Οθόνες και η κουλτούρα του κενού

Στέλιος Στυλιανίδης 03 Σεπ 2017

Σκηνή 1η: Ηλιοβασίλεμα σε μια υπέροχη παραλία των Κυκλάδων. Μια παρέα από εφήβους, αγόρια και κορίτσια, ρίχνουν κλεφτές ματιές στο τοπίο και εστιάζουν την προσοχή τους στις οθόνες των smartphones. Η ομορφιά των χρωμάτων σε προτρέπει να βυθιστείς μέσα στη φύση. Αλλά οι έφηβοι βυθίζονται στο κινητό τους για να ανεβάσουν φωτογραφίες στο Ιnstagram.

Σκηνή 2η: Ρομαντικό τετ α τετ νέου ζευγαριού σε γραφικό παραθαλάσσιο ταβερνάκι. Σε διάρκεια μιας ώρας μπορούν και ανταλλάσσουν κάποιες κουβέντες μεταξύ τους για κάτι λιγότερο από δέκα λεπτά. Ο υπόλοιπος χρόνος είναι αφιερωμένος στον ψυχαναγκαστικό έλεγχο της οθόνης του κινητού τους, κάτι που μοιάζει να μην ενοχλεί κανέναν από τους δύο.

Σκηνή 3η: Ομάδα κοριτσιών σε νυχτερινή έξοδο, σε μπαρ κοσμικού νησιού. Είναι προφανές ότι έχουν βγει για να φλερτάρουν και να διασκεδάσουν. Οι διστακτικές ματιές των αρσενικών γύρω τους δεν τους αποτρέπουν από το να σχολιάζουν εμφατικά τα μηνύματα και τις αναρτήσεις που διαρκώς ανανεώνονται στη συσκευή. Βλεμματική επαφή, παιχνίδι, χαμόγελα, ανύπαρκτα.

Τι είναι αυτή η φαινομενολογία της εξάρτησης από τις οθόνες; Τι διάσταση έχει πάρει και ποια είναι τα βαθύτερα αίτιά της; Μερικά πρόσφατα δεδομένα δείχνουν ότι το 67% των κατόχων smartphones κοιτούν την οθόνη κάθε επτά λεπτά, ενώ το 44% κοιμούνται με το κινητό δίπλα στο μαξιλάρι για να μη χάσουν «τίποτα». Τι προκαλεί αυτό το FOMO (Fear of missing out), δηλαδή το φόβο ότι κάτι μπορεί να χάσω; Τα άτομα που πάσχουν από αυτό το σύνδρομο μπορεί να παρουσιάσουν ψυχολογικές διαταραχές, όπως αύξηση του άγχους, καταθλιπτικά συμπτώματα, μείωση του βαθμού συγκέντρωσης, φοβίες, δυσκολίες προσαρμογής σε νέο κοινωνικό περιβάλλον, συχνά, στους μεγαλύτερους, και αύξηση της αρτηριακής πίεσης.

Η «επιτυχία» της δουλείας στη συσκευή στηρίζεται σε τρεις βασικές ανάγκες:

• Στην ανάγκη σύνδεσης, επαφής και αυθεντικής επικοινωνίας.

• Στην ανάγκη τού να ανήκει κανείς σε μια ομάδα.

• Στην ανάγκη για άμεση αναγνώριση.

Αν μία από αυτές τις ανάγκες δεν ικανοποιείται, η δημιουργία ενός εικονικού «εγώ», που δήθεν ελέγχει την πληροφορία, συνδέεται, απαντά, ενσωματώνει κάθε νέα εφαρμογή με ένα βαθιά ψυχαναγκαστικό τρόπο, γίνεται μέσο υποκατάστασης της πραγματικής ζωής. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα προσπαθεί να συγκροτήσει έναν ψευδή εαυτό, μια ψευδοταυτότητα:

Υπάρχω μέσα από αυτό που δείχνω στους άλλους, είμαι προέκταση της εικόνας μου που την κατασκευάζω.

Τι κρύβεται πίσω από όλα αυτά;

Μια διογκούμενη ναρκισσική οδύνη και μια υπαρξιακή αγωνία γύρω από την ταυτότητά μας. Ο Φρόιντ χρησιμοποιεί μια διατύπωση που με έναν ορισμένο τρόπο συμπυκνώνει όλη την προβληματική της ναρκισσικής οδύνης:

«Ενας ισχυρός εγωισμός προστατεύει από την αρρώστια, αλλά πρέπει να αγαπήσουμε για να μην αρρωστήσουμε και αρρωσταίνουμε όταν δεν μπορούμε πια να αγαπήσουμε».

Ο συναισθηματικός δεσμός σε αυτού του τύπου την ιστορική συγκυρία που διανύουμε, με την κατάρρευση βασικών σημείων κοινωνικής αναφοράς, γίνεται ένα ζωτικό διακύβευμα: Πρέπει να αγαπάμε ή να μισούμε. Στο πλαίσιο αυτής της σύγχρονης κρίσης ταυτότητας η αγάπη που απευθύνουμε προς τον άλλο προσπαθεί να γεμίσει, συχνά ατελώς, αυτό που είναι ελλειμματικό μέσα μας.

Η βαθιά αγωνία μας είναι να αντέξουμε τη συναλλαγή και τη διαπραγμάτευση με το κενό. Δηλαδή, να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά το άγχος του αδειάσματος. Η καταπολέμηση της αίσθησης ή του φόβου ότι χάνουμε την εσωτερική μας συνοχή, ότι αδειάζουμε ως εάν να υποφέραμε από μια διαρκή απώλεια, προϋποθέτει την ανάγκη να έχουμε ένα εσωτερικό πλαίσιο που θα μας επιτρέψει να σκεφτούμε και να νοηματοδοτήσουμε αυτό το κενό.

Στην ασυνείδητη προσπάθεια του ατόμου να σταματήσει αυτή τη ναρκισσική αιμορραγία αποδίδουμε και την αγωνία του να αγκιστρωθεί από ένα αντικείμενο που διαθέτει συγκεκριμένες λειτουργίες: Το smartphone γίνεται αντικείμενο ελέγχου και επικυριαρχίας και ταυτόχρονα αντικείμενο κοινωνικής σαγήνης. Από εκεί απορρέει η τεράστια δύναμη της εξάρτησης από αυτό, η εθιστική του ισχύς.

Βρισκόμαστε τόσο σαν ειδικοί όσο και σαν γονείς και πολίτες απέναντι σε νέες, ανεξερεύνητες ακόμη παθολογίες που έχω την εντύπωση ότι τροφοδοτούνται ανελλιπώς από την κουλτούρα του κενού, της ρευστότητας και του εφήμερου που αναπαράγεται από τα social media. Βαδίζουμε σε μια terra incognita που οφείλουμε να διερευνήσουμε συστηματικά προς όφελος της αληθινής ζωής που χάνεται μέσα σε μια εικονική πραγματικότητα.