Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε

Σίμος Ανδρονίδης 29 Δεκ 2023

Την Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου του 2023, πέθανε ο άλλοτε υπουργός Οικονομικών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Ο Γερμανός πολιτικός διετέλεσε υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, επί οκτώ συναπτά έτη (2009-2017), με την θητεία του να συμπίπτει με την εκδήλωση της κοινωνικοοικονομικής και πολιτικής κρίσης στην Ελλάδα και της κρίσης χρέους στην Ευρωζώνη.

 Την περίοδο 2017-2021, ανέλαβε καθήκοντα προέδρου του Γερμανικού Κοινοβουλίου, ασκώντας με υποδειγματικό τρόπο τα καθήκοντα του και συμβάλλοντας στην αποτροπή εκδήλωσης έντονων λεκτικών και πολιτικών αντιπαραθέσεων που θα μπορούσαν να προκληθούν συνεπεία της συνύπαρξης των εθνικολαϊκιστικών πολιτικών κομμάτων ‘Εναλλακτική για τη Γερμανία’ και ‘Η Αριστερά’.

 Σε αυτό το πλαίσιο, δύναται να αναφέρουμε πως ο θάνατος του αποτέλεσε την αφορμή για την εκδήλωση του φαινομένου της «εσωτερικοποίησης»,[1] για να παραπέμψουμε στην ανάλυση του καθηγητή Χρήστου Φραγκονικολόπουλου.

 Και τι σημαίνει εν προκειμένω «εσωτερικοποίηση»; Σημαίνει, σύμφωνα με τον Χρήστο Φραγκονικολόπουλο, την «προσαρμογή των εξωτερικών και διεθνών ειδήσεων στις εθνικές αγωνίες».[2]

Υπό αυτό το πρίσμα, ο θάνατος του πρώην υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας προσέφερε το έναυσμα για την πραγματοποίηση τηλεοπτικών αφιερωμάτων απολύτως συνδεδεμένων με το γεγονός πως ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε διαχειρίστηκε την ελληνική κρίση από την θέση του ισχυρού υπουργού Οικονομικών.

Με το γεγονός πως ‘πίεζε’ για την εφαρμογή των μνημονίων, συμβάλλοντας στην ‘επιδείνωση’ των ‘συνθηκών ζωής’ πολλών Ελλήνων πολιτών. Στην σημαντική μείωση του Ακαθαρίστου Εγχωρίου Προϊόντος.

Μία τέτοια προσέγγιση όμως καθίσταται αρκούντως απλοϊκή και σχηματική, καθότι δεν επιτρέπει μία βαθύτερη, ψύχραιμη και επιστημονική  διείσδυση στο ‘βίο και στην πολιτεία’ του Γερμανού πολιτικού, ο οποίος κατέστη ένας ισχυρός ‘insider’ (κατά τον De Winter)[3]  της Γερμανικής πολιτικής σκηνής, πριν ακόμη από την επανένωση των δύο Γερμανιών στα τέλη της δεκαετίας του 1990.

Aπό την θέση του Ομοσπονδιακού υπουργού Εσωτερικών την περίοδο 1989-1991, προετοίμασε το έδαφος για την επιτυχημένη επανένωση των δύο Γερμανιών, της Δυτικής και της κομμουνιστικής Ανατολικής, μαθαίνοντας (η πολιτική ως διαδικασία ‘μάθησης’) ‘από τα μέσα’ πως οι δύσκολες και σκληρές αποφάσεις αρκετές φορές είναι απολύτως αναγκαίες.

Η συμβολή του στην Γερμανική επανένωση διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις προκειμένου να αποκτήσει προφίλ δυνάμει ‘υποψήφιου καγκελάριου,’ θέση την οποία τελικά δεν θα αναλάβει ποτέ, περισσότερο λόγω συγκυριών και εσωκομματικών εξελίξεων (ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ήσαν ενεργό και σημαίνον στέλεχος του Γερμανικού Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος), και όχι λόγω έλλειψης γνώσεων και ικανοτήτων.[4]

Πέραν αυτού, ο μέχρι το 2021 πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Βουλής, έπαιξε ρόλο στη διαμόρφωση της Γερμανικής πολιτικής κουλτούρας, στη σταδιακή άμβλυνση των κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών διαιρέσεων που ενυπήρχαν εντός της Γερμανικής κοινωνίας, και ήσαν ‘κατάλοιπο’ των διεργασιών και του ανταγωνισμού που επικρατούσε την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, και, τελευταίο άλλα όχι έσχατο, στην εμπέδωση της κουλτούρας των κυβερνητικών συνεργασιών που στηρίζονταν όμως στην ύπαρξη ενός ισχυρού κομματικού πόλου.

