Ελληνική Εξωτερική Πολιτική

Λυκούργος Χατζάκος 29 Φεβ 2012

Μέρος πρώτο

Η έξοδος από την κρίση, δεν επέρχεται ως θεία ανταμοιβή για τα όσα δεινά πέρασε ο λαός. Η έξοδος από την κρίση, είναι αποτέλεσμα απαραίτητων θυσιών, αλλά και ορθολογικού σχεδιασμού και συνεπών δράσεων. Ταυτοχρόνως, απαιτεί και την αξιοποίηση ή μάλλον πρωτίστως την κινητοποίηση όλων των δυνατοτήτων και των «εργαλείων» που προσφέρονται. Πιστεύω ατράνταχτα ότι ένα από τα βασικότερα αυτά, εργαλεία είναι η ενεργοποίηση και αξιοποίηση των εξωτερικών σχέσεων και των δυνατοτήτων που εξ αυτής παρέχονται. Πολλές δημοσιεύσεις υποστηρίζουν την άποψη, ότι η εξωτερική πολιτική αποτελεί σημαντικό εργαλείο για την έξοδο από την κρίση και επισημαίνουν την ζωτική σημασία της ανάγκης σχεδιασμού νέας στρατηγικής, απαλλαγμένης από εμμονές και αλυτρωτισμούς. Ίσως κάποιοι το θεωρήσουν και συβαριτισμό εντός του πλαισίου της σημερινής δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, αλλά, η θέση αυτή, δικαιώνεται από τα γεγονότα και προσωπικά, την ενστερνίζομαι ανεπιφύλακτα. Εάν η χώρα είχε δημιουργήσει ισχυρές και συμπαγείς συμμαχίες στην διεθνή σκηνή και ειδικότερα στο περιβάλλον της Ε.Ε., οι κακόβουλοι επικριτές μας θα είχαν και περιορισμένο ακροατήριο και μη ανεκτικό, στις αχαρακτήριστες δηλώσεις τους. Ακόμη, οι αντιδράσεις των πολιτών στην Ευρώπη και η αναπτυσσόμενη υπέρ της Ελλάδας κινητικότητα των τελευταίων ημερών θα μπορούσε να είναι πιο συντεταγμένη. Επίσης, εάν εγκαίρως είχαμε επιλύσει εκκρεμή θέματα με τις όμορες χώρες, προφανώς, θα είχε δημιουργηθεί ένας φίλιος χώρος που εν δυνάμει θα συνέβαλλε αποτελεσματικά στην προσπάθεια ανασύνταξης της ελληνικής οικονομίας;

Πρέπει, πάντοτε, να συγκρατείται, ότι τα κράτη παύουν να σχεδιάζουν εξωτερική πολιτική, μόνον όταν παύουν να υφίστανται. Όσον διατηρούν την οντότητά τους, έστω και υπό συνθήκες δυσχέρειας, αποτελούν δρώντα οργανισμό του διεθνούς συστήματος. Αυτό προβάλλει ως πολύ μεγαλύτερη απαίτηση στην σημερινή εποχή της παγκόσμιας κοινωνίας (την παγκοσμιοποίηση είναι θεμιτό κανείς να την κρίνει, να την δέχεται ή να την απορρίπτει, δεν μπορεί όμως να την αρνείται ως υφιστάμενη πραγματικότητα).

Επομένως, η προσπάθεια εξευρέσεως αναπτυξιακών λύσεων και ανόρθωσης της οικονομίας, συνδέεται άμεσα και υποβοηθείται καταλυτικά από την εφαρμογή μιας ορθολογικά σχεδιασμένης πολιτικής διεθνών σχέσεων της χώρας. Βρισκόμαστε στο κρίσιμο, εκείνο σημείο, όπου, πρέπει, να αναθεωρήσουμε στρατηγικές επιλογές και να θέσουμε νέους, ρεαλιστικούς-εφικτούς στόχους, να αναπροσαρμόσουμε την τακτική μας υπό την ύπαρξη νέων δεδομένων, να αναλύσουμε τα σφάλματα και να αναζητήσουμε θεραπείες, ενώ, ταυτόχρονα, απαιτείται η μεγιστοποίηση των θετικών παραγώγων από την ορθολογική αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων μας, προκειμένου να επιτύχουμε τους στόχους ή να διατηρήσουμε τα ήδη κεκτημένα και να διευρύνουμε τους ορίζοντες συνεργασιών και επικοινωνίας με το εξωτερικό περιβάλλον, είτε αυτό της εγγύς γειτονίας είτε το απώτερο. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που δεν πρέπει να αποδεχθούμε, είναι η απραξία, η αδράνεια και η παρατήρηση . . . διερχομένων αμαξοστοιχιών.

