Ο Πρωθυπουργός που δημιούργησε την κυβερνητική κρίση, ας τη λύσει.

Μπάμπης Βακαλόπουλος 27 Ιουν 2013

Επειδή σχολιάζεται ποικιλοτρόπως η τελευταία απόφαση της Δημοκρατικής Αριστεράς να αποχωρήσει από την Κυβέρνηση, και ειδικότερα η στάση του Προέδρου της, Φώτη Κουβέλη, στην τελευταία συνάντηση των πολιτικών αρχηγών, χρήσιμο θα είναι να δούμε τα γεγονότα νηφάλια, με ψύχραιμο μάτι. Όχι για να συνετιστούν οι διαστροφείς της πραγματικότητας, οι οπαδοί του Γκαίμπελς, ένθεν κακείθεν, αλλά για να μην κατακρεουργείται -σύνηθες φαινόμενο πλέον- η αλήθεια.

.

Οι μεν της Ν.Δ., ξεχνώντας τα διαμειφθέντα μέχρι την τελευταία πράξη του έργου, είδαν μόνο το τέλος, την απεμπλοκή μας δηλαδή από την Κυβέρνηση και δεν ασχολούνται καθόλου με το τι μας οδήγησε σε αυτό. Προφανώς, για να δικαιολογήσουν την απαράδεκτη στάση του Προέδρου τους, ο οποίος έγινε πρωθυπουργός γιατί κι εμείς το θελήσαμε, εκτιμώντας την κρισιμότητα της κατάστασης που βρέθηκε η χώρα μας. Αντί αυτού, ο Πρωθυπουργός δημιούργησε κυβερνητική κρίση, με πράξεις και με ενέργειες που προσβάλουν τη νομιμότητα, αντιστρατεύονται την προγραμματική συμφωνία, καταπατούν τη θεσμική ισοτιμία των κυβερνητικών εταίρων, ενώ κατέφευγε σε μονομερείς ενέργειες, αλαζονικές συμπεριφορές και τελεσίγραφα, δημιουργώντας τετελεσμένα.

.

Τι ζητήσαμε εμείς για την ΕΡΤ; «Να γίνει η μεταρρύθμιση και η αναδιοργάνωση μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με συγκεκριμένες θέσεις, προκειμένου ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός Φορέας να είναι αποτελεσματικός και βεβαίως ανεξάρτητος από κόμματα και κυβερνήσεις», όπως είπε ο Πρόεδρός μας Φ. Κουβέλης, ο οποίος τόνισε ότι «δεν πρόκειται για τυπικό διαδικαστικό ζήτημα, δεν πρόκειται για ζήτημα που δεν αφορά στην ουσία. […] Το ζήτημα δεν είναι τυπικό, δεν είναι διαδικαστικό, είναι ζήτημα δημοκρατικής ουσίας».

.

Ο Πρωθυπουργός έκλεισε το δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα, ξαφνικά, με δυσφημιστικό τρόπο, θίγοντας την αξιοπρέπεια και τον επαγγελματισμό όλων όσοι εργάζονται στην ΕΡΤ, αντιδημοκρατικά -αφού απέφυγε να ακολουθήσει τη δημοκρατικά αποδεκτή κοινοβουλευτική οδό- και αυταρχικά, χωρίς τη συμφωνία των εταίρων, παραπέμποντάς μας σε αλήστου μνήμης εποχές.

.

Ας μην μας διαφεύγει ο βίαιος τρόπος με τον οποίον, χωρίς συζήτηση και συνεννόηση, χωρίς σχέδιο, χωρίς πρόταση, μέσα σε λίγες ώρες έκλεισε η ΕΡΤ και από τη μια στιγμή στην άλλη (κυριολεκτικά) 2.658 υπάλληλοί της βρέθηκαν στο δρόμο. Έτσι αυθαίρετα, όπως σε ουδεμία άλλη ανάλογη περίπτωση σε ΔΕΚΟ και δημόσιο έγινε ποτέ. Προς τι αυτή η αυθαιρεσία (έναντι των δύο εταίρων) και η επιμονή του Αντ. Σαμαρά;

.

