Η επιστροφή στην πολιτική ως πολιτικό πρόταγμα

Γρηγόρης Φαρμάκης 19 Ιουν 2014

.

Περ? δ? πολιτείας ?ρίστης τ?ν μέλλοντα ποιήσασθαι τ?ν προσήκουσαν ζήτησιν ?νάγκη διορίσασθαι πρ?τον τίς α?ρετώτατος βίος. ?δήλου γ?ρ ?ντος τούτου κα? τ?ν ?ρίστην ?ναγκα?ον ?δηλον ε?ναι πολιτείαν. (Αριστοτέλους Πολιτικά, VII-1323a)

.

Όπως σε όλες τις έννοιες, που είναι τόσο έντεχνα αφηρημένες ώστε καταλήγουν να στερούνται πραγματικά πρακτικού νοήματος, είναι δύσκολο να διαφωνήσει κανείς με το το πολιτικό πρόταγμα του εκσυγχρονισμού, της μεταρρύθμισης, της ίδιας της λογικής. Είναι κάπου σαν τα κοινωνικά αιτήματα για δικαιοσύνη, ισότητα και αξιοκρατία: σε αυτά μπορούμε να συμφωνούμε επί της αρχής όλοι, γιατί για καθέναν μπορούν να σημαίνουν και κάτι διαφορετικό. Είναι η κοινωνική ανισότητα δίκαιη; Και αν η ολοκληρωτική ισότητα είναι ισοπεδωτική και άδικη, πόση ανισότητα είναι άραγε δίκαιη; Ένας φιλελεύθερος και ένας σοσιαλδημοκράτης θα δώσουν πολύ διαφορετικές απαντήσεις. Είναι στην πράξη που οι έννοιες αποκτούν νόημα, και είναι στην πράξη που διαφωνούμε για το νόημα αυτό, πριν καν προλάβουμε να διαφωνήσουμε επί του πρακτέου. Και αυτή η διαφωνία είναι η ανάγκη, η ουσία και η ομορφιά της πολιτικής.

.

Η μεταρρύθμιση, όταν από διαδικασία για την επίτευξη ενός στόχου, μεταλλάσσεται σε αυτοσκοπό και πολιτική αυταξία, είναι μια από αυτές τις έννοιες αυτές. Το ίδιο και η «λογική», όταν γίνεται πολιτικό πρόταγμα και πολιτικό δόγμα. Απαντώντας στην γενικευμένη δυσαρέσκεια από την λειτουργία του κράτους μας, και στο άμορφο και ασαφές γενικευμένο κοινωνικό αίτημα για μεταρρύθμιση του κράτους αυτού, προτείνει απλοϊκά (ή μήπως αντιθέτως, έντεχνα;) ότι μπορεί και αρκεί το κράτος αυτό να γίνει «αποτελεσματικό» μέσω μιας σειράς θεσμικών μεταρρυθμίσεων, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος που θα επιλέξουμε να θέλουμε από αυτό και γλιτώνοντας τον κόπο για οποιαδήποτε ιδεολογική συζήτηση για τον ρόλο του κράτους αυτού. Χωρίς ιδεολογικό πρόσημο δηλαδή. Σύμφωνα με το πολιτικό δόγμα της κοινής λογικής, η δημόσια διοίκηση είναι μια ψυχρή και ουδέτερη γραφειοκρατεία που υλοποιεί πειθήνια την πολιτική που αποφασίζεται κάθε φορά δημοκρατικά και θεσμοθετείται με νόμους. Και αρκεί να είναι ορθολογική και αποτελεσματική, ανεξαρτήτως της πολιτικής αυτής.

.

Για κάποιους το δόγμα αυτό είναι απλά μία μη ομολογούμενη ιδεολογική άμυνα απέναντι σε ένα αντίπαλο ιδεολογικό αίτημα για μείωση του μεγέθους, του κόστους, της έκτασης σε αρμοδιότητες, και εν τέλει του ρόλου του κράτους στην οικονομία και στην κοινωνία. Αν το κράτος μας δεν είναι μεγάλο, αλλά απλά αναποτελεσματικό, δεν χρειάζεται να μικρύνει. Αρκεί να μεταρρυθμιστεί για να γίνει αποτελεσματικό. Για άλλους, το δόγμα αυτό είναι ο τρόπος να αποφευχθεί ως ανορθολογική και άχρηστη, μια άβολη ιδεολογική τοποθέτηση. Η προτεραιότητα υποτίθεται πως είναι να αποκτήσουμε ένα κράτος αποτελεσματικό· τα υπόλοιπα μπορούμε να τα βλέπουμε κατά περίπτωση και έξω από τους δογματισμούς των ιδεολογιών και της δεξιάς ή αριστερής πολιτικής τοπογραφίας.

.

 

.