Η αποστολή την οποία η εξωτερική πολιτική οφείλει να υπηρετεί πολλαπλούς στόχους. Μεταξύ άλλων, αυτούς της δημιουργίας περιβάλλοντος ασφαλείας για τους πολίτες με την ανάπτυξη στρατηγικής η οποία θα δημιουργεί ευκαιρίες με παράλληλες ενέργειες αποτροπής και άρσης των δυσκολιών· την διασφάλιση της καλύτερης δυνατής θέσεως στο παγκόσμιο περιβάλλον. Η επιτυχία των όλων στόχων, προϋποθέτει την κατανόηση και αξιοποίηση των αλλαγών στο διεθνές τοπίο και την επιλογή λύσεων με στόχο την συγκρότηση συμμαχιών και την δημιουργία ευρύτερου κύκλου υποστηρικτών, ο οποίος θα λειτουργήσει ως αντίβαρο έναντι των ανταγωνιστών μας.

Τούτο συνεπάγεται μεταξύ, άλλων και τον απεγκλωβισμό μας από την μονοδιάστατη θεώρηση, Ευρωπαϊκής και μόνον, οπτικής. Τολμώ να πω ότι η αντίληψη αυτή, σε κάποιο βαθμό, λειτούργησε ακυρωτικά στην ουσία του ρόλου ενός Κ-Μ της Ε.Ε., έστω και αυτού, των ελληνικών μεγεθών. Είναι αυτονόητο, πως κράτη μειωμένης, χωρικής κυριαρχίας -για οιονδήποτε λόγο και αν αυτό συμβαίνει-, δεν έχουν μεγάλα περιθώρια επιλογών και ελιγμών· από μόνη της η ένταξη σε μία γεωπολιτική ενότητα όπως η Ε.Ε. συνεπάγεται αυτομάτως την αποδοχή εκχωρήσεως κυριαρχικών δικαιωμάτων, εντάσσοντας και προσαρμόζοντας τον εθνικό σχεδιασμό σε μία κοινή πολιτική· αυτό δεν σημαίνει επικυριαρχία κέντρων, άλλων, έξω από εκείνο της λήψης αποφάσεων σε εθνικό επίπεδο -καθώς η ένταξη στην ενότητα αυτή, προέκυψε με την συναίνεση του κράτους-μέλους-, αλλά προσαρμογή του εθνικού προσδοκώμενου αποτελέσματος στην κοινή προσπάθεια. Συνακόλουθα, δεν πρέπει να εγκαταλείπεται η επιδίωξη προσεγγίσεως και αναπτύξεως σχέσεων και συναλλαγών με τρίτες χώρες, αλλά και η περαιτέρω καλλιέργεια των ήδη υπαρχόντων.