Παράλληλα, ας μην ξεχνάμε πως από την θέση του υπουργού Εσωτερικών την κυβερνητική περίοδο 2005-2009, συνετέλεσε ώστε να βελτιωθεί κατά πολύ ο συντονισμός και η συνεργασία μεταξύ του Ομοσπονδιακού υπουργείου Εσωτερικών και των  υπουργείων Εσωτερικών  που υφίσταντο σε επίπεδο κρατιδίων. Επίσης, υπήρξε εκ των πρωτεργατών της οικονομικής ανάπτυξης της Γερμανίας την δεκαετία του 2010.

 Με βασικό άξονα την εναντίωση στο πρόσωπο του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε,[5] (και δευτερευόντως σε αυτό της καγκελαρίου Μέρκελ)[6]  διαμορφώθηκαν και αναπαράχθηκαν στην εν Ελλάδι δημόσια σφαίρα, δύο αλληλοτροφοδοτούμενα φαινόμενα.

Πρώτον, ο εντεινόμενος αντι-γερμανισμός, εκεί όπου όσο περισσότερο αντι-μνημονιακός ήσαν κάποιος, τόσο περισσότερο αυξάνονταν οι πιθανότητες να καταστεί καταστατικά ‘αντι-γερμανός,’ ‘εχθρός’ του ‘σύγχρονου Δ’ Ράιχ’.

Και, δεύτερον, ο ένθεν και ένθεν εθνικολαϊκισμός, που κατέστησε τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε τον ‘ιδανικό αποδιοπομπαίο τράγο’. Ψυχαναλυτικά,  θα ισχυρισθούμε πως στον ‘καθρέφτη’ της κρίσης  ο άλλοτε υπουργός Οικονομικών, ‘χρεώθηκε’ λάθη και παραλείψεις άλλων, όντας αυτός στον οποίο ‘κανείς δεν ήθελε να μοιάσει’.

Στρεφόμενοι στον Ζίγκμουντ Φρόιντ, θα τονίσουμε πως για πολλούς Έλληνες εν καιρώ κρίσης, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε είναι αυτός που πρωταρχικά ‘ευθύνεται’ για τη «ματαίωση του ενορμητικού αιτήματος».[7] Δηλαδή, για την «ματαίωση» του ονείρου ή των ονείρων που έκανε ένα άτομο.

Για την ‘απώλεια’ του μέλλοντος του το οποίο θα ήσαν ‘ιδανικό’ και ‘ευτυχισμένο’ εάν δεν υπεισέρχονταν στο προσκήνιο, ως ΄άλλος Εφιάλτης’ που ΄’ξυπνά την νύχτα,’ ο ‘αγέλαστος[8] σαν πέτρα και ψυχρός Σόιμπλε’.

 