Η αποτελεσματικότητα ως αυτοσκοπός και η κοινή λογική ως μέσο, ανήκουν επίσης σε αυτές τις έννοιες που είναι τόσο έντεχνα αφηρημένες, ώστε καταλήγουν να στερούνται πραγματικά πρακτικού νοήματος. Όμως τα λογικά κενά του δόγματος αυτού της λογικής είναι πολλαπλά. Κατ’αρχάς, το ότι θεωρεί ότι είναι δυνατόν μια σειρά μεταρρυθμίσεων να κάνει το κράτος και την δημόσια διοίκηση αποτελεσματικά ανεξαρτήτως του σκοπού τους, για να αποφύγει την αναγκαστικά ιδεολογική συζήτηση για το ποιός είναι ο σκοπός αυτός. Αγνοεί ότι όπως τα εργαλεία, έτσι και οι ανθρώπινοι οργανισμοί, είναι ή δεν είναι αποτελεσματικοί μόνο σε σχέση με τον σκοπό για τον οποίο σχεδιάζονται και οργανώνονται, αλλά και ότι διαμορφώνονται από τον σκοπό αυτό. Ένα ορθολογικό, αποτελεσματικό κράτος σχεδιασμένο για να παρεμβαίνει ενεργά και περιοριστικά στην οικονομία είναι εντελώς διαφορετικό – οργανωτικά, θεσμικά, ακόμη και στο επίπεδο των στελεχών του και της νοοτροπίας τους – από ένα εξ’ ίσου ορθολογικό και αποτελεσματικό κράτος, σχεδιασμένο όμως για να την εποπτεύει ως διαιτητής. Μια ορθολογική, αποτελεσματική δημόσια διοίκηση με προτεραιότητα την προστασία του «δημοσίου συμφέροντος» (συχνά δε, του συμφέροντος του Δημοσίου), είναι εντελώς διαφορετική από μια εξ’ίσου αποτελεσματική δημόσια διοίκηση με προτεραιότητα όμως την προστασία των ελευθεριών του πολίτη αν μη τι άλλο γιατί αυτά τα δύο έρχονται συχνά σε σύγκρουση. Πέραν ίσως από τις θεμελιώδεις λειτουργίες του κράτους, στις οποίες όλοι σχεδόν συμφωνούμε, όπως η δικαιοσύνη, η άμυνα, και η αστυνόμευση, που όμως αποτελούν μικρό τμήμα του συνολικού του ρόλου και του μεγέθους του, το πως πρέπει να οργανωθούν θεσμικά και πρακτικά όλα τα υπόλοιπα, και το ποιές μεταρρυθμίσεις πρέπει να γίνουν, εξαρτάται θεμελιωδώς από τον ρόλο που θέλουμε να έχει το κράτος στην οικονομία και στην κοινωνία. Με άλλα λόγια: είναι λογικά άτοπο να θεωρείς ότι μπορείς να κάνεις κάτι αποτελεσματικό, αν δεν έχεις αποφασίσει ποιό θέλεις να είναι το αποτέλεσμά του. Και αυτό είναι μια πολύ θεμελιώδης ιδεολογική συζήτηση.

.

 

.

Το δεύτερο λογικό άλμα του πολιτικού δόγματος της ιδεολογικά αγνωστικιστικής μεταρρυθμιστικής κοινής λογικής είναι ότι συγχέει την αποτελεσματικότητα με την αναγκαιότητα. Μπορεί κανείς με τις κατάλληλες μεταρρυθμίσεις να κάνει εξαιρετικά αποτελεσματικό το οποιοδήποτε από τους εκατοντάδες οργανισμούς ή νομικά πρόσωπα  που απαρτίζουν το ευρύ κράτος πέραν της κεντρικής κυβέρνησης. Αυτό δεν σημαίνει ότι χρειαζόμαστε απαραίτητα το αποτέλεσμά τους, και ακόμη περισσότερο ότι μπορεί η χρησιμότητα αυτή να αποδειχτεί μονοσήμαντα με λογικές αναλύσεις κόστους-οφέλους. Πως μπορεί κανείς να καταλήξει μονοσήμαντα και μέσω κοινής λογικής στην αναγκαιότητα ή μη πχ της δημόσιας τηλεόρασης για την ενημέρωση και τον πολιτισμό, χωρίς αναγωγή σε ιδεολογικές αρχές (πόσο μάλλον να συμφωνήσει στα κριτήρια αξιολόγησης της αποτελεσματικότητάς της); Η αμηχανία αυτή προκύπτει όμως από ένα τρίτο και ένα τέταρτο λογικό άλμα: ότι η δημόσια διοίκηση οφείλει απλά να εφαρμόζει αποτελεσματικά πολιτικές ως μία ψυχρή «βεμπεριανή» γραφειοκρατία, ενώ στην πραγματικότητα, και σε πολλές διαφορετικές εκφάνσεις της, προκύπτει αναγκαστικά ως αποτέλεσμα πολιτικών και συχνά με την εντολή να αποφασίζει η ίδια πολιτικές. Με άλλα λόγια: είναι λογικά άτοπο να θεωρείς ότι πρέπει και αρκεί να κάνεις κάτι αποτελεσματικό, αν δεν έχεις αποφασίσει αν θέλεις το αποτέλεσμά του. Και αυτό είναι επίσης, αναγκαστικά, μια πολύ θεμελιώδης ιδεολογική – αλλά πολύ πρακτική – συζήτηση.

