Κάθε Τρίτη με τον Μόρι - Να ζεις με γνώση του τέλους.

Ελισσαίος Βγενόπουλος 27 Φεβ 2026

Η συνείδηση του πεπερασμένου αναδεικνύει την ανθρώπινη ύπαρξη, περιορισμένη, φθαρτή, ευάλωτη, και ταυτόχρονα πολύτιμη, δίνοντας βάρος στις επιλογές και στη σημασία της κάθε στιγμής.

Υπάρχουν ιστορίες που δεν χρειάζονται ανατροπές για να καθηλώσουν. Αρκεί η αλήθεια τους. Το «Κάθε Τρίτη με τον Μόρι» του Μιτς Άλμπομ είναι ακριβώς αυτό, μια απλή, ευθύβολη ιστορία για τη ζωή, τον θάνατο και την ουσία της ανθρώπινης επαφής. Ο Άλμπομ, επιτυχημένος αθλητικογράφος, μαθαίνει τυχαία από την τηλεόραση ότι ο παλιός του καθηγητής, ο Μόρι Σουόρτζ, πεθαίνει από μια ανίατη εκφυλιστική ασθένεια που παραλύει το σώμα, αλλά όχι το πνεύμα. Εκείνος, που κάποτε του έμαθε πώς να σκέφτεται, του δίνει τώρα το τελευταίο μάθημα: πώς να ζει.

Οι δύο άντρες ξανασυναντιούνται έπειτα από δεκαέξι χρόνια αποξένωσης. Ο Μιτς, βουτηγμένος στην καριέρα και την αδρεναλίνη του επαγγελματισμού, βλέπει τη ζωή του να μετριέται σε ραντεβού, κλήσεις και πτήσεις. Ο Μόρι, καθηλωμένος στην καρέκλα του, μετράει το χρόνο σε συναντήσεις ψυχής. Από τη στιγμή που ξανασμίγουν, καθιερώνουν μια εβδομαδιαία «τάξη», κάθε Τρίτη, στο σπίτι του Μόρι. Δεν υπάρχουν βιβλία, ούτε εξετάσεις. Μόνο διάλογοι για τη φιλία, την αγάπη, τη συγχώρεση, τη γήρανση, τον φόβο του θανάτου. Μαθήματα χωρίς πίνακα, αλλά με μια σπάνια καθαρότητα, τη γυμνή σοφία ενός ανθρώπου που δεν έχει πια τίποτα να χάσει.

Η σκηνική διασκευή του έργου από τον Τζέφρι Χάτσερ και τον ίδιο τον Άλμπομ είναι μια ακριβής μετάφραση αυτής της σχέσης σε θεατρικό ρυθμό. Το «Κάθε Τρίτη με τον Μόρι»,  κυκλοφόρησε το 1997 και έγινε παγκόσμιο best seller, πριν διασκευαστεί και για το θέατρο. Ο Γρηγόρης Βαλτινός λοιπόν επιστρέφει φέτος στον ρόλο του Μόρι υπογράφοντας τη σκηνοθεσία της παράστασης και συναντά στη σκηνή του θεάτρου Ιλίσια Βολανάκης τον Γιάννη Σαρακατσάνη ως αποπροσανατολισμένο Μιτς. Το έργο στηρίζεται σε δύο πρόσωπα και έναν αόρατο τρίτο, τον χρόνο. Η παράσταση, με τον Γρηγόρη Βαλτινό ως Μόρι και τον Γιάννη Σαρακατσάνη ως Μιτς, επιχειρεί να αποδώσει αυτή την αόρατη πάλη ανάμεσα στη φθορά και τη μνήμη. Δεν υπάρχει θεατρικό τέχνασμα που να μην υπηρετεί την απλότητα. Ο χώρος είναι οικείος, σχεδόν σαν το σαλόνι του ίδιου του θεατή. Ένα αναπηρικό καροτσάκι, ένα τραπεζάκι, φωτογραφίες, λίγα βιβλία, και μια αίσθηση ακινησίας που υπογραμμίζει το αναπόδραστο.

