Ήταν κάποτε ένας Τούρκος πρωθυπουργός….

Μιχάλης Κορδαλής 07 Ιουν 2013

Ήταν κάποτε ένας Τούρκος πρωθυπουργός. Τελείωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση σε αμερικανικό σχολείο, εργάστηκε ως δημοσιογράφος, έζησε στην Αγγλία και την Αμερική. Υπήρξε γενικά μοντέρνος για την τουρκική κοινωνία και κοσμοπολίτης. Αποπειράθηκε να σπουδάσει μάλιστα και Ιστορία της Τέχνης αλλά δεν τελείωσε ποτέ τις σπουδές αυτές. Ωστόσο ο ίδιος πέρα από πολιτικός με σοσιαλδημοκρατικές καταβολές, ιδρυτής του Δημοκρατικού Αριστερού κόμματος της Τουρκίας και υπουργός που θεσμοθέτησε τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και το δικαίωμα στην απεργία ήταν και ποιητής.

Σε ένα ποίημά του το 1947 στο Λονδίνο έγραψε ότι Τούρκοι και Έλληνες είναι «kardes», αδέλφια και θα κάτσουν να πιουν ούζο και ρακί δίπλα στη μπλε μαγεία του Αιγαίου.

Σε μας τους Έλληνες αυτός ο κατά τα άλλα συμπαθής πολιτικός με τις κοινωνικές και καλλιτεχνικές ανησυχίες, κατά κόσμον Bulent Ecevitείναι γνωστός ως ο «Πρωθυπουργός της εισβολής», αυτός που διέταξε τον αιματηρό Αττίλα και τη διχοτόμηση της Κύπρου.

Γιατί τα λέμε όμως όλα αυτά;

Γιατί δυστυχώς είναι πολλοί αυτοί που τις τελευταίες ημέρες προσπαθούν να ερμηνεύσουν τα γεγονότα που διαδραματίζονται στη γείτονα χώρα με δυτικοευρωπαϊκούς πολιτικούς όρους ή ακόμη χωρίς να αντιλαμβάνονται το εκεί εθνολογικό, θρησκευτικό, πολιτιστικό αλλά και πολιτικό μωσαϊκό.

Γιατί η αναλογία με το πολιτικό παρελθόν του B.Ecevit αποδεικνύει πως είναι επιεικώς ανιστόρητο να συγκρίνουμε την Τουρκία, ένα μουσουλμανικό κράτος με γεγονότα που συμβαίνουν σε χώρες με εντελώς διαφορετικό ιστορικό αποτύπωμα ως προς τις κοινωνικές διεργασίες, με εμπειρία στον αστικό διαφωτισμό, την προτεσταντική ηθική, το σύγχρονο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό φιλελευθερισμό.

Αυτό που σήμερα συγκρούεται στην Τουρκία, πέρα απ΄ το σε γενικές γραμμές ετερόκλητο πλήθος των διαδηλωτών, δεν είναι ούτε οι Κεμαλικοί με τους Ισλαμιστές, ούτε η Αριστερά με τον αυταρχισμό ή το νεοφιλευθερισμό όπως ανακάλυψε πρόσφατα ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε οι Κούρδοι με το τουρκικό κράτος. Οι διαδηλώσεις στην Κωνσταντινούπολη και τις άλλες πόλεις είναι πολύ μαζικές για να μπορούν να χωρέσουν κάτω από ένα πολιτικό καπέλο.

Η σύγκρουση που όντως υφίσταται είναι όλα αυτά μαζί και έχει ως αιχμή του δόρατος μια διαφορετική αντίληψη για το κράτος που υπερβαίνει την αλαζονεία και το θρησκευτικό μανιχαϊσμό της κυβέρνησης Ερντογάν.

Έτσι, τα εύπορα στρώματα της Κωνσταντινούπολης και των παράκτιων πόλεων διαμαρτύρονται για τη πολιτική του «στρατηγικού βάθους» και την άπωση από τη διαδικασία πολιτικού εξευρωπαϊσμού. Η γενιά των social media, των Τούρκων 20αρηδων και 30ρηδων που ταξιδεύει με ένα «κλικ» σε όλο τον κόσμο και δημιουργεί συνεχώς δυτικότροπες παραστάσεις και πρότυπα αρνείται τον φονταμενταλισμό που απαγορεύει τη σεξουαλική ελευθερία, τα δημόσια φιλιά ή την κατανάλωση αλκοόλ. Η Αριστερά διαμαρτύρεται για μια ανάπηρη Δημοκρατία «αλά τούρκα» και αγωνίζεται για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της μειοψηφίας σε σχέση με το δόγμα καταστολής Ερντογάν. Οι Κούρδοι ονειρεύονται την αυτοδιάθεση τους και οι κεμαλικοί την ανατροπή των ισλαμιστών.

