Δυστυχώς, ούτε έξω, ούτε μέσα, πάμε καλά

Γιάννης Μαγκριώτης 24 Μαϊ 2022

Τα τελευταία χρόνια, σε όλο τον κόσμο, η μια κρίση διαδέχεται την άλλη. Κάθε κρίση προκαλείται από μια ή περισσότερες ανισορροπίες σε οικονομικό, γεωπολιτικό, περιβαλλοντικό ή κοινωνικό πεδίο, σε παγκόσμιο, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο. Οι ανισορροπίες πυκνώνουν και οξύνονται, δημιουργούνται από την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, τις νέες τεχνολογίες, και τους τρόπους που τις αξιοποιούν, οι πολυεθνικοί όμιλοι και οι μεγάλες αναπτυσσόμενες χώρες, με ανελεύθερα καθεστώτα, όπως η Κίνα και όχι μόνο.  Η κάθε χώρα βιώνει διαφορετικά τις κρίσεις, ανάλογα με την ισχύ και την ανθεκτικότητά της.

Η χώρα μας, μετά το 2008, βιώνει τραυματικά τις διαδοχικές κρίσεις, γιατί έχει μεγάλες ανισορροπίες και περιορισμένη ανθεκτικότητα, σε πολλούς τομείς.
Η αρχή έγινε με την οικονομική κρίση, που ξέσπασε στην χώρα μας το 2008, λόγω της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ το 2007, και μας βρήκε με εκρηκτικά διπλά ελλείματα, του δημοσίου ελλείμματος, σε συνδυασμό με το εκρηκτικό δημόσιο χρέος και του μεγάλου ελλείματος του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών.

Εξουθενωμένη η χώρα, οικονομικά και κοινωνικά, βρέθηκε αντιμέτωπη με την μεταναστευτική-προσφυγική κρίση, την υγειονομική κρίση και τώρα την ενεργειακή κρίση και την εκρηκτική ακρίβεια.

Η χώρα, βιώνει πιο επώδυνα όλες τις κρίσεις, λόγω των παραγωγικών αδυναμιών, των αδυναμιών του κράτους και των λαθών των κυβερνήσεων.

Από τον Φλεβάρη, ζούμε και πρωτόγνωρες γεωπολιτικές κρίσεις, συνέχεια των κρίσεων στην Μέση Ανατολή, που ξεκίνησαν με τον εμφύλιο πόλεμο στην Συρία και τις επεμβάσεις τρίτων χωρών, και κορυφώθηκαν με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Η χώρα μας, αιφνιδιασμένη από την υπογραφή του Τουρκολυβικού Μνημονίου, τον Νοέμβριο του 2019, για τον καθαρισμό των θαλάσσιων ζωνών, μεταξύ των δύο χωρών, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου και του δικαίου της θάλασσας, ξεκίνησε να υπογράφει διμερείς συμφωνίες για τον καθαρισμό των δικών της θαλάσσιων ζωνών, μόνο που αυτές έχουν περιορισμένη σημασία, και δημιουργούν γκρίζες ζώνες, σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις, για το ίδιο θέμα, με την Λιβύη και την Τουρκία, αφού η χώρα μας έχει αποδεχθεί, ότι τα νησιά, ακόμη και η Κρήτη, δεν έχουν πλήρη επήρεια στην διαμόρφωση της ΑΟΖ.
Για τους ίδιους λόγους, η χώρα μας, υπέγραψε αμυντικές συμφωνίες με την Γαλλία και τις ΗΠΑ, οι οποίες έδειξαν την περιορισμένη αξία τους με τα νέα γεωπολιτικά δεδομένα που δημιούργησε ο πόλεμος στην Ουκρανία και, ξεκίνησε μία κούρσα εξοπλισμών, μερικώς αναγκαίους, αλλά δεν φαίνεται να έχουν τέλος, που δεν υπήρχαν σε κανένα προεκλογικό πρόγραμμα των κομμάτων και ξεπερνούν κατά πολύ τις δυνατότητες της οικονομίας μας.

Η κυβέρνηση εθελοτυφλεί, νομίζοντας ότι η απόλυτη ταύτιση με την στρατηγική για τον πόλεμο, με την Ουάσιγκτον, θα εξασφαλίσει την χώρα μας από την αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας. Από την άλλη διακηρύσσει την πίστη της στην «Ευρωπαϊκή Στρατηγική Αυτονομία», αγνοεί όμως τις θέσεις και τις επιλογές της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ιταλίας, για την αντιμετώπιση της Ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και τις προϋποθέσεις, για μια αποδεκτή λύση στην σύγκρουση που ξεκίνησε το 2014, με την ενσωμάτωση της Κριμαίας, στην Ρωσική Ομοσπονδία.
Δυστυχώς, η γεωπολιτική κρίση ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την Τουρκία, που απολαμβάνει πλέον αυτό που επιδιώκει χρόνια, την αυτονομία στις γεωπολιτικές επιλογές της, αφού ουσιαστικά έχει αναγνωριστεί από Δύση και Ανατολή, ως Περιφερειακή υπερδύναμη.