Ο Γρηγόρης Βαλτινός, στο ρόλο του Μόρι, ισορροπεί ανάμεσα στην πνευματική διαύγεια και τη σωματική φθορά. Μετρημένος, χωρίς μελοδραματισμό, σμιλεύει έναν ήρωα που αποδέχεται τον θάνατο σαν φυσική συνέχεια της ζωής. Η φωνή του κυμαίνεται από τη στοχαστική γαλήνη στην ειρωνεία, κρατώντας πάντα ζωντανό το πνεύμα ενός ανθρώπου που επιλέγει να διδάξει μέχρι τέλους. Δεν παίζει τον άρρωστο, παίζει τον ζωντανό. Εκεί κρύβεται η δύναμή του.

Φέτος, που ο Γρηγόρης Βαλτινός επιστρέφει στον ρόλο του Μόρι, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα τη σκηνοθεσία, δήλωσε: «Αυτό το έργο έχει κάτι το καταπληκτικό» σημειώνει. «Είναι γεμάτο διαλόγους που κλείνουν μέσα τους αποστάγματα σοφίας. “Δεν υπάρχει σκοπός όταν αγαπάς, το να αγαπάς είναι σκοπός”. Υπάρχει ακόμη μία φράση που λατρεύω: “Οταν καταλάβεις ότι πεθαίνεις, καταλαβαίνεις πώς θα έπρεπε να ζεις”. Ο Μιτς, όταν έρχεται να συναντήσει τον παλιό καθηγητή του, είναι ένας άνθρωπος απογυμνωμένος από το συναίσθημα. Ο Μόρι λειτουργεί σαν coach ζωής. Τον μαθαίνει να ζει ξανά πραγματικά».

Απέναντί του, ο Γιάννης Σαρακατσάνης ως Μιτς καθώς όμως οι «Τρίτες» προχωρούν, χαλαρώνει, αφήνει την ειρωνεία, και ο θεατής παρακολουθεί την εσωτερική του μεταμόρφωση, από τον άνδρα που κοιτάζει το ρολόι, στον άνθρωπο που μαθαίνει να κοιτάζει τον άλλον. Η χημεία των δύο είναι η καρδιά της παράστασης, ένα είδος τελετουργίας όπου ο Μόρι παραδίδει όχι μαθήματα, αλλά κληρονομιά.

Το έργο, αν και μιλά για το τέλος, δεν είναι θλιβερό. Το χιούμορ λειτουργεί ως αντίβαρο στη συγκίνηση, και η σκηνοθεσία αποφεύγει την παγίδα της συναισθηματικής υπερβολής. Κάθε σιωπή, κάθε βλέμμα, κάθε ανάσα λειτουργεί δραματουργικά. Ο ρυθμός δεν είναι γρήγορος· είναι ανθρώπινος, σαν τον παλμό μιας καρδιάς που επιμένει. Ο θεατής δεν παρακολουθεί απλώς ένα δράμα, συμμετέχει σ’ ένα διάλογο για το πώς ορίζεται μια πλήρης ζωή.

Το «Κάθε Τρίτη με τον Μόρι» είναι μια παράσταση-εξομολόγηση, μια στιγμή ανθρωπιάς μέσα στη φασαρία της εποχής. Δεν προσφέρει παρηγοριά, αλλά καθαρότητα. Δεν υπόσχεται αιωνιότητα, αλλά συνείδηση του πεπερασμένου. Όπως λέει ο Μόρι στον Μιτς: «Όταν μαθαίνεις πώς να πεθαίνεις, μαθαίνεις πώς να ζεις». Και αυτό το μάθημα, στη σκηνή, αποκτά σάρκα, φως και αναπνοή, καθώς και ότι η συνείδηση του πεπερασμένου είναι η γνώση ότι ο χρόνος και η ζωή έχουν όρια, οδηγώντας σε στοχασμό, αποδοχή και ουσιαστική αξιοποίηση κάθε στιγμή

Συντελεστές

Αρχική Μετάφραση: Ζαφείρης  Χαϊτίδης

Σκηνοθεσία: Γρηγόρης Βαλτινός

Σκηνικά: Γιάννης Μουρίκης

Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα

Μουσική - Ενορχήστρωση: Georges Katris

Παραγωγή: Θέασις Δράσεις Πολιτισμού