[1] Βλέπε σχετικά, Φραγκονικολόπουλος, Χρήστος., ‘ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΜΕ: Οι προϋποθέσεις διαμόρφωσης μιας νέας δημοσιογραφικής & επικοινωνιακής πρακτικής,’ στο: ‘Οι θεσμοί στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης. Αποτίμηση μιας αντιφατικής περιόδου,’ Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα, 2016. Φυσικά, είναι άτοπο και εσφαλμένο να περιμένουμε εκδηλώσεις ‘λατρείας’ για το πρόσωπο του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ανάλογες με αυτές που έλαβαν χώρα από θαυμαστές του Βασίλη Καρρά, αμέσως μετά την ανακοίνωση της είδησης του θανάτου του. Ο εκλιπών τραγουδιστής (είναι επίσης αντι-επιστημονικό και εσφαλμένο να επιχειρήσουμε μία σύγκριση μεταξύ των δύο, πράγμα που δεν θα κάνουμε), συνέβαλλε στη συγκρότηση μίας περισσότερο ‘εκμοντερνισμένης’ ή αλλιώς, ‘μοντέρνας’ εκδοχής της λαϊκότητας την περίοδο της ύστερης Μεταπολίτευσης, μετατοπίζοντας την από το πεδίο του λόγου ή της γλώσσας σε αυτό της συμπεριφοράς: ‘Είμαι λαϊκός όχι γιατί ακούω λαϊκά τραγούδια και μιλώ λαϊκά, όπως ‘όλοι δηλαδή,’ αλλά επειδή συμπεριφέρομαι με τρόπο που δεν προξενεί καμία απολύτως εντύπωση στον Άλλο, παρά το γεγονός πως είμαι δημοφιλής’. Δεύτερον, ο Βασίλης Καρράς διαδραμάτισε ιδιαίτερο ρόλο στη θεμελίωση της άμεσης και αδιαμεσολάβητης επαφής τραγουδιστή και θαμώνων ενός κέντρου διασκέδασης, μετατρέποντας την πίστα σε οιονεί ‘τελετουργικό χώρο’ εντός της οποίας μπορούσαν να ‘χωρέσουν’ σχεδόν τα ‘πάντα’: Ο χορός, ο ‘νταλγκάς,’ οι εκδηλώσεις λατρείας προς τον τραγουδιστή, που εκφράζονταν μέσω συγκεκριμένων χειρονομιών, όπως οι αγκαλιές. Ο Βασίλης Καρράς άμβλυνε την απόσταση μεταξύ τραγουδιστή και θαμώνων, κάτι που λειτούργησε υπέρ των δεύτερων. Τρίτον, βοήθησε πολλούς τις δεκαετίες του 1990 και του 2000 (ο Καρράς απέκλινε αισθητά από το πρότυπο του ‘μάγκα’ το οποίο ακόμη και σήμερα ‘ενσαρκώνει’ με μεγάλη επιτυχία ο τραγουδιστής Γιώργος Μαργαρίτης), να διαχειριστούν τις ερωτικές αποτυχίες και απογοητεύσεις τους, αποτρέποντας τους από το να εκλάβουν τις απογοητεύσεις αυτές ως «τραύμα», σύμφωνα με την διατύπωση του Λεωνίδα Οικονόμου, ο οποίος μας έχει παραδώσει μία εμβριθή μελέτη σχετικά με τον Στέλιο Καζαντζίδη. Και πως κατάφερε κάτι τέτοιο ο Βασίλης Καρράς; Όχι τόσο δια της ανανέωσης της θεματολογίας του λεγόμενου ‘ερωτικού τραγουδιού,’ διαδικασία βέβαια με την οποία μπορούμε να τον συνδέσουμε. Αλλά, περισσότερο με τον θεατρικό σχεδόν τρόπο ερμηνείας του, με τις βαθιές του ανάσες (την ανάσα του κρατά ο James Hetfield των ‘Metallica’ στο τέλος του τραγουδιού ‘Nothing Else Matters’) στο εγκάρσιο σημείο όπου αυτές, ενόσω μάλιστα τραγουδούσε, λειτουργούσαν ως ‘αντίδοτο’ για την ερωτική απογοήτευση και έφεραν τον τραγουδιστή ακριβώς δίπλα στον ‘πάσχοντα’: ‘Πονάω μαζί σου, σε νιώθω καρντάσι γιατί και εγώ πέρασα τα ίδια στο παρελθόν.’  Με αυτόν τον τρόπο, ο ‘πάσχων’ μπορούσε να εξωτερικεύσει το πρόβλημα του και δια αυτού του τρόπου, στηριζόμενος πάνω στον Βασίλη Καρρά και στα τραγούδια του, να το ξεπεράσει. Αξίζει να σημειώσουμε πως ο τραγουδιστής από την Καβάλα υποκατέστησε το περισσότερο ανατολίτικο ‘Αμάν’ με την ανάσα του, η οποία ακούγονταν όσο και η φωνή του. Τέταρτον, φιλοτέχνησε το προφίλ του ‘αυθεντικού καλλιτέχνη’ που δεν ‘υποκρίνεται’ και δεν μπορεί να κρύψει την αγάπη του για την πίστα, για την νύχτα και για τους ανθρώπους της. Ο Καρράς συνετέλεσε όσο λίγοι λαϊκοί τραγουδιστές στη διαμόρφωση της ‘κουλτούρας της νύχτας,’ κατέχοντας την θέση αυτού που ‘όλοι’ σχεδόν ήθελαν να ‘πάνε να ακούσουν,’ ακόμη και αν δεν τους άρεσε η φωνή του και οι στίχοι των τραγουδιών του. Την θέση αυτού που ‘μυεί’ στη νύχτα.  Βλέπε και, Οικονόμου, Λεωνίδας., ‘Στέλιος Καζαντζίδης. Τραύμα και συμβολική θεραπεία στο λαϊκό τραγούδι,’ Εκδόσεις Πατάκης, Αθήνα, 2015. Η δημοφιλία του Βασίλη Καρρά, ιδίως στις ηλικιακές κατηγορίες 30-50,  μπορεί να συγκριθεί με την αντίστοιχη που απολαμβάνει ο κιθαρίστας Rory Gallagher στην Δημοκρατία της Ιρλανδίας.