.

 

.

Πέρα όμως από τα λογικά άλματα, υπάρχει – φοβάμαι – και μια λανθασμένη παραδοχή: ότι το κράτος μας ήταν όντως αναποτελεσματικό. Οι επιδοτήσεις δεν οδηγούσαν σε βελτίωση της παραγωγικότητας, η κοινωνική πολιτική δεν άγγιζε τους αδυνάμους, οι νόμοι έκρυβαν την εξυπηρέτηση συμφερόντων ομάδων και δεν υπηρετούσαν το «γενικό καλό». Από μια άποψη όμως, για αυτούς ακριβώς τους λόγους το κράτος μας ήταν εξόχως αποτελεσματικό, αφού αυτό ακριβώς το αποτέλεσμα θέλαμε και με αυτό ήμασταν ευχαριστημένοι. Κάναμε δημοκρατικά την πολιτική επιλογή ενός κράτους το οποίο αναδιένειμε στην εσωτερική αγορά δημόσιο χρέος μέσω δαπανών, μισθών και έργων· το οποίο εξασφάλιζε δουλειά σε πλατειές μάζες ημι-ανειδίκευτων μέσω προσλήψεων· το οποίο διένειμε σε όλους τα δικά τους ξεχωριστά προνόμια έτσι ώστε να είναι όλοι ευχαριστημένοι και να διασφαλίζεται η κοινωνική ειρήνη· το οποίο ανέβαζε το βιοτικό επίπεδο μιας ολοένα και πιο πολυπληθούς μεσαίας τάξης διανέμοντας απασχόληση και εισοδήματα με αναπτυξιακά έργα, αναπτυξιακούς δημόσιους φορείς ανά την επικράτεια, και αναπτυξιακές πολιτικές επιδοτήσεων και επιχορηγήσεων. Αυτά που νομίζουμε ότι έπρεπε να είναι το αποτέλεσμα ήταν απλά η επίφαση, και αυτά που θεωρούμε τώρα ανορθολογικά ήταν ακριβώς αυτά που ζητήσαμε και το πολιτικό σύστημα μας υποσχέθηκε σιωπηρά, όταν σιωπηρά υπογράψαμε εκείνο το νέο κοινωνικό συμβόλαιο κάπου σαράντα χρόνια πριν.

.

Κατά συνέπεια, η υπέρβαση των ιδεολογιών και των προσήμων τους, μέσω της «πολιτικής της λογικής» και του προτάγματος της μεταρρύθμισης και της αποτελεσματικότητας ως πολιτικής προτεραιότητας και ενοποιού κοινωνικού αιτήματος, δεν θα μπορούσε να βρει εφαρμογή παρά σε ένα θλιβερό υποσύνολο των δημοσίων πραγμάτων· αυτά στα οποία ούτως ή άλλως συμφωνούμε όλοι. Και για να μην παρεξηγηθώ: η αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης είναι θεμελιώδης διάσταση μιας σύγχρονης Δημοκρατίας. Η εντολή στους κυβερνώντες και η λογοδοσία τους ακυρώνονται όταν αυτοί δεν μπορούν αποτελεσματικά να εφαρμόσουν τις πολιτικές για τις οποίες εκλέχθηκαν. Αλλά αφενός, καθώς είναι αναγκαία και όχι ικανή συνθήκη, δηλαδή προϋπόθεση και όχι αυτοσκοπός, δεν μπορεί να είναι αφ’εαυτής πολιτική προτεραιότητα. Είναι περίπου σαν την ηθική των κυβερνόντων: είναι κάτι που απαιτούμε από όλους, αλλά από μόνη της δεν αρκεί για να είναι πολιτικό πρόταγμα. Αφ’ετέρου είναι λογικά αντιφατικό και πρακτικά ανέφικτο να γίνει οποιαδήποτε συζήτηση για την αποτελεσματικότητα του κράτους και των θεσμών χωρίς να γίνεται ταυτόχρονα και η πολύ πιο σημαντική συζήτηση για τον ρόλο τους και εν τέλει για την κοινωνία που θέλουμε να φτιάξουμε μέσω της Δημοκρατίας. «Πριν αναζητήσουμε την φύση της ιδανικής Πολιτείας», έγραψε ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά του, «οφείλουμε να αποφασίσουμε τον επιθυμητό τρόπο ζωής μας. Όσο αυτό παραμένει ασαφές, τόσο θα παραμένει ασαφές και το ποιά είναι η άριστη Πολιτεία». Και αυτό, από τον καιρό του Αριστοτέλη, είναι αντικείμενο της πολιτικής.