Η άλλη πλευρά, το ΠΑΣΟΚ, αν και επέλεξε να παραμείνει στην Κυβέρνηση, παραδέχεται, όπως δηλώνει ο Πρόεδρός του Ευ. Βενιζέλος, ότι «βρεθήκαμε αντιμέτωποι με ένα τεράστιο θεσμικό πρόβλημα, λόγω της ατυχούς πρωτοβουλίας της Ν.Δ. να ενεργήσει μονομερώς ως κυβέρνηση, να διακόψει τη λειτουργία της δημόσιας τηλεόρασης, της ΕΡΤ». Είπε ακόμη ο κ. Βενιζέλος πως «οι Έλληνες πολίτες ένιωσαν να προσβάλλεται η δημοκρατική ευαισθησία τους και η έννομη τάξη. Δεν υπάρχει συνεπώς καμία αμφιβολία ότι για μας αυτή τη στιγμή το μεγάλο θέμα είναι η αποκατάσταση της λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών».

.

Πέρα από το θέμα της ΕΡΤ όμως, ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ αναφερόμενος, στο θέμα λειτουργίας της Κυβέρνησης, μίλησε για την ανάγκη «επικαιροποίησης και επαναθεμελίωσης της προγραμματικής συμφωνίας για την διακυβέρνηση του τόπου, με θεσμική ισοτιμία των κυβερνητικών εταίρων, με σοβαρότητα, με καλοπιστία, χωρίς μονομερείς ενέργειες, χωρίς αλαζονικές συμπεριφορές, χωρίς τετελεσμένα, χωρίς περιττά τελεσίγραφα». Είναι προφανές ότι και ο κ. Βενιζέλος είχε διαπιστώσει όλα αυτά τα κακώς κείμενα στην κυβερνητική λειτουργία, γι’ αυτό και επισημαίνει στη δήλωσή του ακόμα πως «θέλουμε να λειτουργούν οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί, το Κοινοβούλιο, το Υπουργικό Συμβούλιο», τα οποία προφανώς δεν λειτουργούσαν (όπως τουλάχιστον θα έπρεπε), κάτι άλλωστε που το είχε διαπιστώσει όλους αυτούς τους μήνες ο ελληνικός λαός.

.

Καταλήγοντας, ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, αφού κατηγορεί τη ΔΗΜ.ΑΡ για «μέσα-έξω», και «α λα καρτ» συμμετοχή μας στην κυβέρνηση, λες κι εμείς δεν έχουμε λόγο και πρέπει να υποκύπτουμε σε κάθε αυθαίρετη πρωθυπουργική εντολή και μονομερή απόφαση, ζητεί «την επαναθεμελίωση της κυβερνητικής συνεργασίας με τους όρους που ανέπτυξα και που τους θεωρώ αυτονόητους σε μια πολιτισμένη ευρωπαϊκή δημοκρατία, όπως θέλουμε  να είναι η Ελλάδα».

.

Για να μη βλέπουμε όμως το δέντρο και χάνουμε το δάσος, η κρίση που δημιουργήθηκε με την ΕΡΤ ήταν (και) η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. O Φ. Κουβέλης -όπως άλλωστε και ο Ε. Βενιζέλος- έθεσε θέμα δημοκρατικής λειτουργίας της κυβέρνησης, σημειώνοντας: «Η κυβέρνηση προχώρησε στην έκδοση πράξης νομοθετικού περιεχομένου, παρά την αντίθεση της ΔΗΜΑΡ, την οποία γνώριζε με σαφήνεια. Η κυβέρνηση γνώριζε την κατηγορηματικότητα στις θέσεις της ΔΗΜΑΡ και προχώρησε, και μάλιστα ερήμην 4 υπουργών, των υπουργών που πρότεινε η ΔΗΜΑΡ και των υπουργών που πρότεινε το ΠΑΣΟΚ. Αυτό, αν μην τι άλλο, μαρτυρά συγκεκριμένη πολιτική επιλογή, μία επιλογή άρνησης επί της ουσίας, άρνησης της συλλειτουργίας των τριών κόμματων στο πλαίσιο της κυβέρνησης, των τριών κομμάτων που συγκρότησαν και στηρίζουν την κυβέρνηση. Εμείς επιμένουμε, επιμένουμε σε αυτή τη θέση. Δεν είναι δική μας ευθύνη που δεν βρέθηκε ο κοινός πολιτικός τόπος. Η πρόταση που κάναμε αποτελούσε ικανή βάση να προσέλθει και η ΝΔ, να προσέλθει σε αυτή την κοινή βάση, να αποδεχτεί την πρότασή μας και ο κ. Πρωθυπουργός».

