Το ψέμα δεν είναι πάντα παραποίηση της αλήθειας, συχνά είναι η άμυνα απέναντι σε μια πραγματικότητα που δεν αντέχουμε να αντικρίσουμε κατάματα.
Στο “Unfamiliar”, που βρίσκεται στις κορυφές του Netflix, η φαινομενικά ήσυχη οικογενειακή ζωή λειτουργεί σαν ένα προσεκτικά στημένο σκηνικό που απλώς περιμένει να καταρρεύσει. Στην καρδιά της ιστορίας βρίσκονται η Meret (Susanne Wolff) και ο Simon Schäfer ( Felix Kramer), ένα ζευγάρι που προς τα έξω μοιάζει να έχει πετύχει την τέλεια ισορροπία, ένα καλαίσθητο εστιατόριο δίπλα στο σπίτι τους στο Βερολίνο, μια κόρη που κλείνει τα δεκαέξι, μια καθημερινότητα χτισμένη με φροντίδα και ρουτίνα. Όμως η σειρά δεν αργεί να αποκαλύψει ότι αυτή η «κανονικότητα» είναι προϊόν προσεκτικής κατασκευής.
Οι δυο τους υπήρξαν κάποτε πράκτορες της BND, της γερμανικής υπηρεσίας πληροφοριών. Όχι απλοί αναλυτές γραφείου, αλλά επιχειρησιακοί πράκτορες με αποστολές υψηλού ρίσκου. Σήμερα, έχουν αποσυρθεί, τουλάχιστον τυπικά. Στην πράξη, αξιοποιούν την εμπειρία και τις διασυνδέσεις τους προσφέροντας παράνομες «υπηρεσίες προστασίας», δημιουργούν νέες ταυτότητες, οργανώνουν εξαφανίσεις, κρύβουν ανθρώπους που έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν μια δεύτερη ευκαιρία. Είναι μια ηθικά γκρίζα ζώνη που η σειρά δεν προσπαθεί να εξαγνίσει, αντίθετα, την παρουσιάζει ως αναπόφευκτη συνέχεια μιας ζωής αφιερωμένης στο ψέμα.
Η αφορμή για να διαρραγεί η εύθραυστη ισορροπία τους έρχεται με την άφιξη ενός άγνωστου άνδρα, τραυματισμένου και πανικόβλητου, ο οποίος ζητά τη βοήθειά τους. Ισχυρίζεται ότι δέχτηκε επίθεση και ότι κάποιος τον κυνηγά. Στην αρχή, το περιστατικό μοιάζει με μία ακόμη «δουλειά». Ωστόσο, ο άνδρας γνωρίζει πάρα πολλά. Αναφέρεται σε λεπτομέρειες μιας μυστικής επιχείρησης στη Λευκορωσία το 2008, μια αποστολή που η Meret και ο Simon θεωρούσαν οριστικά θαμμένη.
Η επιχείρηση εκείνη αποτελεί τον δραματουργικό πυρήνα της σειράς. Τότε, οι δυο τους είχαν παρουσιαστεί ως αδέλφια, διεισδύοντας σε κύκλους ρωσικών συμφερόντων με στόχο την εξουδετέρωση ή στρατολόγηση του Josef Koleev, πράκτορα της GRU με φήμη αδίστακτου και απρόβλεπτου. Κάτι, όμως, πήγε στραβά. Η αποστολή ολοκληρώθηκε επισήμως, αλλά άφησε πίσω της κενά, μισές αλήθειες και ένα τραύμα που δεν συζητήθηκε ποτέ ανοιχτά ανάμεσά τους.
Το “Unfamiliar” χτίζει την ένταση όχι με θεαματικές εκρήξεις, αλλά με την αργή διάβρωση της εμπιστοσύνης. Η επιστροφή του Koleev (Samuel Finzi) στο Βερολίνο ή έστω η υποψία ότι κινείται ξανά στο παρασκήνιο, λειτουργεί σαν σκιά που απλώνεται πάνω από κάθε σκηνή. Δεν είναι απλώς ένας αντίπαλος από το παρελθόν, είναι η ενσάρκωση όσων προσπάθησαν να ξεχάσουν. Καθώς παλιά αρχεία ανοίγουν και παλιές επαφές επανεμφανίζονται, η σειρά ξετυλίγει σταδιακά τα γεγονότα του 2008, αποκαλύπτοντας ότι η αλήθεια που μοιράζονται η Meret και ο Simon ίσως δεν είναι κοινή.