Φυσικά, η στρατηγική αυτή της Άγκυρας, έχει και το τίμημά της, όμως αυτό είναι απορροφήσιμο, από την σημερινή ισχύ της, που την αναγνωρίζουν στις ισχυρές πρωτεύουσες, αφού την έχουν πιο μεγάλη ανάγκη, από ότι την χώρα μας.

Η τελευταία πρωτοφανής επίθεση Ερντογάν στον Μητσοτάκη, αποκαλύπτει την πίεση που ζει, λόγω του ρόλου πού διεκδικεί και των ανάλογων επιλογών, πρέπει όμως να σκεφτούμε ότι, η επιλογή να αρνηθεί κάθε συνάντηση με τον Μητσοτάκη, στο προσεχές μέλλον, στέλνει ένα ισχυρό μήνυμα στην Ουάσιγκτον και τις Βρυξέλλες, που διακαώς επιθυμούν και για ευνόητους λόγους, προσέγγιση Ελλάδας-Τουρκίας, με στόχο την ενίσχυση της Νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, που έχουν μεγάλη ανάγκη, λόγω της πίεσης που θέλουν να ασκήσουν στην Ρωσία, για να την εξουδετερώσουν, με στόχο να ρίξουν όλες τις δυνάμεις τους, στην αναχαίτιση της Κίνας, που είναι και η μεγάλη απειλή για τις ΗΠΑ και την ΕΕ.
Στο άλλο κρίσιμο πεδίο, την οικονομία, που επίσης είναι σε κρίση, λόγω της ύφεσης που προκάλεσε η πανδημία και του στασιμοπληθωρισμού, που πλανιέται πάνω από τις ανεπτυγμένες χώρες, λόγω της εκρηκτικής αύξησης των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας, του φυσικού αερίου και των καυσίμων, η κυβέρνηση, φαίνεται να ενισχύει ακόμη περισσότερο, τους μεγάλους εγχώριους και ξένους ομίλους, με κάθε τρόπο, εις βάρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, αφού δεν τις αφήνει περιθώρια επιβίωσης, πολύ περισσότερο ανάπτυξης, δημιουργώντας, ακόμη μεγαλύτερες ανισότητες στο εσωτερικό της χώρας, που εκμεταλλεύονται την δεσπόζουσα θέση τους, εις βάρος των καταναλωτών, υπονομεύοντας και τον ρόλο των στρωμάτων αυτών στην αποσυμπίεση της κοινωνικής πόλωσης, με κινδύνους και για την ποιότητα, της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Η εκρηκτική ακρίβεια, που ξεκίνησε πριν την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και, γίνεται ανεξέλεγκτη όσον αφορά το ύψος και την διάρκεια, απειλεί την παγκόσμια οικονομία.

Η χώρα μας, λόγω των μεγάλων προβλημάτων που άφησαν οι προηγούμενες κρίσεις, κινδυνεύει πολύ περισσότερο, να βυθιστεί σε ένα φαύλο κύκλο στασιμοπληθωρισμού, για την αντιμετώπιση του οποίου σπαταλούνται και θα σπαταληθούν εθνικοί, αλλά και οι πολύτιμοι κοινοτικοί πόροι, για την ανάπτυξη, την παραγωγική αναδιάρθρωση της οικονομίας της, και την πράσινη μετάβαση.

Δυστυχώς, τα Συνέδρια των κομμάτων, που οργανώθηκαν τον τελευταίο μήνα, λίγο ασχολήθηκαν με την ανάλυση των μεγάλων ανατροπών και τις απειλές που δημιουργούν για την χώρα μας, την οικονομία και την κοινωνία .
Εκτός από την κομματική συσπείρωση, κυρίως μέσα από την καταγγελία των αντίπαλων κομμάτων, δεν φάνηκε να τα απασχολούν τα μεγάλα προβλήματα της χώρας, της οικονομίας και των πολιτών και κυρίως των αδύναμων πολιτών.

Σε ένα τέτοιο ρευστό και επικίνδυνο, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό περιβάλλον, τα κόμματα με το μυαλό στις δημοσκοπήσεις ετοιμάζονται για εκλογές, και μετά, τί;