Στις διακηρύξεις, τα περισσότερα κόμματα συμφωνούν, ότι:
Η φιλελεύθερη δημοκρατία, πρέπει να εγγυάται το κράτος δικαίου. Η οικονομία της αγοράς πρέπει να στηρίζει την βιώσιμη ανάπτυξη, να εγγυάται το κοινωνικό κράτος, την κοινωνική συνοχή και την περιφερειακή σύγκλιση.
Όμως, στις δημόσιες, αλλά και στις ιδιωτικές συζητήσεις, υπάρχει ένα διαχρονικό ερώτημα: Γιατί το πολιτικό σύστημα της χώρας απέτυχε να οργανώσει το Ελληνικό Κράτος, παρά τις προσπάθειές από την ίδρυσή του τον 19ο αιώνα, στα δυτικά ορθολογικά πρότυπα;
Μια ουσιαστική απάντηση, θα βοηθήσει να κατανοήσουμε τις γενεσιουργές αιτίες και ότι, ουσιαστική διέξοδο από την πολύπλευρη κρίση μπορεί να δώσουν μόνο, μια νέα φιλοσοφία και δομή του Εθνικού Κράτους και μια νέα σχέση με το πολιτικό σύστημα..
Φιλελεύθερη δημοκρατία σημαίνει διακυβέρνηση με συναίνεση στις βασικές αρχές λειτουργίας της.
Για να λειτουργήσει η σχέση συναίνεσης και εναντίωσης δημιουργικά, πρέπει οι πολίτες να τοποθετήσουν την πίστη τους στην δημοκρατική πολιτεία και τον νόμο, πάνω από τις σχέσεις τους με το κόμμα τους, την συντεχνία τους, την θρησκεία τους, την περιοχή τους.
Πρέπει να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στους ανθρώπους και τους θεσμούς του δημοσίου συμφέροντος, να επανασυνδεθεί το πολιτικό σύστημα με τα αιτήματα της κοινωνίας.
Αυτά, είναι πρωτίστως ευθύνη των πολιτικών και οικονομικών ελίτ, Διαφορετικά, απογοητεύουν και θυμώνουν τους πολίτες, εντείνουν την αναξιοπιστία τους, ανοίγουν τον δρόμο σε ακραίους δημαγωγούς και εκτροπές. Ευτυχώς δεν έχουμε φθάσει σε αυτό το όριο, ακόμη.
Αξιοκρατία και εντιμότητα, πρέπει να είναι τα κριτήρια επιλογής των πολιτικών εκπροσώπων.
Η αποδοτική διακυβέρνηση εξαρτάται και από την αξιοσύνη μιας αξιοκρατικής, έντιμης και αποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης.
Τα άτομα που εργάζονται στην δημόσια διοίκηση πρέπει να είναι πιο πιστά στο κράτος, παρά στο κόμμα, τον πολιτικό πάτρωνα και στην οικογένειά του.
Το σύγχρονο κράτος, είναι μεταξύ άλλων και, ένας μηχανισμός που προσφέρει ασφάλεια στους πολίτες απέναντι σε κινδύνους, όπως την αρρώστια, την διάρκεια ζωής, την σύνταξη, την ανεργία, την φτώχεια, που δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν μόνοι τους, ειδικά όταν δεν ανήκουν στους οικονομικά ισχυρούς.
Για τους λόγους αυτούς, οι μεγάλες αλλαγές στο κράτος είναι η αναγκαία συνθήκη για την ταχύτερη έξοδο από την κρίση, την ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή.
Οι θεωρίες, ότι το εθνικό κράτος δεν χρειάζεται, ή δεν μπορεί, ή δεν πρέπει να έχει ουσιαστικό ρόλο στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, δεν ευσταθούν. Πρέπει να επαναθεμελιώσουμε τις δημόσιες αξίες ενός νέου κράτους δικαίου, ενός ισχυρού κοινωνικού κράτους και μιας αποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης.
Πρέπει να αναπροσδιορίσουμε τις σχέσεις του Εθνικού κράτους και τις σχέσεις του με τους υπερεθνικούς οργανισμούς και τις διεθνείς αγορές. Η έκθεση Ντράγκι τα τονίζει όλα αυτά με μεγάλη έμφαση.
Πρέπει να δούμε πιο αποφασιστικά τα θέματα ασφάλειας του κράτους και των πολιτών.
Το νέο κράτος πρέπει να είναι ανταγωνιστικό παραγωγικό και ταυτόχρονα κοινωνικό.
Η απαξίωση της δημόσιας διοίκησης, από το πολιτικό σύστημα, το συνδικαλιστικό κίνημα, αλλά και από ένα μεγάλο μέρος των δημοσίων υπαλλήλων, δεν είναι μόνο Ελληνικό φαινόμενο. Στη χώρα μας όμως έλαβε σχεδόν καταστρεπτικές διαστάσεις, ειδικά στα χρόνια των μνημονίων.