Κομβικό ρόλο στην πλοκή παίζει η κόρη τους, η Nina (Maja Bons). Στην αρχή, λειτουργεί ως σύμβολο της «νέας ζωής» τους, η απόδειξη ότι μπορούν να υπάρξουν έξω από τον κόσμο της κατασκοπείας. Όσο όμως τα μυστικά έρχονται στην επιφάνεια, γίνεται σαφές ότι η ίδια η ταυτότητά της συνδέεται με αποφάσεις που πάρθηκαν στη Λευκορωσία. Η απειλή παύει να είναι αφηρημένη ή επαγγελματική, γίνεται προσωπική, σχεδόν υπαρξιακή. Στον ρόλο του Gregor Klein, ο Henry Hübchen ενσαρκώνει έναν βετεράνο των μυστικών επιχειρήσεων, μια φιγούρα που κινείται σιωπηλά στο παρασκήνιο, κουβαλώντας γνώσεις και σκιές από παλιά μυστικά που κανείς άλλος δεν τολμά να ξεστομίσει.
Η Susanne Wolff και ο Felix Kramer χτίζουν ένα πειστικό, πολυεπίπεδο ζευγάρι που ισορροπεί ανάμεσα στην οικειότητα και τη δυσπιστία. Η Wolff αποδίδει τη Meret με εσωτερικότητα, κάθε μικρή ρωγμή στο βλέμμα της προδίδει έναν φόβο που δεν εκφράζεται ποτέ ανοιχτά. Ο Kramer, πιο συγκρατημένος εξωτερικά, αφήνει τον Simon να αποκαλυφθεί μέσα από λεπτές μετατοπίσεις στον τόνο και στη στάση του σώματος.
Το Unfamiliar υιοθετεί μια αυστηρή, λιτή κινηματογραφική γλώσσα που θυμίζει τη σύγχρονη γερμανική σχολή των θρίλερ. Η κάμερα παραμένει συχνά σταθερή, σχεδόν παρατηρητική, αφήνοντας τους χαρακτήρες να κινούνται μέσα σε αυστηρά γεωμετρικά κάδρα. Οι ψυχρές αποχρώσεις, γκρι, μπλε, μεταλλικά πράσινα, κυριαρχούν, αποτυπώνοντας ένα Βερολίνο λιγότερο τουριστικό και περισσότερο εσωστρεφές και σκοτεινό. Το φως δεν χαϊδεύει τα πρόσωπα, τα απογυμνώνει. Οι εσωτερικοί χώροι είναι προσεγμένοι αλλά όχι φιλόξενοι, σαν να κρύβουν πάντα κάτι ανείπωτο. Η σκηνοθεσία αποφεύγει τις υπερβολές και επενδύει στη σιωπή, στα βλέμματα, στις παύσεις που διαρκούν λίγο περισσότερο απ’ όσο νιώθει κανείς άνετα. Το αποτέλεσμα είναι μια ατμόσφαιρα υπόγειας έντασης, όπου η απειλή δεν χρειάζεται να εκραγεί για να γίνει αισθητή. Είναι εκεί, διαρκώς.
Αυτό που κάνει τη σειρά να ξεχωρίζει είναι ο τρόπος που διαχειρίζεται τις αποκαλύψεις. Δεν βασίζεται σε αυθαίρετες ανατροπές. Από νωρίς, ο θεατής λαμβάνει αρκετές πληροφορίες ώστε να διαμορφώσει υποψίες, αλλά ποτέ τόσες ώστε να νιώσει ασφαλής. Κάθε επεισόδιο προσθέτει ένα κομμάτι στο παζλ, μετατοπίζοντας διακριτικά την οπτική μας για το ποιος λέει την αλήθεια και ποιος προστατεύει ποιον.
Στον πυρήνα της, η ιστορία του “Unfamiliar” δεν αφορά μόνο την κατασκοπεία. Αφορά τη μνήμη, την ενοχή και το κόστος του να χτίζει κανείς μια ζωή πάνω σε επινοημένες ταυτότητες και θέτει ένα ανησυχητικό ερώτημα, όταν έχει μάθει κάποιος να ζει μέσα στο ψέμα, πώς ξεχωρίζει την αλήθεια, ακόμη και μέσα στον ίδιο του τον γάμο; Ούτως ή άλλως η εμπιστοσύνη είναι ένα άλμα στο κενό, προσφέρει κανείς την αλήθεια του στον άλλον, ελπίζοντας πως δεν θα τη χρησιμοποιήσει ποτέ ως όπλο.