Οι εμπρηστές της ανθρωπότητας

Αικατερίνη Μπέζα- Τσουρουπάκη 16 Απρ 2026

Πριν τελειώσει τούτος ο αιώνας, μας προειδοποιεί ο Μπέρτραντ Ράσσελ, και αν δεν συμβεί κάτι το εντελώς απρόβλεπτο, θα πραγματοποιηθεί, το ένα, από τα τρία ενδεχόμενα, που είναι:

1) Θα τελειώσει η ανθρώπινη ζωή, και ίσως κάθε ανθρώπινη ζωή στον πλανήτη μας, 2) Θα επιστρέψουμε στη βαρβαρότητα ύστερα από μία καταστροφική μείωση του πληθυσμού της γης, ή 3) Ο κόσμος θα συνενωθεί κάτω από μία και μοναδική κυβέρνηση, που θα κρατάει το μονοπώλιο όλων των κυριότερων πολεμικών όπλων».

Στην ουσία, ο συγγραφέας, στο βραβευμένο με Νόμπελ βιβλίο του «Το μέλλον της ανθρωπότητας», θέτει με δραματικό τόνο και με την πιο ακραία εκδοχή της τραγικότητας, το δίλημμα, του αν θα ζήσουμε σε μία παγκόσμια αρμονία ή αν θα ζήσουμε εμείς ή τα παιδιά μας μία βιβλική Αποκάλυψη, ένα πυρηνικό Αρμαγεδώνα.

Αλήθεια, στον επικίνδυνο αιώνα μας και στην πιο φρενοβλαβή καμπή της ανθρώπινης τρέλας και σκληρότητας, πόσο κοντά βρισκόμαστε στις εφιαλτικές προειδοποιήσεις του Μπέρτραντ Ράσσελ και πόση δόση εφησυχασμένου στοχασμού μάς επιτρέπουν αυτές;

Πράγματι, σήμερα, ο εφησυχασμός εν μέσω παράνομων πολέμων με βάση το διεθνές δίκαιο και εμφανών παγκόσμιων κινδύνων που γεννούν αυτοί, ως εργαλείο διαμόρφωσης της παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος για τα επόμενα χρόνια, είναι τουλάχιστον παράδοξος.

Ιδίως όταν έχουμε σε εξέλιξη την αμερικανο-ισραηλινή επέμβαση στο Ιράν, έναν ατέρμονα πόλεμο χωρίς σχέδιο, απελπιστικά επικίνδυνο, με ευρύτερες γεωπολιτικές επιπτώσεις: ένα πόλεμο, που αγνοώντας τη δυναμική και τις πραγματικότητες της κοινωνίας, την παράδοση, τη θρησκεία, το έθνος, τις επιπτώσεις της κοινωνικής και πολιτικής αποσταθεροποίησης, όπως και το δικαίωμα των λαών για αυτοδιαχείριση, γελοιοποιεί χώρες με βαρύνουσα υπογραφή και ηγέτες, που μηχανεύονται τρόπους, σαν άλλοι Ηρόστρατοι να κερδίσουν την υστεροφημία, έστω και σαν εφιάλτες, δημιουργώντας επίφοβα «συντρεχημένες» συνθήκες αυτοεκπλήρωσης των δραματικών προειδοποιήσεων του Ράσσελ.

Αναμφίλεκτα, η ανθρωπότητα, παρακολουθεί αμήχανη την τρομακτική ρευστότητα της διεθνούς τάξης, τις αυθαίρετες απαιτήσεις της επεμβατικής εξουσίας που συνεχίζουν να αυξάνονται με απόλυτο κυνισμό, τις αυξανόμενες ανισότητες στο νέο τοπίο της τεχνολογικής εξέλιξης, «τις λέξεις» με τα πολιτικά συμπαρομαρτούντα να έχουν χειραφετηθεί και να υιοθετούν άλλες δυναμικές∙ την κατασκευή της «ανθρώπινης κατάστασης» που διέγνωσε η Χάννα Άρεντ, να μην υπακούει στις λογικές του νεωτερικού κόσμου.

