Η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τις θέσεις που διατυπώνονται, αλλά από τη συνέπεια με την οποία αυτές αντέχουν στη δοκιμασία της πραγματικότητας. Στην περίπτωση του Ευρωβουλευτή Κώστα Αρβανίτη, η εναλλαγή μεταξύ της καταγγελίας περί «πειραγμένων εκλογών» και της επίκλησης «αλλοίωσης συνειδήσεων» δεν αποτελεί απλώς μια επικοινωνιακή αστοχία. Συνιστά μια καθαρή πολιτική επικίνδυνη γραμμή: την άρνηση αποδοχής της ήττας ως πολιτικού γεγονότος.
Διότι εδώ δεν έχουμε μια υπερβολή της στιγμής. Έχουμε μια στρατηγική υπεκφυγής. Όταν λες «πειραγμένες εκλογές», δεν κάνεις κριτική — αμφισβητείς τη δημοκρατική νομιμοποίηση. Όταν την επόμενη ημέρα μιλάς για «αλλοίωση συνειδήσεων», δεν διορθώνεις — μεταθέτεις το πρόβλημα από τους θεσμούς στους πολίτες. Στην πρώτη εκδοχή φταίει το σύστημα. Στη δεύτερη, η κοινωνία. Σε καμία, όμως, δεν φταίει η πολιτική σου θέση.
Αυτή η πολιτική πρακτική δεν είναι καινούργια. Είναι η βαθιά ριζωμένη πολιτική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ στις περιόδους ήττας, δηλαδή ότι η πραγματικότητα δεν αμφισβητείται με επιχειρήματα, αλλά ακυρώνεται με υπαινιγμούς. Το 2019, η εκλογική αποδοκιμασία βαφτίστηκε «επικοινωνιακή στρέβλωση». Το 2023, αντί να υπάρξει μια ουσιαστική αποτίμηση της ανερμάτιστης κυβερνητικής του θητείας 2015-2019 και της αντιπολιτευτικής λαϊκιστικής στρατηγικής του, επαναφέρει την ίδια εύκολη απάντηση: κάποιος άλλος φταίει.
Όμως αυτή η «εύκολη απάντηση» έχει βαρύ πολιτικό κόστος. Πρώτον, διαβρώνει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Στην δημοκρατία, η αμφισβήτηση της εκλογικής διαδικασίας δεν είναι σκληρή αντιπολίτευση — είναι θεσμική ανευθυνότητα. Δεύτερον, απαξιώνει την ίδια την κοινωνία. Η ιδέα ότι οι πολίτες «αλλοιώνονται» όταν δεν επιβεβαιώνουν ένα πολιτικό αφήγημα, δεν είναι κριτική· είναι άρνηση της λαϊκής ετυμηγορίας.
Το φαινόμενο δεν είναι αμιγώς ελληνικό. Από τη ρητορική του Trump μετά τις εκλογές του 2020 έως ανάλογες πρακτικές σε άλλες δημοκρατίες, η μετατροπή της ήττας σε «κλοπή» αποτελεί πλέον διεθνές αντιδημοκρατικό μοτίβο πολιτικής αποτυχίας. Η διαφορά είναι ότι σε ώριμα πολιτικά συστήματα αυτή η πρακτική αναγνωρίζεται ως απόκλιση — όχι ως αποδεκτή μορφή αντιπολίτευσης.
Στην Ελλάδα, όμως, η επανάληψη τέτοιων σχημάτων έχει μια πρόσθετη διάσταση: τροφοδοτεί τον ήδη υπάρχοντα κυνισμό. Όταν κάποιοι πολιτικοί ή πολιτικός φορέας αφήνουν υπαινιγμούς περί νοθείας ή χειραγώγησης, νομιμοποιούν μια γενικευμένη δυσπιστία που δεν στρέφεται μόνο κατά των αντιπάλων τους, αλλά κατά του ίδιου του δημοκρατικού πολιτικού συστήματος.
Τα παραδείγματα είναι αποκαλυπτικά. Η συζήτηση για το μιντιακό περιβάλλον, όσο βάσιμη κι αν είναι σε επιμέρους σημεία, μετατρέπεται σε καθολική εξήγηση των εκλογικών αποτελεσμάτων. Η επίκληση «μηχανισμών» και «συστημάτων» υποκαθιστά την ανάλυση πολιτικών επιλογών που απομάκρυναν κοινωνικά στρώματα. Η ευθύνη εξαφανίζεται — και μαζί της εξαφανίζεται και η δυνατότητα πολιτικής ανασυγκρότησης.
Η ουσία, όμως, είναι απλή και σκληρή: στη δημοκρατία, οι εκλογές δεν είναι διαπραγματεύσιμες. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι δυσάρεστο, μπορεί να είναι άδικο πολιτικά για κάποιον, μπορεί να απαιτεί βαθιά επανεξέταση στρατηγικής. Δεν μπορεί, όμως, να ακυρώνεται επειδή δεν εξυπηρετεί ένα αφήγημα.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα. Η μετατροπή της ήττας σε συνωμοσία δεν προστατεύει την πολιτική ταυτότητα· την απογυμνώνει. Δεν ενισχύει την αντιπολίτευση· την ακυρώνει. Δεν ανοίγει δρόμο επιστροφής· τον κλείνει.
Τελικά, το ζήτημα δεν είναι τι είπε ο Κώστας Αρβανίτης. Το ζήτημα είναι τι αποκαλύπτει αυτή η στάση: μια πολιτική κουλτούρα που αδυνατεί να αποδεχθεί ότι η κοινωνία δεν την επιλέγει — και γι’ αυτό επιλέγει να αμφισβητήσει είτε τους κανόνες είτε τους πολίτες.
Αλλά η δημοκρατία δεν λειτουργεί με υπαινιγμούς. Λειτουργεί με ευθύνη. Και η ευθύνη, όσο δύσκολη κι αν είναι, αρχίζει από κάτι στοιχειώδες: την αποδοχή της ήττας ως πραγματικότητας — όχι ως άλλοθι.