[2] Βλέπε σχετικά, λέπε σχετικά, Φραγκονικολόπουλος, Χρήστος., ‘ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΜΕ: Οι προϋποθέσεις διαμόρφωσης μιας νέας δημοσιογραφικής & επικοινωνιακής πρακτικής,’ στο: ‘Οι θεσμοί στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης. Αποτίμηση μιας αντιφατικής περιόδου…ό.π. Το ίδιο το γεγονός του θανάτου του, επανέφερε στο προσκήνιο ή αλλιώς, στη εγχώρια δημόσια σφαίρα, την άλλοτε πιο διαδεδομένη λέξη, με βάση την οποία πολιτικά κόμματα ανέπτυξαν τις αφηγήσεις τους. Με βάση την οποία πολίτες προχωρούσαν στην αναδιαμόρφωση της πολιτικής τους συμπεριφοράς. Με βάση την οποία αξιολογούσαν τα γεγονότα. Και ποια είναι αυτή η λέξη-‘κλειδί’; Είναι η λέξη (ή ο όρος) ‘Μνημόνιο,’ την οποία, εν αντιθέσει με πολλούς Έλληνες, πολίτες και πολιτικούς δεν χρησιμοποιούσε ιδιαιτέρως ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Ο συγκεκριμένος όρος δεν ήσαν συμβατός με το εν γένει πολιτικό του προφίλ, εκεί όπου ο ίδιος προτιμούσε να κάνει χρήση λέξεων όπως ‘προσαρμογή,’ ‘μεταρρυθμίσεις,’ ‘πειθάρχηση.’ Και όμως, αυτός ο πολιτικός που στοχοποιήθηκε άκριτα και με λαϊκίστικο τρόπο ως ο ‘μνημονιακότερος των μνημονιακών,’ άφηνε άλλους ευρωπαίους πολιτικούς να κάνουν χρήση του όρου ‘Μνημόνιο,’ μη παραλείποντας όμως να το εκλαμβάνει ως σημαίνον ‘εργαλείο’ για την ‘θεραπεία’ των πολλών ελληνικών ‘παθογενειών’ και στρεβλώσεων που καθιστούσαν την Ελλάδα την ‘εξαίρεση’ από τον ευρωπαϊκό κανόνα.

[3] Βλέπε σχετικά, De Winter, L., ‘Parliamentary and party pathways to the  cabinet,’ στο: Blondel, J., & Thiebault, J.L., (επιμ.), ‘The profession of Government Minister in Western Europe,’ Macmillan, 1991, σελ. 44-69. Το μείζον πολιτικό επίτευγμα του Γερμανού πολιτικού, ήσαν το γεγονός πως κατάφερε να πείσει για την ορθότητα των θέσεων του πολιτικούς από τρία διαφορετικά κόμματα με τους οποίους συνεργάστηκε: Δηλαδή, πολιτικούς από την Νέα Δημοκρατία, το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα και ακόμη και τον ριζοσπαστικό και εθνικολαϊκιστικό Συνασπισμό της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Τόσο ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε όσο και η Άνγκελα Μέρκελ (ο Σόιμπλε ήσαν το κατάλληλο ‘αντίπαλο δέος’ στον Γιάνη Βαρουφάκη, τότε υπουργό Οικονομικών της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-Ανεξαρτήτων Ελλήνων), επέμειναν, το πρώτο εξάμηνο του 2015, στις θέσεις τους, καθιστώντας τον ΣΥΡΙΖΑ έκθετο και αντιμέτωπο με τις ίδιες του τις ριζοσπαστικές υποσχέσεις και αντιφάσεις. Θεωρούμε πως ένας εκ των πλέον βασικών λόγων για τους οποίους κατάφερε να συνεννοηθεί με τους ριζοσπάστες Αριστερούς του ΣΥΡΙΖΑ, ήσαν και η ύπαρξη συσσωρευμένης εμπειρίας από την περίοδο όπου διαπραγματεύονταν με Ανατολικογερμανούς κομμουνιστές για τους όρους της Γερμανικής επανένωσης.

