Μαξιμαλισμοί και μπαμπεσιές

Σωτήρης Βαλντέν 14 Αυγ 2020


Είναι πια φανερό πως η υπογραφή της ελληνο-αιγυπτιακής συμφωνίας για την ΑΟΖ πυροδότησε μια νέα επικίνδυνη ελληνο-τουρκική κρίση. Ας ελπίσουμε πως και αυτή τη φορά θα αποφευχθούν τα χειρότερα, με την αυτοσυγκράτηση των δύο πλευρών και την παρέμβαση τρίτων. Διερωτάται όμως κανείς γιατί έπρεπε να προχωρήσουμε σε αυτή την κίνηση τώρα.


Η τουρκική αντίδραση ήταν απολύτως προβλέψιμη. Ασχετα από τον νόμιμο ή όχι χαρακτήρα της, η ελληνο-αιγυπτιακή συμφωνία αποτελεί προκλητική ενέργεια κατά της Τουρκίας, σε μια στιγμή που εμείς και η Αγκυρα, με τη βοήθεια της Γερμανίας, οδεύαμε προς το τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ακούμε την άποψη πως έτσι εξισορροπήσαμε τη διαπραγματευτική μας θέση απέναντι στο τουρκο-λιβυκό πρωτόκολλο ενόψει της έναρξης του διαλόγου με την Αγκυρα. Δηλαδή, όσοι εισηγήθηκαν και υιοθέτησαν αυτή τη μεγαλοφυή κίνηση, πίστευαν πως εμείς είμαστε πιο «μάγκες» από τους Τούρκους και τους «τη φέραμε». Το ότι έτσι παίζουμε με τη φωτιά, εκτιθέμεθα διεθνώς ως αναξιόπιστοι και μπαίνουμε στο ίδιο επίπεδο με την Τουρκία όσον αφορά τις μονομερείς ενέργειες,


Αν εμείς νομιμοποιούμαστε να εξισορροπούμε την επικείμενη διαπραγμάτευση με τέτοιες κινήσεις, αντί να τηρούμε μια de facto εκεχειρία, γιατί να μη νομιμοποιείται και ο Ερντογάν σε κάτι ανάλογο, όπως έκανε ακριβώς με το τουρκο-λιβυκό πρωτόκολλο ως απάντηση στο East Med; Επειδή εμείς έχουμε δίκιο και αυτός έχει άδικο; Μόνο που αυτός θεωρεί πως η Τουρκία έχει δίκιο και εμείς άδικο. Ας σοβαρευτούμε: η λογική αυτή λέγεται κλιμάκωση και δεν οδηγεί στον διάλογο, αλλά στη σύγκρουση.


Θα έλεγε κανείς πως το ζήτημα της συγκυρίας μέσα στην οποία υπογράφηκε η συμφωνία με την Αίγυπτο θα βρισκόταν στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου στη χώρα μας. Και όμως, όχι. Ελάχιστες ήσαν οι φωνές που επισήμαναν αυτό το θέμα πριν εκραγεί η νέα κρίση. Ο ζωηρός διάλογος που κυριάρχησε σε εμάς ήταν άλλος: αν με τη συμφωνία η Ελλάδα απεμπόλησε δικαιώματά της. Τουρκοφάγοι και άλλοι «σκληροί» κατήγγειλαν εθνικές παραχωρήσεις, το κυβερνητικό σύστημα και τα ΜΜΕ θριαμβολογούσαν για την «εθνική επιτυχία» και οι οπαδοί του διαλόγου προτίμησαν τη λογική της στρουθοκάμηλου: χαιρόμαστε που οι εθνικιστές στριμώχτηκαν και κάνουμε πως δεν βλέπουμε την επερχόμενη θύελλα την οποία δεν προκάλεσαν οι τουρκοφάγοι, αλλά η κυβέρνηση.


