Οι σφοδρές επιθέσεις και οι αυστηρές συστάσεις προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κλιμακώνονται τις τελευταίες ημέρες, και μάλιστα από κορυφαίους της εκτελεστικής εξουσίας και του κυβερνώντος κόμματος. Φτάσαμε μάλιστα να ακούσουμε ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία “δεν είναι κανένας σοβαρός θεσμός”, “είναι ένας απλός νόμος του ελληνικού κράτους. Αύριο ψηφίζουμε και τέρμα”. Πέρα από το ύφος της κριτικής αυτής, που παραπέμπει σε εμβληματικά αντιμνημονιακή ρητορική περασμένων ετών, να θυμίσουμε εδώ ότι Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι ένας σημαντικός ευρωπαϊκός θεσμός (με παράρτημα και στη χώρα μας), η δε λειτουργία της διέπεται από τον, δεσμευτικό και για την Ελλάδα, Κανονισμό 2017/1939 (βλ. και άρθ. 86 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ), που έχει αυξημένη τυπική ισχύ.
Το έδαφος για την εν γένει απαξίωση των ευρωπαϊκών οργάνων –με λαμπερή εξαίρεση την περίπτωση της λειτουργίας ιδιωτικών πανεπιστημίων κατ’ επίκληση του ενωσιακού δικαίου και της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου της ΕΕ– καλλιεργείται συστηματικά τα τελευταία χρόνια, από μία κυβέρνηση που εκδηλώνει γενική και έντονη δυσανεξία στον έλεγχο και τις κριτικές φωνές για τα πεπραγμένα της. Το τελευταίο χαρακτηριστικό φανέρωσε δυστυχώς, εκ νέου, και η σημερινή ομιλία του ιδίου του Πρωθυπουργού στη Βουλή: δεν έδειξε διάθεση πραγματικής και ουσιαστικής λογοδοσίας σε σχέση με ιδιαίτερα σοβαρές υποθέσεις που άπτονται του δημοσίου συμφέροντος, όπως εκείνες των υποκλοπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ, για τις οποίες εγκαλείται εδώ και καιρό η κυβέρνηση. Και περιττό να τονίσει κανείς ότι η λογοδοσία αποτελεί βασικό συστατικό μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας και έχει ως αποδέκτη της όχι μόνο τα κόμματα της αντιπολίτευσης και το Κοινοβούλιο, αλλά και τον ίδιο τον λαό.
Στο πλαίσιο αυτό της δυσανεξίας προς τη λογοδοσία και τον έλεγχο, τα τελευταία χρόνια η κυβερνητική εξουσία επιχειρεί συστηματικά να παραμερίσει βασικά θεσμικά αντίβαρα, όπως είναι η ίδια η Βουλή ή οι Ανεξάρτητες Αρχές, ή αρνείται να συμμορφωθεί σε αποφάσεις Ανωτάτων Δικαστηρίων, όπως εκείνη της Ολομέλειας του ΣτΕ για τις υποκλοπές. Συχνά δε, επιβάλλει τη θέλησή της με ωμό ή ευθέως αντιθεσμικό τρόπο. Αρκεί να θυμηθεί εδώ κανείς λ.χ. πώς μεταχειρίστηκε η κυβερνητική πλειοψηφία τις εξεταστικές επιτροπές για τις υποκλοπές και την τραγωδία των Τεμπών, τη δημιουργική αριθμητική των 3/5 στη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής για τον ορισμό νέων μελών σε νευραλγικής σημασίας Ανεξάρτητες Αρχές ή, πιο πρόσφατα, την αποφυγή περαιτέρω διερεύνησης τυχόν ποινικών ευθυνών υπουργών σε σχέση με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Η αλήθεια είναι ότι συχνά περιμένουμε μία εξισορρόπηση των πραγμάτων από ευρωπαϊκούς θεσμούς – στοιχείο, πάντως, που καταδεικνύει τη γενικότερη θεσμική ανεπάρκεια σε εθνικό επίπεδο. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δείχνουν να επιμένουν και πολύ καλά κάνουν, δικαιώνοντας έτσι και την κομβική επιλογή του ιδρυτή της σημερινής κυβερνητικής παράταξης, του Κωνσταντίνου Καραμανλή, να μας προσδέσει στο ευρωπαϊκό άρμα, μεταξύ άλλων και για να διασφαλιστεί στον τόπο η θεσμική ευστάθεια και η δημοκρατική ομαλότητα. Όσο και αν αυτή η πραγματικότητα ενοχλεί κάποια κορυφαία κυβερνητικά στελέχη, που κλιμακώνουν τελευταία την αντιευρωπαϊκή ρητορική τους. Δυστυχώς, φαίνεται ότι υπό συγκεκριμένες περιστάσεις εκμηδενίζεται η απόσταση από το «Μένουμε Ευρώπη» στο «Καταγγέλλουμε Ευρώπη».
Όπως έχω γράψει και με άλλη αφορμή, Μείναμε και Μένουμε Ευρώπη, πρωτίστως διότι θέλουμε να ανήκουμε σε μία κοινότητα κρατών, όπου η προάσπιση της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του κράτους δικαίου συνιστά προτεραιότητα. Όπου, επίσης, τα δικαιώματα και οι χρηματοδοτήσεις συνοδεύονται από υποχρεώσεις. Εφόσον δε μία πολιτική δύναμη πιστεύει πραγματικά στο Μένουμε Ευρώπη, δεν μπορεί να λειτουργεί επιλεκτικά: δεν μπορεί λ.χ. να απολαμβάνει από τη μια την παρεχόμενη οικονομική βοήθεια (βλ. Ταμείο Ανάκαμψης κοκ), αλλά από την άλλη να κλείνει τα αυτιά της ερμητικά όταν της επισημαίνονται σοβαρές θεσμικές αρρυθμίες ή οικονομικές ατασθαλίες. Αντί να πυροβολούμε τον αγγελιοφόρο, καλύτερα να διαβάζουμε προσεκτικά και νηφάλια το μήνυμά του.
Για να εξασφαλιστεί μία σχετική ισορροπία και κυρίως να αποτραπεί η επέκταση των κυβερνητικών αυθαιρεσιών, θα πρέπει να στηριχθούν όλοι εκείνοι οι θεσμοί, εθνικοί και υπερεθνικοί, που ελέγχουν την εξουσία και καλούν σε λογοδοσία, διαφάνεια και εν γένει σεβασμό των βασικών αρχών ενός σύγχρονου κράτους δικαίου. Από τον θεσμό της Διαύγειας, τις Ανεξάρτητες Αρχές και την ερευνητική δημοσιογραφία μέχρι την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την Επιτροπή, κοκ. Προς αυτήν την κατεύθυνση συμβάλλει και η σημερινή τοποθέτηση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων σε σχέση με τον θεσμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, όπου υπογραμμίζεται, μεταξύ άλλων, ότι οι απειλές για κατάργηση του θεσμού συνιστούν «ευθεία παρέμβαση σε δικαιοδοτικό έργο».
Συγχρόνως, όμως, χρειάζεται και η διαρκής επαγρύπνηση όλων των ενεργών πολιτών. Ένας επικίνδυνος μιθριδατισμός, με συνεχείς θεσμικές και άλλες εκπτώσεις, βρίσκεται ήδη στο κατώφλι της πόρτας μας.