Η Ελλάδα, τόσον από γεωπολιτική όσο και από ηθική οπτική, αποτελεί έναν ιδιαίτερο κρίκο στο Παγκόσμιο σύστημα. Ως εκ συστάσεως, είναι αμιγώς Εθνικό Κράτος και το δεδομένο αυτό, συνεπάγεται πλεονεκτήματα -κυρίως αυτό της εσωτερικής συνοχής-, αλλά και σημεία τα οποία πρέπει να διαχειρισθεί προσεκτικά και να αναλύσει με σύγχρονα εργαλεία, αντλώντας ιδέες από την διαχείριση την οποία κάνουν ορισμένα νεώτερα, πολυπολιτισμικά και πολυεθνικά κράτη. Είναι ευνόητο, ότι ένα Κ-Μ της Ε.Ε. λειτουργεί ως τμήμα ενός συνόλου, μιας ομάδας, δίχως να αφίσταται της οντότητάς του. Συνεπώς, είναι αναγκαίο και πολλαπλά χρήσιμο τα διεθνή ζητήματα να αναλύονται και να εξετάζονται υπό το πρίσμα παγκόσμιας θεώρησης και όχι μεμονωμένα· τούτο, προσδίδει, αν μη τι άλλο, πολλαπλές δυνατότητες επιλογών και συγκρότησης συμμαχιών στο σύγχρονο διεθνές περιβάλλον. Προαπαιτούμενο είναι η ύπαρξη εθνικού σχεδιασμού, ο οποίος θα υπηρετείται με συνέχεια και συνέπεια από τα θεσμικά όργανα στα οποία έχει ανατεθεί η ευθύνη εφαρμογής της πολιτικής και της εν γένει διαχειρίσεως των διεθνών υποθέσεων της χώρας.

Ατυχώς και για ακατανόητους λόγους, το ελληνικό ΥΠΕΞ, υποβάθμισε το ΕΚΑΣ ειδικά κατά τη τελευταία 5ετία-6ετία καθώς και την Επιτροπή Διαχειρίσεως Κρίσεων και το κενό είναι εμφανές· αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι η ΕΕΠ , μετά τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου, αιφνιδιάστηκε και η ανυπαρξία αναλυτικών δομών, αποστέρησαν την δυνατότητα εξευρέσεως εγκαίρων απαντήσεων και ισορροπιών στην νέα εποχή καθώς και λύσεις σχετικά με τα καινούρια προβλήματα που ανέκυψαν από την πτώση της ΕΣΣΔ και των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης. Δεν έγινε καμία κίνηση για την δημιουργία κάποιων think tanks, πλην κάποιων κομματικά εξαρτώμενων φορέων, οι οποίοι όμως μάλλον άλλους σκοπούς εξυπηρέτησαν και καλούνται να εξυπηρετήσουν παρά τον σκοπό της παραγωγής ιδεών και μελετών με πρακτικό αποτέλεσμα, εις τρόπον ώστε να χρησιμοποιηθούν για τον σχεδιασμό πολιτικής για την στρατηγική της χώρας στον διεθνή στίβο. Είναι δε και ελεγχόμενη η κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος σε διάφορες Μ.Κ.Ο., οι οποίες ουδέν μπόρεσαν να κεφαλαιοποιήσουν προς όφελος της χώρας –με την συνέργεια της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου φυσικά. Αυτό είναι ιδιαίτερα λυπηρό, γιατί έχει παραχθεί έργο (Γιουγκοσλαβία, Αλβανία, Κοσσυφοπέδιο, Ιράκ και αλλού). Όμως, αυτό έγινε ασύντακτα, δίχως στόχο και σχέδιο και η πολιτική που ακολουθήθηκε στην μετέπειτα περίοδο, δεν ήταν συμβατή με αυτές τις προσπάθειες .

Εξ όλου συνειρμού, προβάλλει επιτακτική η ανάγκη άμεσης αναδιαρθρώσεως και προσαρμογής στα νέα δεδομένα, οικονομικά και πολιτικά, όχι μόνον της στρατηγικής και του σχεδιασμού της, αλλά και των θεσμικών οργάνων αναλύσεως και υλοποιήσεως της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, καθώς και το κόστος είναι ένα σημείο στο οποίο πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή, αλλά και η απόδοση πραγματικού αποτελέσματος, πρέπει να μας απασχολήσει ουσιαστικά.

