Ο «παρελθοντισμός» της ΔΗ.ΣΥ. και το τέλος της αυταπάτης

Βασίλης Γαβαλάς 15 Ιουλ 2017

Σύμφωνα με την προσυνεδριακή της πολιτική εισήγηση, η ΔΗ.ΣΥ. επιδιώκει να εκφράσει τη μεγάλη πολιτική συμμαχία «των δυνάμεων που εργάζονται για μια νέα Ελλάδα με νέες ιδέες, ολοκληρωμένο σχέδιο, φιλόδοξο όραμα[…].» Θα μπορούσαμε, ωστόσο, να υποστηρίξουμε ότι τόσο το συνέδριο καθεαυτό, όσο κι η γενικότερη πολιτική της  συμπεριφορά, καθιερώνουν οριστικά την ΔΗ.ΣΥ. ως μια κοινή αναχρονιστική «εκδοχή», ανασταλτική οποιουδήποτε εκσυγχρονιστικού, μεταρρυθμιστικού οράματος.

Ένα συνέδριο που, θεωρητικά τουλάχιστον, φιλοδοξούσε μέσα από ευρείες και συμμετοχικές πολιτικές διαδικασίες να σηματοδοτήσει την εναρκτήρια φλόγα για τη δημιουργία ενός ισχυρού, ενωτικού και διακριτού πόλου, αποδείχθηκε μνημείο εσωστρέφειας, παραγοντισμού, γενικολογίας.

Το πολιτικό διακύβευμα αποδείχθηκε ανύπαρκτο. Η απεύθυνση στους πολίτες, μηδενική. Η έκκληση του Κώστα Σημίτη για άνοιγμα στην κοινωνία ήταν a priori καταδικασμένη να επισκιαστεί από τις προσπάθειες της ηγετικής ομάδας να παγιώσει την κυριαρχία της, εσωκομματικά. Αυτό φάνηκε, άλλωστε, κι από τις συνεχείς αναφορές των προέδρων του ΠΑΣΟΚ και του ΚΙ.ΔΗ.ΣΟ σε επιτεύγματα και ρομαντισμούς μιας εποχής που λίγα –αν όχι τίποτα- έχουν να πουν για τη χάραξη πολιτικής, στο συνεχώς μεταβαλλόμενο σημερινό κόσμο. Σκοπός ήταν, φυσικά, η συσπείρωση, μέσω της επαγρύπνησης των συναισθημάτων. Μέσω της διαχείρισης των συμβόλων, που ορίζουν τη συνείδηση του εσωκομματικού κοινού.

Δεν είναι, νομίζω, υπερβολή να πούμε, πως το όλο ζητούμενο ήταν η παγίωση ενός πλέγματος οργανωτικών συσχετισμών που θα διασφαλίζουν τη επιβίωση της ηγεσίας. Μια επικύρωση εσωκομματικής κυριαρχίας που μεταφράζεται, φυσικά, στη διατήρηση της πολιτικής ύπαρξης και της κοινοβουλευτικής παρουσίας συγκεκριμένων προσώπων. Οι σύνεδροι ήταν απλώς ένα νομιμοποιητικό εργαλείο. Και το σημαντικότερο, οι νέοι, τα νέα στελέχη δηλαδή, ήταν απόντες. Κι αν όχι απόντες, πάντως αμέτοχοι, τυπικοί, άλλοθι για τους παλιούς.

Άλλωστε, το υποτιθέμενο « νέο συμβόλαιο με τον λαό» (στην πραγματικότητα παλίο όσο τίποτα άλλο), ήταν ήδη προσυντεταγμένο και το νέο σύμβολο, έτοιμο. Οι εισηγήσεις για τις προγραμματικές θέσεις όχι μόνο εγκρίθηκαν με ποσοστά σταλινικά, αλλά στη συνέχεια παραμένουν αδημοσίευτες! Αν κάποιος επιχειρήσει να τις δει δεν θα τις βρει πουθενά! Οι σχετικές εισηγήσεις και κινήσεις για τις πολιτικές και τη στρατηγική των ιθυνόντων του σχήματος, χαρακτηρίζονται από απροσδιοριστία, ασάφεια και είναι σαφώς εκτός εποχής.

Η ανακοινωθείσα Επιτροπή Δεοντολογίας, παρόλο που  έχει ως επικεφαλής τον Ν. Αλιβιζάτο, θα αποτελείται από διορισμένα από την ηγεσία μέλη, ενώ η δικαιοδοσία της, οι αρμοδιότητές της και οι περιορισμοί του κ. Αλιβιζάτου, παραμένουν ως τώρα άγνωστες. Τα πάντα παρουσιάστηκαν ως προαποφασισμένα και τελεσίδικα, χωρίς την παραμικρή δυνατότητα ουσιαστικής ανοιχτής και δημοκρατικής συζ στην?????εταπολιτευτικΜια ασαπροσδιοριστήτησης.

Στην αρχή αυτού του σχολίου μιλήσαμε για «εκδοχή». Και όσα αναφέραμε παραπάνω δυστυχώς επικυρώνουν τη θέση μας. Οι πρακτικές της ΔΗ.ΣΥ. φανερώνουν έναν παλαιοκομματισμό, που εμφορείται από όλες τις παθογένειες που οδήγησαν, κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο, τα κόμματα στην σημερινή τους φθορά κι απαξίωση.