.

Ο πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ, τι έκανε; Υπερασπίστηκε την προσωπική του αξιοπρέπεια απέναντι σε έναν Πρωθυπουργό που δεν υπολόγιζε τους εταίρους του, επιχειρώντας κατ’ επανάληψη να τους τσαλακώσει. Συνήθως, αντιμετώπιζε τα πράγματα ως πρωθυπουργός μονομοματικής κυβέρνησης και θυμόταν τους εταίρους, όταν έψαχνε να βρει τρόπους να τους ξεπεράσει, παρακάμπτοντας ακόμα και το Κοινοβούλιο. Παράδειγμα, η έκδοση Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, χωρίς μάλιστα να δοθεί στους 4 υπουργούς της ΔΗΜΑΡ και του ΠΑΣΟΚ! Με τον τρόπο αυτό, έβγαλε στην άκρη εκείνους που τον έκαναν Πρωθυπουργό με την εμπιστοσύνη τους προς το πρόσωπό του».

.

Εδώ πλέον τίθεται το ερώτημα: Ένας Πρωθυπουργός που ενεργεί με τον τρόπο αυτό, μπορούμε να τον εμπιστευόμαστε; Και πώς μπορούμε να πορευόμαστε με ένα Πρωθυπουργό χωρίς εμπιστοσύνη; Τι ζήτησε από τον Σαμαρά, ο Φώτης Κουβέλης; Ένα απλό πράγμα: Να αποκαταστήσει τις σχέσεις εμπιστοσύνης με τους δύο εταίρους του, ανακαλώντας μια παράλογη και παράνομη μονομερή ενέργεια. Να υποχωρήσει ο Πρωθυπουργός, επειδή βρισκόταν εν αδίκω και να αποδεχτεί την πρόταση του Προέδρου της ΔΗΜ.ΑΡ, που ανέφερε «η αναδιοργάνωση, η δημιουργία του νέου ραδιοτηλεοπτικού δημόσιου φορέα, πρέπει να γίνει με την ΕΡΤ σε κίνηση και με παρόντες όλους τους εργαζόμενους».

.

Άλλωστε, είναι πασιφανές και γνωστό, πως το σύστημα Σαμαρά, εδώ και καιρό έκανε παιχνίδια πίσω από την πλάτη των υπολοίπων. Πάμπολλες ήταν οι φορές που η κυβέρνηση λειτουργούσε σαν μονοκομματική κυβέρνηση, κάτι άλλωστε που κατ’ επανάληψη έχει επικριθεί -σκληρά μάλιστα- και από τον Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ.

.

Και επειδή στη δήλωσή του ο Ε. Βενιζέλος ανέφερε πως «βεβαίως το μεγάλο ερώτημα είναι εάν η προτεραιότητα της χώρας τώρα είναι οι πρόωρες εκλογές, το να τεθεί δηλαδή σε αμφισβήτηση η σταθερότητα, ή όχι», μπαίνω στον πειρασμό να ρωτήσω: Ποίος, με ποίου ενέργεια δημιουργήθηκε η κρίση και τέθηκε σε δοκιμασία η κυβερνητική συνοχή; Η απάντηση είναι μία και μόνη. Μονομερώς από τον Πρωθυπουργό Αντ. Σαμαρά. Ποίος έπρεπε να υποχωρήσει και να αποκατασταθεί η ευνομία και η τάξη. Ασφαλώς ο Α. Σαμαράς. Αλλά πού;

.

