Σεισάχθεια της λογικής,…

Γιάννης Τσαμουργκέλης 13 Αυγ 2012

Το τραπεζικό ολιγοπώλιο αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες δημιουργίας και αναπαραγωγής της ελληνικής κρίσης. Παραδοσιακά υψηλά περιθώρια κέρδους, που δεν δικαιολογούνται από τα δεδομένα στις άλλες χώρες μέλη της ΕΕ, χρηματοδοτήσεις βασισμένες σε μη ορθολογικά τραπεζικά κριτήρια αλλά σε πελατειακά πολιτικά κυκλώματα, και πριμοδότηση του οικονομικού κύκλου χωρίς πρόνοια ισορροπίας αλλά με κριτήριο την εκμετάλλευση της φούσκας. Από την άλλη, στην περίοδο της κρίσης, η επιλογή του τραπεζικού συστήματος ήταν η περιχαράκωση έναντι των αναγκών της πραγματικής οικονομίας. Τα επιτόκια έφθασαν σε μοναδικά ύψη, με μέριμνα ακόμα μεγαλύτερης ανόδου των περιθωρίων κερδοφορίας των ίδιων των τραπεζών, οι νέες χρηματοδοτήσεις έχουν από καιρό πάψει, ενώ ουσιαστικά διανύουμε εδώ και καιρό, περίοδο μείωσης των υφιστάμενων χρηματοδοτήσεων. Οι όποιες ρυθμίσεις δανείων, ήταν «αμυντικές», για να περισώσουν ό,τι μπορεί να περισωθεί από την προοπτική κερδοφορίας των τραπεζών και όχι «επιθετικές», με στρατηγική ανάκαμψης της πραγματικής οικονομίας, ώστε εν τέλει να ανακάμψουν σε υγιή βάση τα κέρδη των ίδιων των τραπεζών. Αποτέλεσμα, η αναπαραγωγής της κρίσης. Επιχειρήσεις στη δίνη της χρεοκοπίας και του εξοστρακισμού από τις αγορές, λόγω προβλημάτων ρευστότητας. Περιουσίες να απαξιώνονται διαρκώς από τη δυναμική της μείωσης τιμών, λόγω της στασιμότητας των αγορών και της υπερβάλλουσας προσφοράς. Τραπεζικά κέρδη σε δίνη μείωσης, εξαιτίας των αυξανόμενων επισφαλειών είσπραξης των οφειλόμενων, αλλά και της απαξίωσης των εξασφαλίσεών τους.