Αν ρίξει κάποιος μια ματιά στο οργανόγραμμα του ΥΠΕΞ, θα αποκομίσει την αίσθηση πως η ίδρυση και διατήρηση Αρχών Εξωτερικού, έχει γίνει με στόχο την εξυπηρέτηση των διπλωματικών υπαλλήλων, προκειμένου αυτοί να βρουν μία θέση στην οποία θα εισπράττουν το επίδομα αλλοδαπής. Διερωτώμαι, τι ακριβώς εξυπηρετεί η ύπαρξη 151 Πρεσβειών ή Γενικών Προξενείων, σε χώρες που ούτε τα συμφέροντα της χώρας μας, ούτε η απόσταση, ούτε καν και αυτή η παρουσία ομογένειας δεν δικαιολογεί την διατήρηση δαπάνης για την ύπαρξή τους, ενώ άλλες χώρες με δυνατότητες πολλαπλάσιες αυτών των ελληνικών και αναλογικά με το μέγεθος και τον ρόλο τους στο διεθνές σύστημα, διατηρούν κατά πολύ μικρότερο αριθμό Αρχών στο εξωτερικό. Τι εξυπηρετεί στην Γερμανία, επί παραδείγματι, η ύπαρξη και Πρεσβείας και 4-5 Γενικών Προξενείων, όταν πλέον υπάρχει ο ενιαίος εδαφικός χώρος της Ε.Ε. και η ανάπτυξη του διαδικτύου δίνει την δυνατότητα επιλύσεως θεμάτων διοικητικής φύσεως άμεσα, ταχύτατα και δίχως να απαιτείται η προσωπική προσέλευση του ενδιαφερομένου; (Επ’ αυτού ίσως είναι χρήσιμη η ανάπτυξη προβληματισμού σχετικά με την δημιουργία δύο κατευθύνσεων στην Διπλωματική Ακαδημία, πολιτική και διοικητική). Επιπροσθέτως, δεν είναι άξιον απορίας η διατήρηση Πρεσβειών και στις τρείς χώρες της Βαλτικής, έτι περεταίρω όταν αυτές είναι Κ-Μ της Ε.Ε., ή σε άλλες στην Αφρικανική Ήπειρο; Πρώτο βήμα λοιπόν, πρέπει να είναι ο περιορισμός των Αρχών στον αριθμό των απολύτως απαραιτήτων με την παράλληλη αναβάθμιση της Εσωτερικής Υπηρεσίας, προκειμένου να παρακολουθείται η επικαιρότητα και οι εξελίξεις σε χώρες όπου τα ενδιαφέροντά μας δεν είναι μεν άμεσα, αλλά, συνδέονται με άλλες δραστηριότητες ή στρατηγικές επιδιώξεις. Υπάρχουν και οι παράλληλες διαπιστεύσεις ή η εκχώρηση εκπροσώπησης σε άλλη χώρα της Ε.Ε., πράξεις που θα μειώσουν σημαντικά το κόστος συντήρησης που επωμίζονται ο Έλληνες πολίτες. Αυτό, θα έχει ως ευεργετικές συνέπειες και την εκπροσώπησης σε υψηλότερο επίπεδο αλλά και την αύξηση του αριθμού διαθεσίμων διπλωματικών, προκειμένου να στελεχωθούν κρίσιμες Αρχές, όπου σήμερα παρουσιάζονται κενά.

Συνεπώς, άμεσα είναι απαραίτητη η ενδελεχής επισκόπηση και ιεράρχηση προτεραιοτήτων σχετικά με την παρουσία μας στο εξωτερικό, επί τη βάσει στρατηγικού σχεδιασμού προσαρμοσμένου στην στρατηγική και τους στόχους μας. Αυτό τάχιστα, πριν μας το επιβάλλει κάποιος κύριος Σόϊμπλε ή Τρόϊκα και ερεθίσουν εκ νέου η εθνική υπερηφάνειά μας.