Πώς μπορεί, λοιπόν,  ένα σχήμα εγκλωβισμένο σε πρακτικές του πιο παρακμιακού παρελθόντος, να έχει την αξίωση να οδηγήσει τη χώρα στην υπέρβασή της;

Δεν είναι, όμως, μόνο αυτά που καθορίζουν τον «παρελθοντισμό» της ΔΗ.ΣΥ ως πολιτικής δύναμης. Είναι, κυρίως, η προωθούμενη συνολική της πολιτική πρόταση, η ιδεολογική της κατεύθυνση, η προγραμματική της συγκρότηση. Γράφτηκε εκτενώς πως αποκρυσταλλώθηκαν, στο συνέδριο, δύο κυρίαρχες (αντιμαχόμενες) τάσεις. Η πρώτη υποστηρίζει την επιστροφή σε μία αριστερή εκδοχή της σοσιαλδημοκρατίας και η δεύτερη υποστηρίζει μια κεντρώα, μεταρρυθμιστική στροφή, στα πρότυπα του Μακρόν.

Όμως, κυρίαρχη τάση ήταν, και είναι, η πρώτη. Και εκφράστηκε γλαφυρά. Είτε μέσα από αφορισμούς του τύπου « είμαστε η μόνη πραγματική Αριστερά που γνώρισε ο τόπος», του κ. Παπανδρέου, είτε από τις (ιδιοτελείς) επικλήσεις της κ. Γεννηματά στη «σεμνότητα και το ήθος των αγωνιστών της αριστεράς», είτε από τη θέση του προεδρεύοντος του συνεδρίου κ. Μπίστη, ότι «συγκροτούμε ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, πράγμα που απλά σημαίνει ένα σύγχρονο αριστερό κόμμα», είτε από τη διάχυτη και συνεχώς προβαλλόμενη πεποίθηση ότι η ΝΔ αποτελεί τον «στρατηγικό(sic) μας αντίπαλο».

Η δεύτερη άποψη εκφράστηκε ρητά, τεκμηριωμένα κι απολύτως καθαρά, χωρίς περιστροφές και «ναι μεν…αλλά», ίσως μόνον από τον Βαγγέλη Βενιζέλο.

Ο λόγος του θα μπορούσε όντως να λογιστεί ένα, κατά κάποιο τρόπο, μανιφέστο του Προοδευτικού Κέντρου. Ο Βενιζέλος, δικαίως, χειροκροτήθηκε. Αν όμως κοιτάξουμε την γενική εικόνα, εύκολα θα συμπεράνουμε ότι ήταν σχεδόν ξένο σώμα, ένας έγκριτος guest μάλλον, παρά κάποιος ευρέως επιδραστικός ηγέτης. Κι οι απόψεις του θα περιθωριοποιούνται εκεί μέσα όλο και περισσότερο, όσο περνάει ο καιρός. Γιατί, δυστυχώς, η λογική κι η τεκμηρίωση, σπάνια καταφέρνουν να νικήσουν τη διαχείριση του συναισθήματος και τον κομματικό μηχανισμό.

Oι αυταπάτες μας ίσως να φτάνουν πια στο τέλος τους. Η πορεία της ΔΗ.ΣΥ. είναι εμφανώς προδιαγεγραμμένη. Η στροφή που επιχειρεί προς τα αριστερά, είναι πολλαπλώς ασύμβατη με την πραγματικότητα και τις απαιτήσεις των καιρών. Ασύμβατη ως προς την άσκηση αποτελεσματικής πολιτικής σε έναν όλο και πιο αλληλεξαρτώμενο και παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Ασύμβατη ως προς την πολιτική κυριαρχία του πάντα ρευστού (και σήμερα εχθρικού προς την Αριστερά) μεσαίου χώρου. Ασύμβατη με τις αξίες του προοδευτισμού και της Ανοιχτής Κοινωνίας, καθώς θα οδηγήσει αναπόφευκτα στον εναγκαλισμό με τον ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο η ανάλυση των αντιφάσεων και των αδιεξόδων μιας τέτοιας στροφής, δεν είναι θέμα αυτού του σχολίου.

Ένα πράγμα φαίνεται. Οι δυνάμεις που γνήσια πρεσβεύουν την εκσυγχρονιστική και μεταρρυθμιστική πορεία της χώρας, οφείλουν, χωρίς ενδεχομένως τη ΔΗ.ΣΥ., να οδηγηθούν στην συγκρότηση ενός συνεπούς και πραγματιστικού φορέα του Προοδευτικού Κέντρου. Ενός φορέα, που θα υπερβαίνει το δίπολο «δεξιά – αριστερά», που θα εμπνέεται από το παράδειγμα του Μακρόν, τις αξίες του Κλίντον, του Μπλαιρ, του Σρέντερ. Που θα οδηγήσει την Ελλάδα στην πορεία της ευρωπαϊκής κανονικότητας. Κύριοι της Ώρας, του Ποταμιού, κύριε Βενιζέλε, η ευθύνη σε εσάς!