Έναντι αυτής της προοπτικής, το ζητούμενο είναι να βρεθεί η ανασύνταξη του τραπεζικού συστήματος, ώστε να συμβάλλει στην ανάπτυξη της οικονομίας και της κοινωνίας. Και μια τέτοια ανασύνταξη κατευθύνεται από ένα βασικό κριτήριο. Το φθηνό χρήμα που θα είναι εξίσου προσβάσιμο από τον πλούσιο και το φτωχό, το μεγάλο και το μικρό επιχειρηματία. Μόνη διέξοδος προς αυτήν την κατεύθυνση, είναι να ληφθούν μέτρα που θα αυξάνουν τον ανταγωνισμό και θα αναβαθμίζουν την εποπτεία του συστήματος. Περισσότερες τράπεζες, πιο σωστά οργανωμένες, που δεν θα εκμεταλλεύονται τη δεσπόζουσα θέση τους στη λειτουργία του συστήματος για να τροφοδοτούν ειδικά συμφέροντα, είτε αυτά αφορούν προνομιακά δανειζόμενους αλλά ούτε και προνομιακά αμειβόμενους. Μη «μυωπικές» τραπεζικές διοικήσεις που να ενθαρρύνουν τη χρηματοδοτική στήριξη της καινοτομίας και του νεωτερισμού έναντι των ημετέρων (name lending κλπ) και των ενεχύρων. Το αμέσως επόμενο κριτήριο που διαπλέκεται με το πρώτο, είναι αυτό της ασφάλειας και της ευστάθειας του τραπεζικού συστήματος. Ένα ανταγωνιστικό αλλά επισφαλές τραπεζικό σύστημα, που ενέχει ισχυρές πιθανότητες χρεοκοπίας, δημιουργεί κινδύνους για την εξασφάλιση των καταθέσεων και άρα των αποταμιεύσεων των πολιτών. Και στα δύο αυτά ζητούμενα, καταλυτικός είναι ο ρόλος της εποπτείας, του θεσμικού πλαισίου και της φερεγγυότητας των εποπτικών φορέων. Όλα αυτά τα θέματα αποτελούν τις σύγχρονες προκλήσεις της προοδευτικής αριστεράς. Και είναι η διευθέτηση αυτών των προκλήσεων που συγκροτούν την απάντηση στα στρατηγικά ζητήματα μιας νέας οικονομικής και κοινωνικής αναπτυξιακής συνοχής. Ομού με το σχεδιασμό των άμεσων μέτρων στήριξης των αδύναμων εισοδηματικά πολιτών και των επισφαλών επιχειρήσεων. «Οριζόντιες» παραχωρήσεις κουρέματος χρεών που καλύπτουν εξίσου αυτούς που έχουν πραγματική ανάγκη στήριξης, όσο και εκείνους που μονίμως κρύπτουν τα εισοδήματά τους, παραοικονομώντας και φοροδιαφεύγοντας δεν συνάδουν με την αριστερά. Διαγραφές χρεών που θα δημιουργήσουν νέες επιβαρύνσεις (άμεσες ή έμμεσες) στους συνήθεις φορολογούμενους, συνιστούν ευθεία μεταβίβαση πλούτου στους εξίσου συνήθεις «εξυπνάκηδες» και «αεριτζήδες» του συστήματος. Είναι αυτός ο λόγος της σύγχρονης προοδευτικής αριστεράς; Είναι αυτή η απάντηση που αναμένει ο εργαζόμενος που αισθάνεται και είναι θύμα ενός ταξικού συστήματος που υπηρετεί αποκλειστικά το παρασιτικό κεφάλαιο; Άραγε, δεν γνωρίζει η προοδευτική αριστερά τη στρωματική και ταξική διάρθρωση της οικονομίας, το εύρος του παρασιτισμού, την κοινωνική διαστρωμάτωση της φοροδιαφυγής; Άραγε δεν ξέρει η προοδευτική αριστερά πώς να διεκδικήσει και να σχεδιάσει ένα σύστημα πραγματικής ελάφρυνσης αυτών που πραγματικά το έχουν ανάγκη, μια σεισάχθεια που όντως θα άρει τα βάρη από αυτούς που τα σηκώνουν; Ή μήπως η πραγματικά προοδευτική αριστερά δεν έχει πάρει ακόμα το λόγο; Μάλλον το τελευταίο. Αυτό που βιώνουμε το τελευταίο διάστημα, είναι η αριστερά ενός παραληρηματικού αγενή λαϊκισμού, που ικανοποιεί τους πάντες, σε ένα σύστημα που οικοδόμησε τις μεγαλύτερες ταξικές ανισότητες εν ονόματι της εξυπηρέτησης των πάντων. Χωρίς κριτήρια και συνεχή αξιολόγηση. Χωρίς αξίες, προτεραιότητες, αρχές. Τα οικονομικά βάρη που επιβάλλει η χρήση της κοινής λογικής στο σχεδιασμό μιας δίκαιης και αναπτυξιακής προοπτικής για την ελληνική οικονομία και κοινωνία, δεν μπορεί να θυσιάζονται στο όνομα της εκ νέου και εξ αριστερών εξυπηρέτησης των γνωστών ειδικών συμφερόντων, με κριτήριο ότι κουβαλούν πολλές ψήφους. Η σεισάχθεια του έλλογου δεν μπορεί να αποτελεί το θυσίασμα για την πολιτική επιτυχία μιας εύθραυστης κοινωνικής συμμαχίας πραγματικά αδικημένων ομού και αγύρτηδων. Οι καιροσκοπισμοί έχουν βραχύ χρονικό ορίζοντα και δυστυχώς πληρώνονται ακριβά από όλους και όχι μόνο από τους καιροσκόπους.

.

Ο Γιάννης Τσαμουργκέλης είναι Διδάκτωρ της Οξφόρδης  και Επίκουρος Καθηγητής της Διεθνούς Οικονομικής στο Παν/μιο του Αιγαίου. Έχει διατελέσει ανώτερο διευθυντικό στέλεχος στο χρηματοπιστωτικό τομέα. Email:i.tsam@aegean.gr