Η αγάπη δεν περιορίζεται στο σώμα ούτε στον χρόνο, είναι μια επιμονή της μνήμης και της επιθυμίας να υπάρχει ο άλλος, ακόμη κι όταν απουσιάζει.
Τα «Χρήσιμα Φαντάσματα» είναι από εκείνες τις ταινίες που ξεκινούν με μια σχεδόν παράλογη ιδέα και καταλήγουν να μιλούν με απροσδόκητη τρυφερότητα για τον έρωτα, την απώλεια και τη δυσκολία της αποδοχής. Στην καρδιά της ιστορίας βρίσκεται ένας άντρας, ήσυχος, σχεδόν αόρατος μέσα στην καθημερινότητά του, που έρχεται αντιμέτωπος με κάτι που δεν μπορεί να εξηγήσει, αλλά ούτε και να αρνηθεί, την επιστροφή της νεκρής συζύγου του, όχι ως ανθρώπινη μορφή, αλλά ως πνεύμα παγιδευμένο μέσα σε μια ηλεκτρική σκούπα.
Η ταινία ξεδιπλώνεται αρχικά μέσα από μια ατμόσφαιρα μυστηρίου. Ένας νεαρός άντρας ο Μαρτς (Γουιτσαρούτ Χιμαράτ) αγοράζει μια φαινομενικά συνηθισμένη ηλεκτρική συσκευή, όμως η νύχτα φέρνει μαζί της έναν ανεξήγητο ήχο, έναν βήχα που μοιάζει ανθρώπινος, σχεδόν σπαρακτικός. Αυτό το εύρημα λειτουργεί σαν ρωγμή στην πραγματικότητα, από εκεί και πέρα, ο κόσμος της ταινίας αρχίζει να γλιστρά σε μια περιοχή όπου το παράλογο γίνεται αποδεκτό ως καθημερινότητα.
Η αποκάλυψη έρχεται μέσω ενός τεχνικού, ο οποίος, αντί να διορθώσει απλώς τη συσκευή, λειτουργεί σαν αφηγητής ενός αλλόκοτου θρύλου. Μιλά για τη Νατ (Ντάβικα Χουρν), μια γυναίκα που πέθανε από αναπνευστική λοίμωξη, αλλά δεν εγκατέλειψε ποτέ τον σύζυγό της. Το πνεύμα της, δεμένο από αγάπη και ανάγκη, βρήκε καταφύγιο μέσα σε μια ηλεκτρική σκούπα, ένα αντικείμενο ειρωνικά συνδεδεμένο με την αναπνοή, τη σκόνη και την επιβίωση.
Από εκείνο το σημείο, η ταινία μετατρέπεται σε μια ιδιότυπη ιστορία επανασύνδεσης. Ο άντρας καλείται να διαχειριστεί μια σχέση που συνεχίζεται πέρα από τα όρια της ζωής, αλλά με όρους εντελώς διαφορετικούς. Δεν υπάρχει άγγιγμα, δεν υπάρχει βλέμμα, μόνο ήχοι, ενδείξεις παρουσίας και μια διαρκής αίσθηση ότι η αγάπη επιμένει, έστω και αλλοιωμένη. Το συναίσθημα δεν μειώνεται, αντίθετα, γίνεται πιο έντονο μέσα στην αδυναμία του να εκφραστεί με τον «κανονικό» τρόπο.
Η σύγκρουση έρχεται αναπόφευκτα από τον έξω κόσμο. Η οικογένεια και η κοινωνία αρνούνται να αποδεχτούν αυτή τη σχέση. Αντιμετωπίζουν το φαινόμενο είτε ως παράνοια είτε ως κάτι απειλητικό, κάτι που πρέπει να εξαλειφθεί. Εκεί η ταινία αποκτά μια πιο σατιρική, σχεδόν καυστική διάσταση, η διαφορετικότητα, όποια μορφή κι αν παίρνει, γίνεται αντικείμενο φόβου και χλευασμού. Οι απόκοσμες οντότητες εγκαταλείπουν σιγά-σιγά τα όρια του αθώου πειράγματος, μετατρέποντας τις μεταφυσικές τους παρεκτροπές σε μια σκοτεινή αντανάκλαση των πρόσφατων πολιτικών κλυδωνισμών της Ταϊλάνδης.
Ο Ταϊλανδός δημιουργός Ρατσαπούμ Μπουνμπουντσατσόκε, στην πρώτη του μεγάλου μήκους απόπειρα, συστήνεται με εντυπωσιακή αυτοπεποίθηση, κερδίζοντας το κορυφαίο βραβείο της Εβδομάδας Κριτικής στις Κάννες και προσελκύοντας διεθνείς συγκρίσεις με το ιδιαίτερο, αιχμηρό σινεμά του Γιώργου Λάνθιμου μέσα από μια τολμηρά σουρεαλιστική και βαθιά αλληγορική αφήγηση. Η σκηνοθεσία του ισορροπεί με δεξιοτεχνία ανάμεσα στο παράλογο και το οικείο, δημιουργώντας έναν κόσμο όπου το υπερφυσικό δεν εισβάλλει βίαια, αλλά γλιστρά σχεδόν ανεπαίσθητα μέσα στην καθημερινότητα. Ο Ρατσαπούμ Μπουνμπουντσατσόκε επιλέγει μια λιτή, υπαινικτική προσέγγιση, αποφεύγοντας τις εντυπωσιακές εξάρσεις και δίνοντας χώρο στη σιωπή, στους ήχους και στις μικρές κινήσεις να αφηγηθούν την ιστορία. Η χρήση του χώρου, κυρίως του σπιτιού, λειτουργεί σαν προέκταση της ψυχικής κατάστασης του ήρωα, κλειστός, φορτισμένος, γεμάτος απουσίες που μοιάζουν σχεδόν απτές.
Καθώς η ιστορία εξελίσσεται, το αρχικό εύρημα μετατρέπεται σε μια ευρύτερη αλληγορία για τη μνήμη και το πένθος. Πόσο αφήνουμε τους νεκρούς να παραμένουν μαζί μας; Και πότε αυτή η παρουσία παύει να είναι παρηγορητική και γίνεται εμπόδιο;
Τα «Χρήσιμα Φαντάσματα» ισορροπούν διαρκώς ανάμεσα στο κωμικό και το μακάβριο, χωρίς να χάνουν ποτέ τον συναισθηματικό του πυρήνα. Η ιστορία του δεν είναι τελικά για ένα φάντασμα μέσα σε μια συσκευή, αλλά για την επίμονη, σχεδόν παράλογη ανάγκη των ανθρώπων να κρατηθούν από την αγάπη, ακόμη κι όταν ο κόσμος γύρω τους επιμένει ότι αυτό είναι αδύνατο. Για την ταινία το πένθος είναι η αργή διαπραγμάτευση με την απουσία, μια διαδικασία όπου ο άνθρωπος μαθαίνει να ζει όχι χωρίς τον άλλον, αλλά με το ίχνος του.