Η σκέψη ότι ζούμε σε μια πρωτόγνωρη εποχή, όπου ιδιωτικά κεφάλαια επηρεάζουν ή ακόμη και καθορίζουν την εξωτερική πολιτική ισχυρών κρατών, έχει δυστυχώς ιστορικά προηγούμενα. Και είναι ακριβώς εκεί που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση για την «επανάληψη της Ιστορίας ως φάρσας».
Η διαπλοκή οικονομικής ισχύος και κρατικής εξουσίας δεν αποτελεί νεωτερικό φαινόμενο. Αντιθέτως, είναι βαθιά ριζωμένη στην εξέλιξη της παγκόσμιας ιστορίας. Από τον ύστερο Μεσαίωνα μέχρι την αποικιοκρατία και τη σύγχρονη γεωπολιτική, η σχέση αυτή επανεμφανίζεται με διαφορετικές μορφές αλλά με εντυπωσιακή συνέπεια ως προς τη λογική της.
Όταν όλα γίνονται εμπόρευμα, στο τέλος εμπορευματοποιείται η πολιτική κρατών και προφανώς η ίδια η δημοκρατία.
Ιδιωτικά συμφέροντα και κρατική ισχύς: μια διαχρονική σχέση αλληλεξάρτησης
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η περίπτωση της Χίου το 1346. Τότε, μια ομάδα Γενοβέζων πλοιοκτητών της περιόδου, που μετά κάποια δράση τους οργανώθηκαν σε Εταιρία, στην περίφημη «Μαόνα», κατέλαβε το νησί στο πλαίσιο στρατιωτικής επιχείρησης που χρηματοδοτήθηκε ιδιωτικά. Η συμφωνία, εκ των υστέρων, του κράτους της Γένοβας με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν εξόχως αποκαλυπτική: δεν είχε την πρωτοβουλία το κράτος της Γένοβας για την δράση αυτή των πλοιοκτητών και ως εκ τούτου, οι ιδιώτες, θα αποχωρούσαν όταν αποζημιώνονταν για τα έξοδά τους. Μέχρι τότε, θα διατηρούσαν τον πλήρη έλεγχο του νησιού και των προσόδων του. Στην πράξη, η Χίος μετατράπηκε σε εταιρική κτήση, με τη μαστίχα και τα άλλα προϊόντα της να αποτελούν αντικείμενο συστηματικής εκμετάλλευσης.
Η περίπτωση της Μαόνας δεν είναι απλώς ένα ιστορικό επεισόδιο. Είναι ένα πρότυπο. Αναδεικνύει έναν μηχανισμό όπου το κράτος, άλλοτε ως αδύναμο και άλλοτε ως πρόθυμο, εκχωρεί κυριαρχία σε ιδιωτικά συμφέροντα, τα οποία με τη σειρά τους λειτουργούν ως “πιστωτές”, διαχειριστές και τελικά κυρίαρχοι. Η σχέση αυτή δεν είναι συγκυριακή, αλλά δομική: το κράτος παρέχει τη νομιμοποίηση και τη στρατιωτική ισχύ, ενώ οι ιδιώτες προσφέρουν κεφάλαια και επιχειρησιακή ευελιξία.
Από τις εταιρείες των Ινδιών στη νέα εποχή «επιχειρηματικής» εξωτερικής πολιτικής
Η ίδια λογική επανεμφανίζεται με ακόμη πιο έντονο τρόπο κατά την περίοδο της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας. Οι μεγάλες εμπορικές εταιρείες, όπως oι αγγλικές και Ολλανδικές «Εταιρείες των Ινδιών» όπως αυτές εμφανίστηκαν και εξελίχθηκαν ιδιαιτέρως στις Ανατολικές Ινδίες, δεν ήταν απλώς εμπορικοί οργανισμοί. Ήταν υβριδικά σχήματα με κρατικά προνόμια. Διέθεταν στρατούς, συνήπταν συνθήκες, ασκούσαν διοίκηση και πολλές φορές καθόριζαν την εξωτερική πολιτική των μητροπολιτικών κρατών. Η περίπτωση της Ινδίας είναι ενδεικτική: η Βρετανική κυριαρχία ξεκίνησε ως εταιρική δραστηριότητα και μόνο εκ των υστέρων μετατράπηκε σε άμεση κρατική διοίκηση.
Η ιστοριογραφία έχει αναδείξει επανειλημμένα ότι αυτές οι εταιρείες λειτουργούσαν ως «προεκτάσεις» του κράτους, αλλά ταυτόχρονα και ως αυτόνομοι δρώντες παράγοντες, με δικά τους συμφέροντα. Σε πολλές περιπτώσεις, οι κυβερνήσεις ακολουθούσαν τις εξελίξεις αντί να τις καθοδηγούν, επικυρώνοντας εκ των υστέρων τετελεσμένα που είχαν δημιουργηθεί από ιδιώτες. Το κόστος —πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό— κοινωνικοποιούνταν, ενώ τα κέρδη ιδιωτικοποιούνταν.
