Ζητείται Μακροστρατηγική

Γιώργος Πανταγιάς 28 Μαρ 2018

Η Κύπρος έχει εισέλθει σε αχαρτογράφητα νερά. Οι γεωτρήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ προκαλούν αμφισβητήσεις. Θέτουν καίρια ζητήματα ως προς τη διαχείρισή τους. Η αντίδραση της Άγκυρας αποδεικνύει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της. Τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν ενέχουν τον κίνδυνο να γίνουν ανεξέλεγκτα. Μια ψύχραιμη και νηφάλια αποτίμηση των όσων συνέβησαν την τελευταία περίοδο προϋποθέτει προσεγγίσεις που αφενός δεν θα υπαγορεύονται από τις γνώριμες μονομέρειες και αυταρέσκειες. Και αφετέρου δεν θα αντιμετωπίζονται με το στρατήγημα περί «τουρκικής αδιαλλαξίας».

Κάτι τέτοιο επιβάλλει την επανεξέταση όλων των κρίσιμων και σύνθετων παραμέτρων  που άπτονται της πολιτικής που ακολουθεί η Κυπριακή Δημοκρατία. Καθιστά απαραίτητη την αποσαφήνιση ακόμη και την αναθεώρηση των προτεραιοτήτων. Η κυριότερη όλων είναι το Κυπριακό. Χωρίς ζώσα την προοπτική επίλυσής του η απόφαση για την αξιοποίηση των υδρογονανθράκων κινδυνεύει να αποδειχθεί ατελέσφορη, τροφοδοτώντας περαιτέρω  την τουρκική επιθετικότητα. Ως εκ τούτου, κοινή παραδοχή όλων των εμπλεκόμενων πλευρών οφείλει να είναι η ζωτική ανάγκη επανεκκίνησης των συνομιλιών για την αναζήτηση συμφωνίας επανένωσης του νησιού. Καθίσταται εκ των ων ουκ άνευ για να επέλθει η απαιτούμενη ισορροπία, προκειμένου να αποφορτιστεί η ατμόσφαιρα. Διαφορετικά, τα τουρκικά προσκόμματα θα επιτείνουν το κλίμα έντασης και την αστάθεια. Και παράλληλα θα παρεμποδίζουν τη συνέχιση των ερευνών για την εξεύρεση κοιτασμάτων, χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο ακόμη και της τελικής ακύρωσής τους.

Φαίνεται πλέον καθαρά ότι αποτελεί στρατηγική στόχευση του Ταγίπ Ερντογάν να αντιστρατευθεί τους σχεδιασμούς της κυπριακής κυβέρνησης. Άλλωστε, η επιλογή του αυτή δεν είναι μεμονωμένη. Ούτε βεβαίως αποσυνδεδεμένη από τις γενικότερες επιδιώξεις του, τόσο στα ελληνοτουρκικά, όσο και στη Συρία. Πολλώ μάλλον από τις μεγαλεπήβολες επιθυμίες του να καταστήσει την Τουρκία  υπερδύναμη της περιοχής, διευρύνοντας την αυτονομία της από τη διεθνή κοινότητα. Η πολιτική του κάθε άλλο παρά στατική είναι. Μεταβάλλεται συνεχώς ανάλογα με τις εξελίξεις. Το ίδιο και οι συμμαχίες του, καθώς και οι αντίπαλοί του. Το βασικότερο είναι ότι η πολυπραγμοσύνη του τρέφει τις ηγεμονικές τάσεις του, και τον ίδιο.

Ωστόσο, ο τουρκικός παροξυσμός δεν κατευνάζεται με καταγγελτικό λόγο. Δεν αντιμετωπίζεται με την επίρριψη ευθυνών. Ή ακόμη και καλώντας τους εταίρους μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση να προβούν σε αυστηρές συστάσεις, προς τη γείτονα. Τέτοιες ενέργειες αποδεικνύονται απλώς ατελέσφορες. Γεγονός είναι ότι η Κυπριακή Δημοκρατία υποτίμησε τις απειλές της Τουρκίας. Πίστεψε ότι με την υποστήριξη Ευρωπαίων και Αμερικανών θα ξεπερνούσε τις όποιες δυσκολίες διαφαίνονταν. Μάλιστα μετά το ναυάγιο στο Κραν Μοντανά εμφανίζεται αμήχανη. Η οχύρωσή της πίσω από το κοινότοπο κλισέ «της αδιαλλαξίας της Άγκυρας» ούτε αποτελεσματική είναι ούτε παραγωγική. Η εμμονή σ’ αυτή τη γραμμή πλεύσης σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί στρατηγική πρόταση. Αντιθέτως, χρειάζεται μια δημιουργική προσέγγιση απαλλαγμένη από τους φορμαλισμούς, τις μονομέρειες και τις αυταρέσκειες του παρελθόντος. Αλλά και από τις υπερφίαλες λογικές της δημιουργίας αξόνων με γειτονικές χώρες.

Η συμμετοχή της Κύπρου στην Ένωση τής παρέχει ένα μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα. Αρκεί να το αξιοποιήσει με συγκεκριμένο σχέδιο, μέθοδο και στόχευση. Η προγραμματισμένη συνάντηση κορυφής στη Βάρνα της Βουλγαρίας στις 26 Μαρτίου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Τουρκίας προσφέρει στην Κύπρο και στην Ελλάδα την ευκαιρία να επαναφέρουν το Κυπριακό και τα ελληνοτουρκικά ως κορυφαία ζητήματα της ευρωπαϊκής ατζέντας, συνδέοντάς τα με τις ευρωτουρκικές σχέσεις. Το Κυπριακό συνιστά ζήτημα υψηλής πολιτικής. Εξ ου και δεν μπορεί να είναι υποδεέστερο στις προτεραιότητες της Ευρώπης.

Η ηγεσία του νησιού ή θα επιδείξει αταλάντευτη αποφασιστικότητα και την απαιτούμενη επιμονή, ζητώντας την υιοθέτηση εκ μέρους των εταίρων μας του πλαισίου Γκουτέρες, καλώντας παράλληλα τους Τουρκοκυπρίους και την Τουρκία να ανταποκριθούν χωρίς διβουλίες στην άμεση επανέναρξη των συνομιλιών. Ή θα παρακολουθεί αμήχανη τις εξελίξεις βλέποντας στο βάθος του χρόνου τη διχοτόμηση να παγιώνεται. Αναμφίβολα απαιτείται τόλμη. Και το σημαντικότερο, καθαρή και πλήρης οριοθέτηση έναντι όλων εκείνων που ερωτοτροπούν με τα δύο κράτη. Το 2004 ο Νίκος Αναστασιάδης είχε το θάρρος να πάει κόντρα στο ρεύμα, υποστηρίζοντας ως μόνη λύση την επανένωση της Κύπρου. Τώρα καλείται να επιδείξει την απαιτούμενη ηγετικότητα, ακολουθώντας μια Μακροστρατηγική.