Η ελληνική εξωτερική πολιτική τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει μια ιδιότυπη για τη χώρα αρρυθμία: επιλέγει να επενδύει σε γεωπολιτικές κατευθύνσεις διαφορετικές από αυτές του μεταπολιτευτικού της παρελθόντος, όταν μάλιστα σε σύντομο χρόνο φαίνονται οι παίκτες αυτών των συμμαχιών να υφίστανται διεθνή, τουλάχιστον, επιφύλαξη και να την απομονώνουν πολιτικά από τους οργανικούς της συμμάχους (ΕΕ).
Η στενή σύμπλευση με το Ισραήλ παρουσιάστηκε τα τελευταία χρόνια ως υπόδειγμα ρεαλισμού και σταθερότητας σε μια ασταθή περιοχή. Ωστόσο, οι διεθνείς εξελίξεις των τελευταίων μηνών δείχνουν ότι το έδαφος κάτω από αυτή τη στρατηγική μετακινείται ταχύτατα — και η Αθήνα μοιάζει να μην έχει οργανώσει την μεταβολή και προσαρμογή στις νέες καταστάσεις την πυξίδα της.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η συζήτηση για τη σχέση με το Ισραήλ έχει αλλάξει ποιοτικά. Δηλώσεις όπως αυτές του Rahm Emanuel, που πριν λίγο καιρό θα θεωρούνταν πολιτικά αδιανόητες, πλέον εντάσσονται σε ένα ευρύτερο ρεύμα εντός του Δημοκρατικού κόμματος που αμφισβητεί ανοιχτά τη συνέχιση της άνευ όρων στρατιωτικής και οικονομικής στήριξης. Δεν πρόκειται ακόμη για επίσημη πολιτική γραμμή — αλλά πρόκειται σαφώς για μια μετατόπιση με βάθος και προοπτική.
Την ίδια στιγμή, στην Ευρώπη καταγράφεται μια παράλληλη —και σε ορισμένες περιπτώσεις ταχύτερη— διαφοροποίηση. Πέραν της Ισπανίας, ολοένα και περισσότερες χώρες υιοθετούν πιο αυστηρή στάση απέναντι στις επιλογές του Ισραήλ που αφορούν στη Γάζα και τις μέρες αυτές στον Λίβανο, αλλά και απέναντι στη στάση των ΗΠΑ. Η πρόσφατη συνάντηση στη Βαρκελώνη, στο πλαίσιο της «Παγκόσμιας Προοδευτικής Κινητοποίησης», με τη συμμετοχή ηγετών κρατών, κομμάτων και διεθνών οργανισμών, δεν ήταν ένα απλό πολιτικό γεγονός. Φαίνεται να αποτελεί ένδειξη των κατευθύνσεων που διαμορφώνονται στο διεθνές προοδευτικό στρατόπεδο.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική στάση δείχνει ολοένα και πιο μονοδιάστατη.
Το πρόβλημα προφανώς και δεν είναι η συνεργασία με το Ισραήλ. Καμία σοβαρή εξωτερική πολιτική δεν μπορεί και δεν αποκλείει αντίστοιχες συνεργασίες. Το πρόβλημα είναι η έλλειψη ευελιξίας και εναλλακτικών. Η εντύπωση ότι η Ελλάδα έχει επενδύσει σχεδόν αποκλειστικά σε έναν άξονα, ο οποίος μάλιστα ταυτίζεται όλο και περισσότερο με τις επιλογές προσώπων όπως ο Donald Trump και ο Benjamin Netanyahu, δημιουργεί ένα στρατηγικό κενό.
Διότι η γεωπολιτική δεν είναι στατική. Οι συμμαχίες δεν είναι μόνιμες και, κυρίως, δεν είναι άνευ όρων. Είναι εργαλεία που απαιτούν συνεχή επαναξιολόγηση.
Η ελληνική ιδιαιτερότητα τα τελευταία χρόνια είναι ότι μοιάζει να κινείται εκτός συγχρονισμού με τις ευρύτερες τάσεις:
όταν η Ευρώπη διατηρούσε πιο φιλοϊσραηλινή στάση, η Ελλάδα κρατούσε αποστάσεις. Σήμερα, που σημαντικά τμήματα της Ευρώπης επανατοποθετούνται, η Αθήνα εμφανίζεται πιο ευθυγραμμισμένη από ποτέ.
Αν αυτή η τάση παγιωθεί, η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί όχι απλώς εκτεθειμένη, αλλά και πολιτικά απομονωμένη σε κρίσιμα ευρωπαϊκά fora.
Το διακύβευμα δεν είναι ιδεολογικό. Είναι βαθιά στρατηγικό.
Μια σύγχρονη εξωτερική πολιτική οφείλει να είναι πολυδιάστατη: να διατηρεί σχέσεις, να χτίζει γέφυρες, να αφήνει ανοικτά κανάλια. Να μπορεί να συνομιλεί ταυτόχρονα με διαφορετικά μπλοκ και να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες ισορροπίες.
Και τελικά να διαμορφώνει συμμαχίες αρχών, με βάση το διεθνές δίκαιο που είναι η μοναδική πλατφόρμα για τα δίκαια συμφέροντά της
Αντί αυτού, η ελληνική προσέγγιση δίνει την εντύπωση μιας πολιτικής που έχει «κλειδώσει» σε ένα συγκεκριμένο γεωπολιτικό αφήγημα (ΗΠΑ, Ισραήλ κλπ), χωρίς σαφή πρόβλεψη και σχέδιο για το τι θα συμβεί αν το αφήγημα αυτό πάψει να είναι κυρίαρχο.
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα: όχι η επιλογή κατεύθυνσης, αλλά η μονομέρεια και η απουσία εναλλακτικών επιλογών.
Γιατί στην εξωτερική πολιτική, το πραγματικό ρίσκο δεν είναι να πάρεις θέση. Είναι να μην μπορείς να την αλλάξεις όταν αλλάζουν τα δεδομένα.
Και μάλιστα όταν βγαίνεις εκτός του ευρωπαϊκού κύκλου.