Ομως και αυτή η εκτός χρόνου συζήτηση έχει το ενδιαφέρον της. Απομυθοποίησε την περίφημη «εθνική» γραμμή, που στην πραγματικότητα είναι μια μαξιμαλιστική στάση που οδηγεί στην ακινησία, την εξασθένηση της διαπραγματευτικής μας θέσης και σε κινδύνους σύγκρουσης με την Τουρκία:

● Φάνηκε ξεκάθαρα πως οι απορριπτικοί που ομνύουν στο «ένα και μοναδικό ζήτημα» προς διαπραγμάτευση (υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ), στην πραγματικότητα πιστεύουν στο «κανένα ζήτημα». Αλλιώς δεν εξηγείται πώς απορρίπτουν τη μειωμένη επήρεια και του τελευταίου ελληνικού βράχου. Δηλαδή πού θα υπάρξει ο συμβιβασμός στο «ένα και μοναδικό», αν όχι εδώ;

● Φάνηκε επίσης πως ο λόγος που επί τόσα χρόνια δεν υπήρξε συμφωνία με την Ιταλία και την Αίγυπτο είναι ακριβώς πως εμείς εμμέναμε στη μαξιμαλιστική «εθνική» θέση, απορρίπτοντας αυτό που τώρα η κυβέρνηση (και πολλοί διεθνολόγοι που τη στηρίζουν, αλλά στήριζαν προηγουμένως και την αδιαλλαξία) ονομάζει λογικό συμβιβασμό. Με άλλα λόγια, οι κυβερνήσεις Κώστα Καραμανλή, Γιώργου Παπανδρέου, Αντώνη Σαμαρά και Αλέξη Τσίπρα, αυτοτελώς ή δέσμιες εθνικιστών, προτίμησαν τη στασιμότητα από έναν επωφελή συμβιβασμό. Ο Νίκος Κοτζιάς το ομολόγησε ευθαρσώς όσον αφορά την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, με συνέπεια δε απορρίπτει και τη σημερινή συμφωνία. Εύκολα μπορεί να υποθέσει κανείς πόσο η γραμμή αυτή υπήρξε παραγωγική και για τις σχέσεις μας με την Αγκυρα. Ομως η κυβέρνηση, η σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση (στον βαθμό που δεν υιοθετεί την απορριπτική θέση του τότε υπουργού της) και όσοι άλλοι συμφωνούν με το περιεχόμενο της συμφωνίας, θα βγάλουν το αναγκαίο συμπέρασμα για το αν μας ωφέλησε η πολυετής «εθνική» γραμμή της αδιαλλαξίας; Θα αναγνωρίσουν πως οι συμφωνίες με Ιταλία και Αίγυπτο δημιουργούν καλό, όχι κακό προηγούμενο για μια συμφωνία με την Τουρκία, και όχι βέβαια επειδή αναγνωρίζουν στα νησιά ΑΟΖ (προφανές), αλλά επειδή δέχονται και τον περιορισμό της;

● Ως φύλλο συκής για τη χαμένη τιμή του ελληνικού μαξιμαλισμού επινοήθηκε το επιχείρημα πως οι υποχωρήσεις στην Αίγυπτο έγιναν αναγκαίες στις νέες συνθήκες που διαμόρφωσε το τουρκο-λιβυκό πρωτόκολλο. Ετσι, και όχι με την επίκληση της λογικής και της διεθνούς πρακτικής, δικαιολογείται η υπαναχώρηση από την προηγούμενη αδιαλλαξία. Ομως έτσι αναγνωρίζεται και η αποτυχία της «εθνικής» γραμμής που οδηγεί στο «κάθε πέρσι και καλύτερα». Θα ήταν προτιμότερο να είχαμε συμφωνήσει πριν από το τουρκο-λιβυκό πρωτόκολλο, δηλαδή πριν από το East Med. Και ίσως θα ήταν καλύτερα, αντί να προσπαθούμε να αποκλείσουμε την Τουρκία από τη Μεσόγειο με κυκλωτικές κινήσεις, να επιδιώκαμε ευθέως να τα βρούμε με αυτήν.

