Η υπόθεση Ναβάλνι, η άρνηση του Κρεμλίνου και ο πόλεμος στην Ουκρανία ως ενιαίο αφήγημα ισχύος
Δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Αλεξέι Ναβάλνι σε ρωσική φυλακή, η υπόθεση επιστρέφει στο προσκήνιο με νέα ιατροδικαστικά ευρήματα και την κατηγορηματική άρνηση της Μόσχας. Πέντε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις -Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία, Σουηδία και Ηνωμένο Βασίλειο- έκαναν λόγο για εντοπισμό επιβατιδίνης, μιας εξαιρετικά τοξικής ουσίας που προέρχεται από δηλητήριο νοτιοαμερικανικών βατράχων. Το Κρεμλίνο απάντησε ότι οι κατηγορίες είναι «μεροληπτικές και αβάσιμες».
Η αντιπαράθεση αυτή, όμως, δεν αφορά μόνο την ιατροδικαστική τεκμηρίωση. Αφορά τον πυρήνα της πολιτικής φυσιογνωμίας του ρωσικού καθεστώτος και τη στρατηγική του συμπεριφορά, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο διεθνές πεδίο.
Ο Ναβάλνι δεν ήταν απλώς ένας αντιπολιτευόμενος. Υπήρξε η πιο αναγνωρίσιμη μορφή της ρωσικής αντιπολίτευσης, σύμβολο ενός εναλλακτικού πολιτικού μέλλοντος για τη Ρωσία. Η φυσική του εξόντωση -αν επιβεβαιωθεί ως αποτέλεσμα δηλητηρίασης- αποκτά βαρύνουσα πολιτική σημασία: σηματοδοτεί την οριστική μετάβαση από τον αυταρχισμό στη συστηματική εξάλειψη κάθε εστίας πολιτικής αμφισβήτησης.
Η άρνηση του Κρεμλίνου είναι προβλέψιμη. Στη ρωσική πολιτική πρακτική, η διάψευση λειτουργεί όχι ως πειστική απάντηση, αλλά ως εργαλείο αποδόμησης της ίδιας της έννοιας της αλήθειας. Δημιουργείται θόρυβος, καλλιεργείται αμφιβολία, εξαντλείται η διεθνής κοινή γνώμη σε έναν ατελείωτο κύκλο «ισχυρισμών» και «αντιισχυρισμών». Το αποτέλεσμα δεν είναι η πειθώ, αλλά η κόπωση.
Ωστόσο, η υπόθεση Ναβάλνι δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η εισβολή της Ρωσίας το 2022 δεν αποτέλεσε ξαφνική εκτροπή, αλλά την εξωτερική έκφραση μιας εσωτερικής πολιτικής λογικής: συγκέντρωση εξουσίας, ποινικοποίηση της διαφωνίας, απόλυτος έλεγχος πληροφόρησης, καλλιέργεια εθνικιστικού αφηγήματος περικύκλωσης.
Η εσωτερική καταστολή και η εξωτερική επιθετικότητα αποτελούν δύο όψεις της ίδιας στρατηγικής. Ένα καθεστώς που δεν ανέχεται πολιτική αντιπολίτευση στο εσωτερικό του, δύσκολα θα σεβαστεί διεθνείς κανόνες στο εξωτερικό. Η κατάργηση των ορίων στην εσωτερική πολιτική συμπεριφορά προετοιμάζει το έδαφος για την κατάργηση των συνόρων ως σταθερών και αδιαπραγμάτευτων γραμμών στο διεθνές σύστημα.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία χρειάζεται μια κοινωνία πειθαρχημένη και φοβισμένη. Χρειάζεται σιωπή. Η ύπαρξη μιας ισχυρής, ηθικά φορτισμένης αντιπολιτευτικής φωνής, όπως του Ναβάλνι, αποτελούσε δυνητικό σημείο ρωγμής. Η εξάλειψή του -είτε μέσω φυλάκισης υπό ακραίες συνθήκες είτε μέσω δηλητηρίασης- εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική εσωτερικής σταθεροποίησης του καθεστώτος ενόψει μακρόχρονου πολέμου.
Παράλληλα, το μήνυμα προς τη Δύση είναι σαφές: η Ρωσία λειτουργεί με δικούς της κανόνες. Οι ανακοινώσεις και οι καταδίκες αντιμετωπίζονται ως διαχειρίσιμο πολιτικό κόστος. Το κρίσιμο ερώτημα για την Ευρώπη δεν είναι αν θα εκδώσει μία ακόμη δήλωση, αλλά αν θα μεταφράσει την πολιτική της θέση σε συνεκτική στρατηγική.
Η υπόθεση Ναβάλνι θέτει ζήτημα αξιοπιστίας. Αν η διεθνής κοινότητα περιοριστεί στη ρητορική καταγγελία, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι το κόστος της ατιμωρησίας παραμένει ανεκτό. Αντίθετα, η συνέπεια μεταξύ λόγων και πράξεων -στη στήριξη της Ουκρανίας, στην επιβολή στοχευμένων κυρώσεων, στην ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών- αποτελεί το μόνο πραγματικό μέσο αποτροπής.
Η Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν έχει διαμορφώσει ένα μοντέλο διακυβέρνησης που ενοποιεί την εσωτερική αυταρχικότητα με την εξωτερική αναθεωρητική φιλοδοξία. Ο θάνατος του Ναβάλνι, είτε τεκμηριωθεί οριστικά ως δηλητηρίαση είτε όχι, εντάσσεται σε αυτή τη δυναμική: μια πολιτική κουλτούρα όπου η εξουσία προηγείται του δικαίου και η ισχύς υποκαθιστά τον κανόνα.
Σε τελική ανάλυση, η υπόθεση δεν αφορά μόνο τη Ρωσία. Αφορά τη δοκιμασία του διεθνούς συστήματος. Η εισβολή στην Ουκρανία και η τύχη του Ναβάλνι συνδέονται από έναν κοινό παρονομαστή, την αμφισβήτηση της θεμελιώδους αρχής ότι η πολιτική σύγκρουση -εσωτερική ή διεθνής- πρέπει να διέπεται από κανόνες.
Η απάντηση σε αυτή την πρόκληση δεν μπορεί να είναι συγκυριακή. Είναι ζήτημα στρατηγικής αντοχής. Όταν η εξουσία θεσμοποιεί τη βία και οικοδομεί αφήγημα άρνησης, τότε το ζήτημα δεν είναι μόνο πολιτικό ή γεωπολιτικό. Είναι βαθιά θεσμικό: αν οι κανόνες θα διατηρήσουν το νόημα και το κύρος τους.