη, Ναπολιτάνο στην Ασφάλεια, πολλά νέα πρόσωπα στη δεύτερη θητεία), στήριξε, σε όλη τη διάρκεια των οκτώ χρόνων, τον Πρόεδρο, χωρίς δουλοπρέπεια αλλά και χωρίς απώλεια εμπιστοσύνης –πολλοί άλλαξαν, κανένας δεν τον κατηγόρησε για οτιδήποτε σοβαρότερο από το «απόμακρο» του χαρακτήρα του. Επιπλέον, όλη αυτή η προσπάθεια –προσπάθεια «αλλαγής πολιτικής», ας μην το ξεχνάμε- είχε εξαρχής επίγνωση των ορίων τόσο της ίδιας της πολιτικής όσο και της συγκεκριμένης χώρας: «Μόνοι μας δεν μπορούμε» είπε ο Ομπάμα στην πρώτη του εμφάνιση ενώπιον των Ηνωμένων Εθνών, το Σεπτέμβριο του 2009. Φιλοδοξίες, ναι, πολλές –με επίγνωση της εγγενούς απόστασης ως την υλοποίηση- αλλά κανένας μεσσιανισμός.

Κανόνας δεύτερος: στα δύσκολα χωρίς φόβο, κατά προτίμηση μάλιστα τα πιο δύσκολα στην αρχή. Οι πρώτες αναγγελίες του νέου Προέδρου κινούνταν σε δύο μόνο άξονες: δικαιώματα- Γκουαντάναμο (μια από τις μεγάλες αποτυχίες του, όπως θα δούμε), περιβάλλον (μια μεγάλη και ευτυχής, στο τέλος, περιπέτεια, όπως θα περιγράψουμε στο επόμενο επεισόδιο). Το ξεκίνημα σφραγίστηκε από δύο συμβολικά μέτρα, τα πρώτα που πήρε ο Πρόεδρος, ως ανάδειξη προθέσεων: διευκόλυνση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, περιορισμός της άνεσης κινήσεων των λομπιστών και των αποδοχών, μέσα στην κρίση, του προσωπικού του Λευκού Οίκου. Ακόμα και εκεί που απέτυχε (όπως στη βελτίωση του τρόπου διακυβέρνησης από τα κέντρα της Ουάσινγκτον), ο Πρόεδρος δεν ξέφυγε από τις αρχικές εξαγγελίες του.

Κανόνας τρίτος: βλέποντας και κάνοντας ως προς την υλοποίηση των «καθαρών» στόχων. Ζύγισμα όλων των συνεπειών, γνώση και διαπραγμάτευση της κάθε λεπτομέρειας, όχι εν θερμώ αποφάσεις, λήψη υπόψη του συσχετισμού δυνάμεων. Έτσι έκανε με την υγειονομική μεταρρύθμιση, όπως είδαμε την προηγούμενη εβδομάδα. Έτσι, κατεξοχήν, στην εξωτερική πολιτική, που άρχισε με μεγάλους λόγους επί της αρχής –πυρηνικά στην Πράγα τον Απρίλιο του 2009, Ισλάμ στο Κάιρο τον Ιούνιο του 2009, σχέση με τη Ρωσία στη Μόσχα τον Ιούλιο του 2009, σχέση με την Κίνα και την «αναδυόμενη Ασία» το Σεπτέμβριο του 2009, ενώ η Ευρώπη, περιέργως αλλά όχι τυχαία, ήρθε τελευταία, τον Απρίλιο του 2014- και υλοποιήθηκε με πολλά σκαμπανεβάσματα και αλλαγές πορείας. Με ευτυχέστερο παράδειγμα, βοηθούσης και της τύχης, την εξολόθρευση του Μπιν Λάντεν και πιο αμφισβητήσιμη την περίπτωση της Συρίας. Εδώ ο έμφυτος πραγματισμός του Ομπάμα δικαιολογεί τη δολοφονική αλλά όχι άδικη φράση του Κίσινγκερ περί «μεγάλου σκακιστή που έχει ανοίξει παράλληλα δέκα παρτίδες και δεν τελειώνει καμία». Καμία φορά δε, από την πολλή άσκηση πειθούς δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι έχασε την πίστη του και ο ίδιος.