Με την έννοια αυτή είναι περισσότερο από εμφανές ότι όλα τα παραπάνω σφραγίζουν τις εξελίξεις μιας νέας ιστορικής φάσης στην νέα πλανητική εποχή που ανατέλλει.

Στη νέα αυτή παγκόσμια συνθήκη διαμορφώνεται με σαφείς όρους «γεωοικονομίας» μια όχι μικρή πλανητική μετατόπιση ισχύος.

Συνακόλουθα, ο καχύποπτος αναγνώστης θα μπορούσε να αναρωτηθεί: ποιον ακριβώς σκοπό εξυπηρετεί η αμερικανο-ισραηλινή επέμβαση στο Ιράν; Η απάντηση θα μπορούσε να μας παραπέμπει στις παρακάτω εναλλακτικές ή σωρευτικές εκδοχές σκοπιμοτήτων όπως:

- επεκτατισμού και ισχύος μιας παλαιάς μορφής ιμπεριαλισμού, όπως τον περιέγραψε ο Λένιν,

- απόκτησης σπάνιων γαιών, νέων υλών, εδαφών και νερού, ενός μοντέρνου καπιταλιστικού συστήματος εξουσίας με νέου τύπου αποικιοκρατική στρατηγική,

και τέλος επιβολής ενός νέου τύπου αυταρχισμού, που προτάσσει υποκριτικά τις αγωνίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Ωστόσο, τίποτα δε θα μπορούσε να καταδείξει καλύτερα το πραγματικό πρόταγμα από αυτό που ονομάζουμε «Ενεργειακό Ανταγωνισμό» ΗΠΑ-Κίνας.

Είναι προφανές ότι οι προφάσεις επεμβάσεων θα είναι όλο και περισσότερες, με την Ευρώπη, όσο και αν είναι αδιανόητο, να πληγώνεται άλλα όπως φαίνεται να αποφεύγει επιδεικτικά το άγγιγμα της πληγής∙ κουράστηκε∙ Και ακόμη χειρότερα: δηλώνει την κόπωσή της, ενώ η ιστορία των επεμβάσεων εξελίσσεται ενώπιον της.

Σ’ αυτό το περιβάλλον, που όλα γύρω μας αναδιαμορφώνονται με απειλητικό και δυσοίωνο τρόπο, ο Θουκυδίδης με τις «ιστορίες του» και κάποια κείμενα των κλασσικών χρόνων επανέρχονται στον διεθνή διάλογο με μια παράδοξη ταυτοσημία∙ αφού σ’ αυτόν, καταφεύγουν και στην πολυθρυλούμενη «Παγίδα του Θουκυδίδη» στρατηγικοί αναλυτές, επιχειρώντας να συνδέσουν την εξήγηση, που εκείνος έδωσε για την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου, με μια γκρίζα προφητεία, για μία ενδεχόμενη σύγκρουση Η.Π.Α. – Κίνας και τη διαμόρφωση μιας νέας παγκόσμιας τάξης.

Η διαφαινόμενη νέα παγκόσμια τάξη ενισχύεται από την εμφανή αποδυνάμωση της διεθνούς θέσης των ΗΠΑ, ως παγκόσμιας υπερδύναμης όπως αυτό επισημάνθηκε στη σύνοδο κορυφής της Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας Ειρηνικού (ΑΡΕΚ) στη Νότια Κορέα, στα τέλη Οκτωβρίου του περασμένου έτους, καθώς και από την ολοένα αυξανόμενη διεθνή μετατόπιση της εξουσίας, γεγονός που αποκαλύπτεται τόσο από τις νέες συνάψεις συμφωνιών αβέβαιων συμμάχων των ΗΠΑ, με άλλους ουδέτερους ή εξαρτώμενους από την Κίνα γείτονές τους, όσο και από το γεγονός ότι από γεωπολιτική άποψη, οι κρίσιμες συγκρούσεις όπως φαίνεται θα επικεντρώνονται στη νοτιοανατολική Ασία.