[4] Θεωρητικώ τω τρόπω, θα επισημάνουμε πως είναι εξόχως αντιφατικό ένας βαθιά φιλο-ευρωπαίος πολιτικός, ένας θιασώτης της αντίληψης περί ‘Ευρωπαϊκής Γερμανίας’,  ο οποίος εργάστηκε για την εμβάθυνση της διαδικασίας ευρωπαϊκής ενοποίησης, για την ισχυροποίηση της Ευρωζώνης,  για την δημιουργία μίας Gemeinschaft, για να δανεισθούμε την ορολογία του Deutsch, ήτοι ενός ευρωπαϊκού «λαού», τα μέλη του οποίου αναπτύσσουν «σταδιακά το αίσθημα της «συντροφικότητας και της «ενότητας», σύμφωνα με την θεώρηση του Δημήτρη Χρυσοχόου, να εγκαλείται για αντι-ευρωπαϊκή στάση, επειδή κάποια στιγμή, ζήτησε την έξοδο της Ελλάδας από την Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω, διατηρούμε αμφιβολίες για το κατά πόσον επιθυμούσε την έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη και, σε ένα δεύτερο επίπεδο, και από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι αναφορές του σε αυτό το ενδεχόμενο, ενείχαν περισσότερο τα χαρακτηριστικά της ‘μπλόφας’ (για να θυμηθούμε και τον επίσης πρόσφατα εκλιπών Χένρι Κίσινγκερ), μέσω της οποίας προσπαθούσε να πείσει μέχρι την τελευταία στιγμή τους αρκετούς Έλληνες πολιτικούς με τους οποίους συνεργάστηκε, για την σημασία της εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων που είχαν συμφωνηθεί. Για την ζωτική ‘ανάγκη’ η Ελλάδα να ‘προσεγγίσει’ το επίπεδο των ευρωπαίων εταίρων της και να μην ‘μείνει πίσω,’ ασθμαίνοντας στη συνέχεια προκειμένου να τους ‘προλάβει’. Βλέπε σχετικά, Deutsch, Karl., ‘Political Community and the North Atlantic Area,’ Princeton NJ, Princeton University Press, 1957. Επίσης, Χρυσοχόου, Δημήτρης., ‘Θεωρία της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης,’ Πρόλογος: Τσινισιζέλης, Μιχάλης. Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα, 2003, σελ. 111. Εν είδει υποθέσεως εργασίας, θα υποστηρίξουμε πως η παρουσία του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε (αν όντως επιθυμούσε πραγματικά την έξοδο της Ελλάδας από την Οικονομική και Νομισματική Ένωση, είχε την δυνατότητα να επιβάλλει κάτι τέτοιο), και η εμπλοκή του με τα της ελληνικής κρίσης, έθεσε τις βάσεις για την συγκρότηση εν Ελλάδι του ‘ρεύματος’ του κρισιακού ‘εξευρωπαϊσμού.’ Οι φορείς αυτού του ‘ρεύματος,’ κατόρθωσαν σταδιακά, παρά την κυριαρχία  των εθνικολαϊκιστικών και μανιχαϊστικών αντι-μνημονιακών αφηγήσεων, να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, ομνύοντας στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και στην σημασία της παραμονής της Ελλάδας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παραμονή που είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη της προόδου. Δεν θεωρούμε πως είναι ορθό να επικρίνεται ως θιασώτης της ‘επιστροφής στη δραχμή’  Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, την στιγμή όπου το πρώτο εξάμηνο του 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Γιάνης Βαρουφάκης ‘φλέρταραν’ με την αποχώρηση της χώρας από την ΟΝΕ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως επίσης και με διαφορετικές εκδοχές κρατικού αυταρχισμού (Ρωσία, Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας). Πως ένας αποδεδειγμένα αντίπαλος του εθνο-κεντρισμού που επεδίωξε με ζέση την επανένωση των δύο Γερμανιών, να επιθυμεί την αποχώρηση της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση;