Υπάρχει μια γενικευμένη ανασφάλεια άλλωστε που περιστατικά όπως η προσφυγή στη χρήση αστυνομικής βίας απέναντι σε ειρηνικούς διαδηλωτές και η ενίσχυση των απαγορεύσεων δικαιολογημένα δημιουργούν εύλογα ερωτήματα ως προς τις πραγματικές προθέσεις της κυβέρνησης σε σχέση με το μοντέλο κοινωνίας που επιδιώκει να επιβάλλει.

Ο τουρκικός λαός, όπως και κάθε ο λαός, έχει δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση και τη διαμαρτυρία που ξεπερνά προφανώς το τοπικού ενδιαφέροντος ζήτημα ενός πάρκου και αφορά το μείζον ερώτημα:

ΚΟΣΜΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ Η’ ΙΣΛΑΜΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ;

ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ Η’ ΑΥΤΑΡΧΙΣΜΟΣ;

Σ’αυτό το ερώτημα οφείλει να απαντήσει η τουρκική κοινωνία για να προχωρήσει μπροστά, ερώτημα πιεστικό όσο και επώδυνο καθώς οι γειτονική χώρα καλείται να αναμετρηθεί με τους δικούς της δαίμονες, τις δικές της χρόνιες, υποβόσκουσες αντιπαραθέσεις.

Είναι επίσης σημαντικό το στοιχείο ότι ακόμη, η μεγάλη μάζα των υποστηρικτών του Ερντογάν, αυτή που τον εκτόξευσε εκλογικά και προέρχεται απ΄την Ανατολία και το ηπειρωτικό κομμάτι της τουρκικής επικράτειας δεν έχει ακουστεί ως τώρα. Όπως επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε πως πέρα απ΄τις βραχύβιες ελληνοτουρκικές «κουμπαριές» ο Ερντογάν αποτελεί και ο ίδιος πολιτικό διάδοχο του Α.Μεντερές, του πρωθυπουργού που διέταξε το 55’ το πογκρόμ των Ελλήνων της Πόλης.

Το ζητούμενο συνεπώς που παραμένει για την ελληνική πλευρά στην πλέον αλγεινή για την πατρίδα μας οικονομική συγκυρία των τελευταίων χρόνων είναι να μην προσπαθήσει κάποιο απ΄τα εμπλεκόμενα μέρη να αποδράσει απ΄την εσωτερική τουρκική κρίση μετατρέποντας την σε εξωτερική με ένα ενδεχόμενο θερμό γεγονός στα ελληνοτουρκικά.

Άλλωστε, είναι πικρή η πείρα των πολιτικών αποσταθεροποιήσεων σ’ αυτή τη γωνιά της Μεσογείου με πρώτη αυτή της περίπτωσης Ιωαννίδη και της εισβολής στη μαρτυρική Κύπρο και πιο πρόσφατη την εμπειρία των πολιτικών κλυδωνισμών του θανάτου του Α.Παπανδρέου και της νεαρής τότε κυβέρνησης Σημίτη με το τραγικό περιστατικό της βραχονησίδας Ίμια.

Το δίλημμα λοιπόν βρίσκεται στα χέρια του τουρκικού λαού.

Η πρόταση της ΕΙΡΗΝΗΣ τόσο σε εσωτερικό όσο και σε εξωτερικό επίπεδο είναι πάντα η πρόταση της αποκατάστασης της Δημοκρατίας, η απεξάρτηση του πολιτεύματος απ΄την ακροβασία μεταξύ της ιρανικής θρησκευτικής επανάστασης και της «μαρκεζινικού» τύπου πατρωνίας των ενόπλων δυνάμεων.

Γιατί διαφορετικά είτε μιλούμε για τον Ερντογάν ή κάποιον άλλο θα είμαστε αναγκασμένοι να ξεκινήσουμε όπως στην αρχή του κειμένου .

Ήταν δηλαδή …κάποτε ένας Τούρκος πρωθυπουργός που ήταν «κουμπάρος» με τον Έλληνα ομόλογο του, που…που…που «όμως»….

Κι αυτά είναι που πρέπει να φοβόμαστε πιο πολύ…Τα «όμως» της Ιστορίας…