Η πλάνη της «ακύρωσης» του θεσμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

Νίκος Γ. Σταύρου 19 Απρ 2026

Η πρόσφατη τοποθέτηση του Υπουργού Υγείας της Ελληνικής Δημοκρατίας, κ. Γεωργιάδη, σχετικά με τη δυνατότητα της Ελλάδας να «ακυρώσει» ή να μην εφαρμόζει τον θεσμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εγείρει σοβαρά νομικά και θεσμικά ζητήματα. Η άποψη ότι ένα κράτος-μέλος μπορεί, μέσω της εθνικής του νομοθεσίας, να παρακάμψει έναν ευρωπαϊκό θεσμό αποκαλύπτει είτε παρερμηνεία είτε υποτίμηση της φύσης του ευρωπαϊκού δικαίου.

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (European Public Prosecutors OfficeEPPO) δεν αποτελεί μια απλή διακρατική συμφωνία ή έναν οργανισμό που λειτουργεί κατόπιν διακριτικής ευχέρειας των κρατών-μελών. Πρόκειται για θεσμό που έχει θεσπιστεί μέσω του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη: οι Κανονισμοί της ΕΕ, οι οποίοι μαζί με τις οδηγίες και τις αποφάσεις συνιστούν το δευτερογενές ή παράγωγο δίκαιο της Ένωσης, έχουν άμεση ισχύ και εφαρμόζονται υποχρεωτικά στο σύνολο των κρατών-μελών που συμμετέχουν, χωρίς να απαιτείται ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο όπως στην περίπτωση των οδηγιών. Με άλλα λόγια, υπερισχύουν της εθνικής νομοθεσίας και δεν μπορούν να καταργηθούν ή να παρακαμφθούν μονομερώς.

Η αρχή της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της Ένωσης εδώ και δεκαετίες. Αν κάθε κράτος μπορούσε να επιλέγει ποιον Κανονισμό θα εφαρμόσει και ποιον όχι, η ίδια η έννοια της ευρωπαϊκής έννομης τάξης θα κατέρρεε. Η συμμετοχή σε τέτοιους θεσμούς συνεπάγεται αποδοχή συγκεκριμένων δεσμεύσεων, οι οποίες δεν ανατρέπονται με απλές εθνικές νομοθετικές πρωτοβουλίες.

Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει συγκεκριμένη αποστολή: την καταπολέμηση εγκλημάτων που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, όπως η απάτη με ευρωπαϊκά κονδύλια ή η διασυνοριακή φοροδιαφυγή. Η λειτουργία της ενισχύει τη διαφάνεια και τη λογοδοσία, ιδιαίτερα σε χώρες που λαμβάνουν σημαντική χρηματοδότηση από την ΕΕ. Η αμφισβήτηση του ρόλου της, με όρους εθνικής «ακύρωσης», ενδέχεται να εκληφθεί όχι μόνο ως νομικά αβάσιμη, αλλά και ως πολιτικά προβληματική.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν υπόκεινται σε κριτική. Αντιθέτως, ο δημόσιος διάλογος για τη λειτουργία και τις αρμοδιότητές τους είναι θεμιτός και αναγκαίος. Ωστόσο, η κριτική αυτή οφείλει να εδράζεται σε ακριβή κατανόηση του νομικού πλαισίου. Διαφορετικά, κινδυνεύει να δημιουργήσει σύγχυση ή να καλλιεργήσει λανθασμένες προσδοκίες ή εντυπώσεις για το τι μπορεί και τι δεν μπορεί να πράξει ένα κράτος-μέλος.

Συνοψίζοντας, η ιδέα ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να «ακυρώσει» την εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας με έναν απλό νόμο δεν ευσταθεί νομικά. Αντιβαίνει τόσο στη φύση των Κανονισμών της ΕΕ, όπως ο προαναφερθείς Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939, όσο και στις θεμελιώδεις αρχές της ευρωπαϊκής έννομης τάξης.

Αν για κάποιους ο θεσμός της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δεν είναι αρεστός, μπορούν είτε να μην συμμορφώνονται με αυτόν, ενέργεια παράνομη που θα επιφέρει κυρώσεις σε βάρος της χώρας μας, είτε να προβούν σε εφαρμογή του άρθρου 50 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ (νομική διαδικασία αποχώρησης ενός κράτους μέλους από την Ευρωπαϊκή Ένωση), όπως έπραξε το 2017 το Ηνωμένο Βασίλειο και που συνιστά τη μόνη νόμιμη οδό.

Σε μια περίοδο όπου η θεσμική αξιοπιστία αποτελεί κρίσιμο ζητούμενο, η ακρίβεια στον δημόσιο λόγο δεν είναι πολυτέλεια, αλλά αναγκαιότητα. Ας το έχουν άπαντες αυτό υπόψιν τους, όποια θέση ή αξίωμα κι αν κατέχουν