Γιατί άραγε, κάθε φορά επισείεται ο μπαμπούλας των εκλογών, σε περιόδους δημοκρατίας; Άλλωστε, ποίος χρησιμοποίησε το εκβιαστικό δίλημμα των εκλογών; Ο πρωθυπουργός, ασφαλώς, ο οποίος θεώρησε ότι με τη στάση του στριμώχνει τους δύο άλλους εταίρους, που όχι μόνο θα φοβηθούν τις εκλογές, αλλά θα τους φορτώσει και την ευθύνη της προσφυγής στις κάλπες.

.

Και στο κάτω κάτω, με δεδομένη την απώλεια εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του Σαμαρά, όπως φαίνεται και από τις δηλώσεις Βενιζέλου, και με δεδομένο πως η δημοκρατία έχει φροντίσει να μην έχει αδιέξοδα, υπήρχαν κι άλλες λύσεις, με το μόνο αρνητικό σημείο πως αυτές δεν άρεσαν στον Α. Σαμαρά. Θα μπορούσε κάλλιστα να τεθεί επισήμως θέμα εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του κ. Σαμαρά και μέσα από διερευνητικές εντολές του Προέδρου της Δημοκρατίας -χωρίς εκλογές- να καταλήγαμε σε έναν νέο Πρωθυπουργό από τη Ν.Δ., αν και δεν ήταν απαραίτητο.

.

Ίσως κάποιοι να πείτε, τι λέω… Υπάρχουν όμως και γι’ αυτό παραδείγματα του παρελθόντος: Όταν ο Γ. Παπανδρέου ήταν πρωθυπουργός και είχε δύναμη 156 βουλευτών, ο Α. Σαμαράς του ζητούσε να παραιτηθεί, προκειμένου ως πρόεδρος της Ν.Δ. να συνεργαστεί με άλλον Πρωθυπουργό. Δεν μπορούσαν, δεν είχαν δικαίωμα οι Φ. Κουβέλης και Ε. Βενιζέλος, ακολουθώντας την δική του πρακτική, να ζητήσουν από τον Α. Σαμαρά να παραιτηθεί (επειδή δεν τον εμπιστεύονταν) και να συνεχίσει η τρικομματική με άλλον πρωθυπουργό;

.

Άλλο παράδειγμα (πρόσφατο), η Ιταλία: Ο νικητής των τελευταίων εκλογών, Πιερλουίτζι Μπερσάνι, του Δημοκρατικού Κόμματος (PD), δεν μπόρεσε να κάνει κυβέρνηση, κάτι που κατόρθωσε ο Ενρίκο Λέτα, δεύτερος γραμματέας του PD, στον οποίον έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης η δεξιά και μετά από 59 ημέρες ακυβερνησίας, η χώρα απέκτησε κυβέρνηση.

.

Κλείνοντας, ως επίλογο θα παραθέσω αποστροφή του σχετικού με το θέμα άρθρου του δημοσιογράφου Γ. Λακόπουλου (Protagon.gr), που αναφερόμενος στον Αντ. Σαμαρά, γράφει: «Έπαιζε πάντα με το χαρτί ότι οι δύο άλλοι εταίροι θα φοβηθούν τις εκλογές. Και πήγαινε να τους φορτώσει και την ευθύνη που ο ίδιος είχε για το ενδεχόμενο να προκηρυχτούν πρόωρα. Αυτό είναι εκβιασμός». Συνεχίζοντας σημειώνει πως «Ο πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ απλώς τον αρνήθηκε, γιατί πολιτική με εκβιασμούς δεν γίνεται. Ούτε με υποκρισία, στηρίζοντας μια κυβέρνηση της οποίας τον επικεφαλής -ευλόγως- δεν εμπιστεύεσαι. Διέσωσε την αξιοπιστία του, αλλά και την τιμή του πολιτικού που δεν μπορεί να είναι φτερό στον άνεμο. Αυτή η στάση τώρα βάλλεται. Στην ουσία όμως θα κριθεί στον χρόνο. Και, πάντως, δίνει αξία στην έννοια της πολιτικής της Αριστεράς και της προσωπικής συνέπειας. Από εδώ και πέρα δεν κρίνεται ο Κουβέλης. Κρίνονται οι άλλοι δύο. «Εγώ φεύγω, εσείς να δούμε τώρα», κατά τον στίχο του Ελύτη. Μέχρι να κριθούν όλοι μαζί στις κάλπες».