Κανόνας τέταρτος: ψυχραιμία στις νίκες και στις ήττες –κυρίως στις ήττες. Επειδή οι προσωπικές του επιτυχίες ήταν μεγάλες –δύο εκλογικές νίκες, μεγάλη δημοτικότητα στην αρχή και, πολύ πιο σημαντικό, στο τέλος της οκταετούς θητείας του-  ξεχνάμε πόσο το κόμμα του ταλαιπωρήθηκε και ηττήθηκε με τον Ομπάμα Πρόεδρο: αρχής γενομένης από την απώλεια των «κυβερνήσεων» στο Νιού Τζέρσι και τη Βιρτζίνια το Νοέμβριο του 2009, περνώντας από την απώλεια της ιστορικής έδρας του Τεντ Κένεντι στη Μασαχουσέτη τον Ιανουάριο του 2010, ως την απώλεια της πλειοψηφία και στα δύο νομοθετικά σώματα κατά τις ενδιάμεσες εκλογές, πρώτα για τη Βουλή των Αντιπροσώπων (Νοέμβριος 2011) και μετά και στη Γερουσία (Νοέμβριος 2014). Αυτό σημαίνει όχι μόνο ότι οι πολιτικές του Προέδρου –και ιδίως το «Ομπάμα-κέαρ»- δεν ήταν δημοφιλείς αλλά και ότι ο Ομπάμα είχε, κατά το συντριπτικά μεγαλύτερο διάστημα της οκταετίας του, να κυβερνήσει με εχθρικές –και η λέξη κυριολεκτεί- πολιτικές πλειοψηφίες. Απέναντι τους μπορεί να υποχώρησε σε επιμέρους θέματα, όχι όμως στις αρχές του: και η μεταρρύθμιση της υγείας προχώρησε και η διπλή –από μία φορά σε κάθε θητεία- μάχη –και πάλι κυριολεκτικά- του προϋπολογισμού, που κόντεψε να κλείσει την αμερικανική κυβέρνηση και να πτωχεύσει την αμερικανική οικονομία, δεν έληξε με νίκη όσων ήθελαν πλήρη κατάργηση των φόρων και των δημοσίων δαπανών για κοινωνικούς σκοπούς. Αυτή η επιμονή τελικά δικαιώθηκε, και μάλιστα διπλά: ο Ομπάμα κέρδισε μια νέα θητεία στον κολοφώνα της αμφισβήτησης της πρώτης και είχε τις μεγαλύτερες επιτυχίες του προς το τέλος της οκταετίας, στη λεγόμενη lame duck περίοδο του, δηλαδή όταν είχε χάσει την πολιτική πλειοψηφία: κλιματική αλλαγή, Κούβα και Ιράν, προστασία μεταναστών, σταθεροποίηση οικονομίας.

Κανόνας πέμπτος και αποφασιστικός: συμβιβασμός δεν σημαίνει υποχώρηση. Κατά τον Ομπάμα, «η χώρα (του) χτίστηκε πάνω στο συμβιβασμό» και άρα δεν μπορεί να προχωρήσει –κυρίως αν θέλει να κάνει τομές- παρά πάνω στο συμβιβασμό. Ο Πρόεδρος το είπε αυτό το Δεκέμβριο του 2010, όταν οι Ρεπουμπλικανοί, που μόλις είχαν αποκτήσει την πλειοψηφία στο Κογκρέσο, τον ανάγκασαν να παρατείνει τις φοροαπαλλαγές των πλουσίων για να μην άρουν την υποστήριξη τους στην επιδότηση των μακροχρόνια ανέργων. Κατά τον Ομπάμα, για τη διατήρηση του δεύτερου άξιζε να θυσιαστεί το πρώτο –κι ας αποτελούσε κι αυτό προεκλογική του εξαγγελία. Το ίδιο και στην εξωτερική πολιτική: η επιμέρους στάση μπορούσε να αλλάξει (Αίγυπτος, Συρία, Παλαιστινιακό, όλες ανάμεσα στις λιγότερες ένδοξες σελίδες), όχι όμως η προσπάθεια αποφυγής των ένοπλων συγκρούσεων, έστω κι αν –ο κυνικότερος ίσως συμβιβασμός- αυτό σήμαινε πρωτοφανή εξάπλωση των χτυπημάτων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα λεγόμενα drones.

Άξιζε η αποπυρηνικοποίηση τη συνδιαλλαγή με λιγότερο καλούς μαθητές της δημοκρατίας; Το ήξεις-αφήξεις με τη Ρωσία την αποφυγή ενός νέου ψυχρού πολέμου; Μια «σοσιαλδημοκρατία-α-λα αμερικανικά» το σβήσιμο του ονείρου ότι μπορούσε να αλλάξει ο κόσμος; Τέτοιου είδους ερωτήματα θέτει μέσα από τη μέθοδό του ο Ομπάμα. Και μέσα από αυτά θα ήθελε μάλλον να κριθεί.