Από τον «ευρωπαϊκό πυλώνα» στο ανεπίσημο «σχέδιο Β»: η προσαρμογή της Συμμαχίας σε έναν κόσμο μειωμένης αμερικανικής εγγύησης
Για δεκαετίες, η ευρωπαϊκή ασφάλεια στηριζόταν σε μια θεμελιώδη παραδοχή: ότι η στρατηγική εγγύηση των Ηνωμένων Πολιτειών αποτελούσε σταθερό και αδιαπραγμάτευτο στοιχείο της διεθνούς τάξης. Το ΝΑΤΟ υπήρξε ο θεσμικός πυλώνας αυτής της εγγύησης, επιτρέποντας στα ευρωπαϊκά κράτη να οικοδομήσουν την ευημερία τους με σχετικά περιορισμένο αμυντικό βάρος.
Σήμερα, αυτή η παραδοχή κλονίζεται.
Η εισβολή και ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή και, κυρίως, η μεταβλητότητα της αμερικανικής στρατηγικής υπό την προεδρία του Τραμπ επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα ερώτημα που για χρόνια παρέμενε στο περιθώριο: μπορεί η Ευρώπη να συνεχίσει να βασίζεται σε μια εξωτερική δύναμη για την ασφάλειά της;
Η απάντηση που αρχίζει να διαμορφώνεται είναι όλο και λιγότερο καθησυχαστική.
Σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα της The Wall Street Journal, ευρωπαϊκές χώρες επιταχύνουν την επεξεργασία ενός ανεπίσημου «σχεδίου Β», το οποίο αποσκοπεί στη διατήρηση της αποτρεπτικής ισχύος της Συμμαχίας ακόμη και σε ένα σενάριο μειωμένης ή επιλεκτικής αμερικανικής εμπλοκής.
Το σχέδιο αυτό —που συχνά περιγράφεται ως «ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ»— δεν επιδιώκει να αντικαταστήσει τη Συμμαχία. Αντίθετα, επιχειρεί να την αναπροσαρμόσει: να αξιοποιήσει τις υπάρχουσες δομές, αλλά με ουσιαστικά αυξημένο ευρωπαϊκό ρόλο στη διοίκηση, στον επιχειρησιακό σχεδιασμό και στην κατανομή ευθυνών.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι θεωρητική. Αποτυπώνει μια βαθύτερη ανησυχία: ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να περιορίσουν τη στρατιωτική τους παρουσία στην Ευρώπη ή να επανακαθορίσουν τις προτεραιότητές τους με τρόπους που δεν θα ταυτίζονται με τα ευρωπαϊκά συμφέροντα.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μετατόπιση παίζει η αλλαγή στάσης της Γερμανίας. Για δεκαετίες, το Βερολίνο απέφευγε οποιαδήποτε συζήτηση που θα μπορούσε να εκληφθεί ως απομάκρυνση από την αμερικανική εγγύηση. Σήμερα, όμως, εμφανίζεται πιο πρόθυμο να εξετάσει σενάρια ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αυτονομίας, λειτουργώντας ως καταλύτης για μια ευρύτερη ευρωπαϊκή επανατοποθέτηση.
Η κατεύθυνση είναι σαφής: μεγαλύτερη ευρωπαϊκή ευθύνη, μεγαλύτερη ευρωπαϊκή συμμετοχή, μεγαλύτερη ευρωπαϊκή ισχύς.
Ωστόσο, τα εμπόδια παραμένουν σημαντικά.
Η αρχιτεκτονική του ΝΑΤΟ έχει δομηθεί γύρω από την αμερικανική ηγεσία. Από τη διοίκηση και τη στρατηγική επιτήρηση μέχρι την πυρηνική αποτροπή, κρίσιμες λειτουργίες παραμένουν άρρηκτα συνδεδεμένες με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ακόμη και σήμερα, οι ευρωπαϊκές χώρες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από αμερικανικά μέσα για πληροφορίες, δορυφορικές υποδομές και συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης.
Η μετάβαση σε μια πιο «ευρωπαϊκή» εκδοχή της Συμμαχίας απαιτεί, συνεπώς, όχι μόνο πολιτική βούληση αλλά και σημαντικό χρόνο και επενδύσεις. Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, η ανάπτυξη αυτόνομων δυνατοτήτων και η δημιουργία κοινών επιχειρησιακών δομών αποτελούν προϋποθέσεις για οποιαδήποτε ουσιαστική μετατόπιση.
Παράλληλα, η διατλαντική σχέση εμφανίζει μια εμφανή αντίφαση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ζητούν από την Ευρώπη να αναλάβει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την άμυνά της, αλλά ταυτόχρονα επιδιώκουν να διατηρήσουν τον έλεγχο σε κρίσιμους τομείς, τόσο σε επίπεδο διοίκησης όσο και σε επίπεδο εξοπλισμών. Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής συμβολής δεν συνεπάγεται αυτομάτως και αποδοχή ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας.
Το αποτέλεσμα είναι μια μεταβατική κατάσταση: η Ευρώπη καλείται να ενισχυθεί, αλλά εντός ορίων που δεν έχει η ίδια καθορίσει.
Σε αυτό το πλαίσιο, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι ευέλικτες μορφές συνεργασίας —οι λεγόμενοι «συνασπισμοί των προθύμων»— ως ενδιάμεσος μηχανισμός ενίσχυσης της ευρωπαϊκής επιχειρησιακής ικανότητας. Πρόκειται για μια πρακτική λύση σε ένα θεσμικό αδιέξοδο: επιτρέπει δράση εκεί όπου η ομοφωνία ή οι διαφορετικές στρατηγικές προτεραιότητες εμποδίζουν τη συλλογική απόφαση.
Εν τέλει, η συζήτηση για τον ευρωπαϊκό πυλώνα —ή ακόμη και για ένα άτυπο «ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ»— δεν είναι τεχνική. Είναι βαθιά πολιτική.
Αφορά την ίδια την ταυτότητα της Ευρώπης ως γεωπολιτικού δρώντα.
Θα παραμείνει ένας χώρος που προστατεύεται ή θα εξελιχθεί σε έναν δρώντα που μπορεί να προστατεύει;
Η απάντηση δεν θα δοθεί σε επίπεδο θεωρητικών δηλώσεων, αλλά σε επίπεδο αποφάσεων: στην ανάληψη κόστους, ευθύνης και, τελικά, ισχύος. Γιατί η ασφάλεια δεν είναι δεδομένο αγαθό. Είναι αποτέλεσμα πολιτικής βούλησης — και στρατηγικής επιλογής.