Άλλωστε, μετά την ένταξη της Λαϊκής Δημοκρατίας στον παγκόσμιο οργανισμό εμπορίου, η Κίνα έθεσε ως στόχο με μία ορισμένη «αμυντική επιθετικότητα» με το εγχείρημα «Μία ζώνη, ένας Δρόμος», την αντικατάσταση του φιλελεύθερου παγκόσμιου εμπορικού καθεστώτος, από μία σινοκεντρική παγκόσμια πολιτική τάξη που σηματοδοτεί μακροπρόθεσμους στόχους στρατηγικής και ασφάλειας.

Το εγχείρημα αυτό ενδυναμώνεται με το τέλος της δυτικής ηγεμονίας, τις σημαντικές γεωοικονομικές αλλαγές στη φιλελεύθερη οικονομική τάξη και την συνεχώς διευρυνόμενη συνεργασία νέων σχημάτων όπως οι BRICS.

Ύστερα από αυτήν την περιγραφή, γίνεται κατανοητό ότι η Κίνα έχει θέσει έναν ακόμη πιο σημαντικό στόχο: μετά την δύσκολα αναστρέψιμη κατάρρευση του παλαιότερου φιλελεύθερου δημοκρατικού καθεστώτος και την ανάπτυξη αυταρχικών καθεστώτων νέου τύπου, προωθεί την ιδέα μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας, υπό την ηγεμονία της.

Στο σημείο αυτό, ο επιμελής αναγνώστης θα μπορούσε να θέσει το κεντρικό ερώτημα, το οποίο είναι:

Πόσο ρεαλιστικός είναι ο στόχος μιας πολυπολιτισμικής παγκόσμιας κοινωνίας, μιας πανανθρώπινης δημοκρατίας που θα συνεπέφερε την κατάργηση των πολέμων, που άρχισαν στην Αίγυπτο πριν από 6.000 χρόνια περίπου, και την ευτυχισμένη έκβαση μιας διαρκούς ειρήνευσης ; Αυτό σύμφωνα με τον Ράσσελ θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο εφόσον καταστεί δυνατή η συγκέντρωση όλης της ένοπλης δύναμης στα χέρια μιας μονάχα αρχής και ασφαλώς εφόσον αποτραπεί ο κίνδυνος εγκαθίδρυσης μιας αποτρόπαιας τυραννίας, μιας παγκόσμιας δουλείας.

Το συμπέρασμα στο οποίο θα μπορούσαμε να καταλήξουμε δεν είναι καθόλου εύκολο, αφού ακόμη και σήμερα και παρά την εγγύτητα των κινδύνων που προέβλεψε ο Μπέρτραντ Ράσσελ, ο στόχος αυτός αν και είναι σήμερα όσο ποτέ άλλοτε ζωτικής σημασίας, παραταύτα μπορώ να ισχυριστώ, ότι παραμένει σχεδόν απίθανος.

Μπορώ ωστόσο να ελπίζω ότι μέσα στο καφκικό σκοτάδι της απόγνωσης, υπάρχει μία ελπίδα που αποκωδικοποιείται στην αποκατάσταση των διεθνών θεσμών, του διεθνούς δικαίου και των κανόνων του, που όλοι οφείλουν να σέβονται. Μία ελπίδα, βασισμένη στην αλλαγή των κυβερνήσεων που είναι οι εμπρηστές της ανθρωπότητας σήμερα, χωρίς αιματοχυσία όπως προβλέπει ότι συμβαίνει στο σύστημα της δημοκρατίας, ο Καρλ Πόπερ.

Μία ελπίδα, βασισμένη επιπλέον στην ανθρωπιστική πεποίθηση, ότι η ιστορική προοπτική, αποκλείεται να μην οδηγήσει σ’ ένα καθεστώς εποικοδομητικής διορατικότητας για τη διαμόρφωση όρων ειρήνευσης, που να ικανοποιούν τους νικητές, αλλά να μπορούν να τους αντέξουν και οι ηττημένοι, όπως είχε επιβάλλει ο στρατηγός της νικήτριας Σπάρτης, Λύσανδρος, στον πόλεμο Αθήνας – Σπάρτης, και όπως μας το μετέφερε ο Ξενοφών στα «Ελληνικά».

Και τέλος, μία ελπίδα, ότι το τέλος της σκοτεινής νύχτας, παραφράζοντας τον Ιρανό ποιητή Nizami Ganjavi, είναι μια φωτεινή ημέρα.