Στη σύγχρονη εποχή, η μορφή έχει αλλάξει, αλλά ο πυρήνας παραμένει αναγνωρίσιμος. Η παγκοσμιοποίηση, η χρηματοπιστωτική ισχύς και η συγκέντρωση κεφαλαίου έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα διαθέτουν τη δυνατότητα να επηρεάζουν όχι μόνο οικονομικές, αλλά και γεωπολιτικές αποφάσεις.
Μύθος ή στρατηγική; Η επανεμφάνιση ενός παλαιού μοντέλου εξουσίας
Στο πλαίσιο αυτό, η εξωτερική πολιτική ισχυρών κρατών, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, συχνά παρουσιάζεται ως προϊόν εθνικού συμφέροντος. Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ανάγνωση αποκαλύπτει ότι το «εθνικό συμφέρον» δεν είναι πάντα ενιαίο. Αντίθετα, συχνά αντανακλά τη σύγκλιση συγκεκριμένων οικονομικών ομάδων με τα κέντρα λήψης αποφάσεων.
Η ιδέα ότι πρόκειται για «ετερογονία των σκοπών» είναι βολική αλλά ανεπαρκής. Σε πολλές περιπτώσεις, η σύμπτωση μεταξύ πολιτικής δράσης και ιδιωτικού κέρδους είναι υπερβολικά συστηματική για να θεωρηθεί τυχαία. Αντίθετα, φαίνεται να πρόκειται για στρατηγικό σχεδιασμό, όπου το κράτος λειτουργεί ως εργαλείο για την προώθηση συγκεκριμένων οικονομικών συμφερόντων. Η δυνατότητα εσωτερικής πληροφόρησης για αποφάσεις που πρόκειται να ληφθούν και να επηρεάσουν τις τιμές συναλλαγών στα διεθνή χρηματιστήρια, δεν είναι κάτι που δεν έχει σχολιασθεί στους ταραγμένους καιρούς μας.
Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται μια ακόμη διάσταση — ίσως η πιο κυνική. Αυτή η ιμπεριαλιστική πρακτική, που συχνά κινείται στα όρια ή και πέραν του διεθνούς δικαίου —ένα πλαίσιο που τα τελευταία χρόνια έχει δεχθεί σοβαρά πλήγματα, ιδίως κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του Donald Trump— δεν παρουσιάζεται ποτέ ως αυτό που είναι.
Αντιθέτως, ντύνεται με τον μανδύα της «προάσπισης της δημοκρατίας» και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Η υποκρισία εδώ φτάνει σε επίπεδα σχεδόν θεατρικά. Επεμβάσεις, οικονομικοί αποκλεισμοί ή απόπειρες πολιτικής αποσταθεροποίησης δικαιολογούνται ως ηθικές υποχρεώσεις απέναντι σε λαούς που «υποφέρουν».
Τα παραδείγματα είναι πολλά και διαχρονικά. Στη Βενεζουέλα η πίεση για αλλαγή καθεστώτος συνδυάστηκε με έντονα ενεργειακά και γεωοικονομικά συμφέροντα. Στο Ιράν, από το πραξικόπημα του 1953 μέχρι τις σύγχρονες κυρώσεις και την παρούσα πολεμική δράση, η επίκληση της «σταθερότητας», των «πυρηνικών», των «βαλλιστικών πυραύλων», της «Δημοκρατίας» και των «δικαιωμάτων»… συνυπάρχει αν δεν πρωτεύουν, με στρατηγικούς και ενεργειακούς υπολογισμούς. Στην Κούβα, ο πολύχρονος αποκλεισμός παρουσιάστηκε ως μέσο πίεσης για εκδημοκρατισμό, ενώ στην πράξη αποτέλεσε εργαλείο γεωπολιτικής επιρροής.
Η επαναλαμβανόμενη αυτή ρητορική δεν είναι τυχαία. Αποτελεί μηχανισμό νομιμοποίησης. Όπως άλλοτε οι εμπορικές εταιρείες επικαλούνταν τον «εκπολιτισμό» και το εμπόριο για να επεκτείνουν την κυριαρχία τους, έτσι και σήμερα η γλώσσα των «δικαιωμάτων» λειτουργεί ως ηθικό άλλοθι για πολιτικές που εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα.
Η αναλογία με τη Μαόνα της Χίου γίνεται εδώ ακόμη πιο αιχμηρή. Τότε, η οικονομική εκμετάλλευση παρουσιαζόταν ως αναγκαία αποζημίωση. Σήμερα, παρουσιάζεται ως παρέμβαση υπέρ αξιών. Η ουσία, όμως, παραμένει εντυπωσιακά σταθερή.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ζούμε κάτι νέο. Το ερώτημα είναι αν αναγνωρίζουμε το παλαιό όταν επανεμφανίζεται με νέα μορφή — και αν είμαστε διατεθειμένοι να δούμε πίσω από τη ρητορική, εκεί όπου η ισχύς και το συμφέρον συνεχίζουν να συνδιαμορφώνουν την ιστορία.