[5] Για αρκετούς ακραίους αντιμνημονιακούς (βλέπε την περίπτωση του Λάκη Λαζόπουλου)  δεν ήσαν παρά ο ‘σακάτης που μισεί την Ελλάδα και οτιδήποτε ελληνικό’. Ο ‘σακάτης που φθονεί και μισεί και τον ίδιο του εαυτό επειδή δεν μπορεί να περπατήσει’.  Και όμως, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε έσπευσε να αξιοποιήσει την αναπηρία του που προήλθε μετά από την δολοφονική επίθεση την οποία δέχθηκε, προκειμένου να αποκτήσει την απαραίτητη για έναν πολιτικό, ‘ανθεκτικότητα’. Πως θα μπορούσε να βρίσκεται στο πολιτικό προσκήνιο επί πολλά έτη και μάλιστα συνεχόμενα, κάτι που δεν κατάφερε ο νυν επικεφαλής του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος Φρίντριχ Μερτς, εάν δεν ήσαν ‘ανθεκτικός’; Εφόσον επιβίωσε μίας τέτοιας επίθεσης, όλα τα άλλα του φαίνονταν περισσότερο εύκολα. Και μεταξύ αυτών, η συνεργασία με πολιτικούς που ασπάζονταν τελείως διαφορετικές πεποιθήσεις.

[6] Και ο ίδιος ο Σόιμπλε βέβαια, δεν μπόρεσε να κάνει κάτι για να αποτρέψει την εκλογική νίκη του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος στις βουλευτικές εκλογές του 2021.

[7] Αναφέρεται στο: Παπαχριστόπουλος, Νικόλαος., ‘Ο μηχανισμός της μετουσίωσης στον Φρόυντ και τον Λακάν,’ Διδακτορική Διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2005, σελ. 61, Διαθέσιμη στο: Διατριβή: Ο μηχανισμός της μετουσίωσης στον Φρόυντ και τον Λακάν - Κωδικός: 34498 (ekt.gr) Εκτιμούμε, θεωρητικά, πως μετεξέλιξη της ανιστορικής και παντελώς λανθασμένης ‘ταύτισης’ του Ναζιστικού Γερμανικού-Εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος με την σύγχρονη και φιλελεύθερη Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας η οποία υποτιμητικά αποκαλούνταν ως ‘Τέταρτο Ράιχ,’ ήσαν και η πρόσληψη της Γερμανικής κουλτούρας ως ενός ομοιογενούς και ‘αδιαπέραστου’ από κάθε εξωτερική επιρροή πλέγματος, εντός του οποίου εκκολάπτονται ‘μόνο’ (ας το κρατήσουμε αυτό), ‘στυγνοί γραφειοκράτες με στολή,’ ‘τέρατα’ που δεν ‘έχουν μάθει παρά να υπηρετούν τον φορέα στον οποίο ανήκουν’. Εμβαθύνοντας περαιτέρω, θα πούμε πως ‘παράγωγο’ του σύγχρονου αντι-Γερμανισμού της περιόδου της κρίσης,  ήσαν και ο ‘αντι-Σοϊμπλισμός’: Ουκ ολίγοι πολιτικοί εν καιρώ βαθιάς κοινωνικής και πολιτικής κρίσης, αναδείχθηκαν στο προσκήνιο και οικοδόμησαν το πολιτικό, αντι-μνημονιακό  τους προφίλ επενδύοντας πόρους σε ό,τι ‘ικανοποιούσε όλους’: Ήτοι, στην εναντίωση στον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε (βλέπε την περίπτωση της  προέδρου  της Πλεύσης Ελευθερίας, Ζωή Κωνσταντοπούλου). Στην ίδια κατηγορία με την Ζωή Κωνσταντοπούλου, μπορούμε να εντάξουμε και τον Πάνο Καμμένο των ‘Ανεξάρτητων Ελλήνων.’

[8] Η ‘απο-ανθρωποποίηση’ του και η αναπαράσταση του ως ‘ρομπότ’ που δεν μιλά παρά μόνο την ‘μόνη γλώσσα που ταιριάζει σε αυτόν’ (Γερμανικά)  συνιστούν  τμήμα του εν ευρεία εννοία ‘αντι-Σοϊμπλισμού.’ Κατ’ αυτόν τον τρόπο, επανέρχονταν σε πρώτο πλάνο η επιθυμία θανάτου: ‘Ο καλός Θεός δεν θα αργήσει να τον ‘πάρει’.