Αυτό, έγινε η αφορμή, πολλές φορές η πρόφαση, να μεταφερθούν οι ουσιαστικές αποφάσεις του δημοσίου στους ποικιλώνυμους Τεχνικούς Συμβούλους, δηλαδή Ιδιωτικές Εταιρείες Συμβούλων, ελληνικές και ξένες. Κορύφωση αυτών των επιλογών, είναι το Υπερταμείο, το ΤΑΙΠΕΔ, ο ΟΠΕΚΕΠΕ, το αδιαφανές θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας τους και η σχέση τους με τις Ιδιωτικές Εταιρείες-Τεχνικούς Συμβούλους. Ο Πρωθυπουργός και οι Υπουργοί, μπορεί να δίνουν τις κατευθύνσεις των επιλογών, όμως στο τέλος, τυπικά εγκρίνουν τις αποφάσεις τους, τις οποίες τις περισσότερες φορές, ούτε που τις καταλαβαίνουν. Με τι γνώσεις και εμπειρίες να καταλάβει κάποιος, μια Σύμβαση Παραχώρησης ενός αυτοκινητόδρομου ή ενός λιμανιού, με τα πολύπλοκα μαθηματικά μοντέλα και τους αλγορίθμους, όταν μάλιστα οι αρμόδιες υπηρεσίες του δημοσίου, οι σύμβουλοι των κυβερνητικών αξιωματούχων, δεν έχουν ενισχυθεί με δυναμικό ανάλογων γνώσεων;
Ενώ, σε πολλές περιπτώσεις, οι μετακλητοί σύμβουλοί τους είναι στελέχη ιδιωτικών εταιρειών, το φαινόμενο με τις «κυλιόμενες πόρτες», όπως το αποκαλούν στις ΗΠΑ.
Η εξέλιξη αυτή, έχει οδηγήσει, στην ιδιωτικοποίηση του κράτους και των δημόσιων φορέων, σε μεγαλύτερη διαφθορά και κατασπατάληση του δημόσιου πλούτου και των Κοινοτικών Πόρων.
Μπορεί στα 10 περίπου χρόνια των μνημονίων, την απώλεια του 25% του ΑΕΠ, αποτέλεσμα άνισων απωλειών, να λύθηκε το δολοφονικό δίδυμο έλλειμμα, δημοσιονομικό και των τρεχουσών συναλλαγών (Εξαγωγές-εισαγωγές), δεν λύθηκαν όμως οι βασικές παθογένειες της πολιτικής και της διοίκησης, δεν βελτιώθηκε σημαντικά η παραγωγικότητα της οικονομίας και, φυσικά δεν είδαμε καμιά αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου.
Οι κυβερνήσεις της ΝΔ μετά το 2019, έχασαν πολλές ευκαιρίες και χρόνο. Είχαν την κοινωνική και πολιτική υποστήριξη, αδύναμη αντιπολίτευση, απρόβλεπτα υψηλούς πόρους (Κοινοτικούς, εθνικούς και ιδιωτικούς), δεν το έκαναν, όμως. Ακολούθησαν δογματικά τον δρόμο που υπέδειξαν οι μεγάλες αγορές, χρήματος, ενέργειας, επικοινωνίας, κατασκευών, λιανικής, υγείας. Το δρόμο της μονομερούς δημοσιονομικής σταθερότητας, που η συγκυρία προσέφερε, αγνοώντας την αναγκαιότητα αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου, τις χρηματοδοτικές προτεραιότητες, τις διαρθρωτικές αλλαγές που αλλάζουν το αναπτυξιακό μοντέλο, το κάνουν βιώσιμο και παραγωγικό, ενισχύουν την κοινωνική συνοχή και την περιφερειακή σύγκλιση.
Ο πλούτος που δημιουργείται είναι συγκυριακός, συγκεντρώνεται σε λιγότερα χέρια και περιοχές, κυρίως το λεκανοπέδιο Αττικής, δημιουργεί μεγάλες κοινωνικές και περιφερειακές ανισότητες.
Ποιες οι απαντήσεις του πολιτικού προσωπικού και των κομμάτων;
Το πολιτικό προσωπικό της χώρας μας, είναι αδύναμο πολιτικά, ηθικά και μορφωτικά, εκτός μικρών εξαιρέσεων, έχει αποδεχτεί την επικυριαρχία των ισχυρών οικονομικών ομίλων, που δρουν κοντόφθαλμα και αλαζονικά, χωρίς ισχυρή εθνική συνείδηση.
Τα προγράμματα που παρουσιάζουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης, είναι αποσπασματικά, γενικόλογα, μερικές φορές κατάλογος αντιφατικών αιτημάτων, που μπορεί να ακούγονται ευχάριστα από τις επί μέρους ομάδες πολιτών, δεν πείθουν όμως, ότι είναι μελετημένο σχέδιο, γιατί, δεν έχουν συνοχή, συνολικό αφήγημα, σαφείς στόχους και προτεραιότητες.
Τις γραφειοκρατικές ομάδες, που διοικούν τα κόμματα, τις ενδιαφέρει πρωτίστως η συντήρησή τους.
Η ανακατανομή των κομματικών συσχετισμών που φέρνουν τα νέα κόμματα, δεν φαίνεται να ανατρέπουν την ζοφερή και αδιέξοδη πραγματικότητα.
Μια νέα κρίση είναι κοντά.