Μια άλλη παράμετρος κρίσιμη και καθοριστική είναι η διαμόρφωση της πολιτικής και της λήψης αποφάσεων, η οποία παράμετρος είναι συνάρτηση της μεθόδου επιλογής τόσο των εισακτέων, όσο και των προαγωγών και τοποθετήσεων των διπλωματικών. Πρέπει να προβούμε στην εφαρμογή συστήματος απηλλαγμένου από τις γενετήσιες παθογένειες της Διοίκησης και κατά το δυνατόν με διακομματική εποπτεία, τουλάχιστον κατά τα αρχικά στάδια εφαρμογής, διότι, δεν είναι σοβαρό και χρήσιμο να τοποθετούνται οι διπλωματικοί με γνώμονα το τι θα ακουστεί ευχάριστα στα αυτιά της πολιτικής ηγεσίας, γιατί από αυτήν εξαρτάται και η τοποθέτηση και η εξέλιξή τους. Αυτή η πρακτική, δημιουργεί περιττές και επαχθείς δυσλειτουργίες στην εκτέλεση της αποστολής του ΥΠΕΞ, αντιπαλότητες μεταξύ των υπαλλήλων, αποσιώπηση σκέψεων και ιδεών που η εφαρμογή ή συνεκτίμησή του θα οδηγούσαν, εν δυνάμει, σε άκρως αποδοτικές μεθόδους διαχείρισης και αποτελέσματα.

Έχω την αίσθηση, ότι πρέπει με πολύ γοργούς ρυθμούς να επανεξετάσουμε τον τρόπο λειτουργίας των θεσμικών φορέων της εξωτερικής πολιτικής μας και να αναβαθμίσουμε ουσιαστικά τον ρόλο των ερευνητικών δομών που αυτή διαθέτει. Παραλλήλως δεν πρέπει να λησμονούμε, ότι καμία πολιτική διεθνών σχέσεων δεν είναι υλοποιήσιμη, εάν δεν υπάρχει η συνέργεια και η αποδοχή της κοινής γνώμης τόσον του κράτους που επιχειρεί να την εφαρμόσει, όσο και του κράτους που είναι ο εν δυνάμει αποδέκτης της. Τούτο συνεπάγεται την αξιοποίηση και ενεργό συμμετοχή των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών –πάντοτε μετά από ουσιαστική και σοβαρή αξιολόγησή τους-, καθώς και την ενίσχυση δημιουργίας ή/και ανάπτυξης ερευνητικών ιδρυμάτων, πέραν από κάθε εξάρτηση με την εκάστοτε πολιτική εξουσία και προστατευμένων από κάθε κρατική παρέμβαση.

Αυτών ο ρόλος θα πρέπει να είναι διττός. Αφ’ ενός να σκοπούν στην ανάλυση και την διαμόρφωση προτάσεων επιλογών πολιτικής, αλλά και παραλλήλως να παράγεται εκπαιδευτικό έργο επί των θεμάτων αυτών, εύληπτο και αξιοποιήσιμο για την επιμόρφωση των πολιτών και την κατανόηση των παραμέτρων που οδηγούν στην Α΄ ή την Β΄ επιλογή.

Συνεχίζεται

.

.


.

.

 

.

[1] Εθνικό Κέντρο Σχεδιασμού Στρατηγικής

.

[2] Ελληνική Εξωτερική Πολιτική

.

[3] Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της Αλβανίας. Κατά την περίοδο της κρίσεως των πυραμίδων, εκτελέσθηκαν προγράμματα από ελληνικές Μ.Κ.Ο., ύψους πολλών εκμ. ECU. Με την πολιτική που ακολουθήθηκε μετέπειτα καθώς και την πολιτική για την μετανάστευση, οι σχέσεις μας με την χώρα αυτή επιδεινώθηκαν σημαντικά.

.

[4] Το κόστος για την διατήρηση μιας Εξωτερικής Αρχής –Πρεσβείας ή Γενικού Προξενείου, περιλαμβάνει εκτός από ενοίκια και λοιπά λειτουργικά έξοδα για τα κτήρια, δαπάνες για την κατοικία του επικεφαλής της αποστολής, δαπάνες μετεγκατάστασης και μετακίνησης, επίδομα αλλοδαπής και άλλα ειδικά επιδόματα για τους διπλωματικούς και διοικητικούς υπαλλήλους, τεχνικούς επικοινωνιών, επιτόπιο προσωπικό κ.λπ.