● Ενα άρθρο του Χρήστου Ροζάκη («Καθημερινή» 10/8) υπενθυμίζει πράγματα που οι σημερινοί θιασώτες του «ενός και μόνου ζητήματος» προτιμούν να αποκρύβουν: πως το δόγμα αυτό ήταν επινόηση του Ανδρέα Παπανδρέου, πως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ήταν υπέρ του διαλόγου εφ? όλης της ύλης, πως επί Σημίτη συζητιούνταν όλα σχεδόν τα ζητήματα στο πλαίσιο των προκαταρκτικών διαβουλεύσεων και πως επί Κώστα Καραμανλή (δηλαδή και επί Ντόρας Μπακογιάννη) και επί Τσίπρα (δηλαδή και επί Κοτζιά) ίσχυσε το ίδιο. Ενδοτικός άρα ο μεγάλος και ο μικρός Καραμανλής και η Μπακογιάννη, ενδοτικός ο Τσίπρας και ο Κοτζιάς και βέβαια ενδοτικός και ο Σημίτης (που όμως για πολλά έχει κατηγορηθεί -και εντελώς αδίκως για τα Ιμια-, όχι όμως γι? αυτό, αν θυμάμαι καλά).


Με τούτα και με εκείνα και ενώ ο δημόσιος διάλογος στην Ελλάδα περί άλλα ετύρβαζε, βρεθήκαμε πάλι μπροστά στον άμεσο κίνδυνο θερμού επεισοδίου. Ομως μια έστω και σύντομη σύγκρουση με την Τουρκία θα είναι καταστροφική και για τις δύο πλευρές και περισσότερο για εμάς, ανεξαρτήτως έκβασης. Πρέπει να αποφευχθεί. Το ότι χρειάζεται ψυχραιμία είναι, θέλω να πιστεύω, προφανές. Το ότι η προσέλευση του Α/ΓΕΕΘΑ (του κυρίου «πριν πυροβολούμε και μετά ρωτάμε») με στολή εκστρατείας στο ΚΥΣΕΑ δεν συμβάλλει σ? αυτό, είναι επίσης προφανές.


Ο Ευάγγελος Βενιζέλος («Καθημερινή» 9/8) ορθά επισήμανε την αντίφαση ανάμεσα στις παραδοχές περί ΑΟΖ της ελληνο-αιγυπτιακής συμφωνίας και στο γεγονός πως ήμασταν διατεθειμένοι να παρεμποδίσουμε ένοπλα σεισμικές έρευνες στην εσχατιά της μάξιμουμ διεκδίκησής μας. Πιο σημαντικά, καλό θα ήταν να ξεκαθαρίσουμε αν η παρεμπόδιση με στρατιωτικά μέσα σεισμικών ερευνών σε ΑΟΖ (που μάλιστα δεν έχει οριοθετηθεί) είναι σύμφωνη με το Διεθνές Δίκαιο το οποίο επικαλούμαστε συνεχώς. Νομίζω πως όλοι γνωρίζουν πως όχι. Γι? αυτό και είναι εξαιρετικά ανεύθυνο η αξιωματική αντιπολίτευση να θέτει τον πήχη στο επεισόδιο με το «Νικηφόρος» το 2018, όταν ακριβώς προχωρήσαμε σε μια τέτοια επικίνδυνη ενέργεια. Και αυτό βέβαια ασχέτως του ότι ο πλους του «Ορούτς Ρέις» αποτελεί μία ακόμη μονομερή ενέργεια που κλιμακώνει την αντιπαράθεση. Τελικά όμως το κρίσιμο δεν είναι τι λέει η αντιπολίτευση. Είναι τι θα πράξει η κυβέρνηση και η επιπολαιότητα της τελευταίας της κίνησης δεν είναι καλός οιωνός.


Σε κάθε περίπτωση, αν κατορθώσουμε να αποφύγουμε και αυτή τη φορά τα χειρότερα, είναι πια υπερεπείγον να εστιάσουμε την εθνική προσπάθεια στην εξεύρεση λύσης με την Τουρκία (και στο Κυπριακό) και όχι στην περικύκλωση και απομόνωσή της με τρίτες δυνάμεις και κυρώσεις. Για την Ανατολική Μεσόγειο η λύση πρέπει να αναζητηθεί με τη συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων μερών. Η σημερινή κρίση πρέπει να μας κάνει σοφότερους.


Πηγή: www.efsyn.gr