Πολιτική ηγεμονία και Κεντροαριστερά

Γιώργος Σιακαντάρης 01 Φεβ 2014

«Εποχή για ενότητα». Αυτή η φράση μαζί με άλλες παρόμοιες του τύπου «θέσεις ευθύνης», «ώρα αποφάσεων», «καιροί για ομοψυχία», «όλοι μαζί» αποτελούν κλισέ, τα οποία τελευταία εμφανίζονται συχνά στην πολιτική συζήτηση για την Κεντροαριστερά. Ο στερεότυπος λόγος εμφανίζεται, εκεί όπου δεν υπάρχουν πολιτικά σχέδια. Και τέτοια σχέδια δεν υπάρχουν, όταν η πολιτική αντιμετωπίζεται ως μια διαδικασία τυπικής συνεννόησης και συμφωνίας και όχι ως μια διαδικασία όπου η όποια δυνατή και ευκταία συμφωνία ή συμβιβασμός είναι αποτέλεσμα συσχετισμού αντίθετων κοινωνικών δυνάμεων και συμφερόντων. Εκεί όπου η πολιτική μετατρέπεται σε παιγνίδι άδειων λέξεων και απολίτικης ρητορείας, εκεί και κυριαρχούν αποστεγνωμένες πολιτικά φράσεις, οι οποίες καλούνται να «φτιασιδώσουν» κάθε είδους πολιτική αοριστολογία. Αυτά θυμίζουν τον επικοινωνιολόγο ή τον διαφημιστή που του έχει δοθεί το θέμα, δεν του έχει διευκρινίσει όμως ο πελάτης, αν πρέπει να επιχειρηματολογήσει υπέρ ή κατά.

Στα ρηχά εδάφη της πολιτικής κοινοτοπίας φαίνεται να έχει κολλήσει η προσπάθεια για τη συγκρότηση του σύγχρονου ελληνικού κεντροαριστερού ή σοσιαλδημοκρατικού πόλου. Όχι δεν θα αμφισβητήσω ότι και καλά μυαλά υπάρχουν και οι προθέσεις των περισσότερων είναι ειλικρινείς και ανιδιοτελείς, ούτε θα αμφισβητήσω ότι ένα μεγάλο τμήμα των πολιτών (από 25% έως 40%), το οποίο δεν σαγηνεύεται από τους δεξιούς και αριστερούς εθνολαϊκισμούς, επιθυμεί τη δημιουργία του ελληνικού σοσιαλδημοκρατικού χώρου.

Τι συμβαίνει όμως και παρόλο που όλα τα παραπάνω υπάρχουν, αυτή η προσπάθεια δεν πείθει για την πολιτική της αποτελεσματικότητα; Τα «πρόβατα ψοφούν», παρότι τα «βγάζουν στον ήλιο», γιατί αυτός δεν φτάνει. Χρειάζεται και χορτάρι για την τροφή τους. Και το χορτάρι είναι η ύπαρξη πρότασης συνασπισμού εξουσίας και διακυβέρνησης. Πρόταση διακυβέρνησης ωστόσο δεν σημαίνει να γίνεται η συμμετοχή στην κυβέρνηση αυτοσκοπός. Σημαίνει σχέδιο με συγκεκριμένες (κοινωνικές και όχι αγοραίες αν μιλούμε για τη Σοσιαλδημοκρατία) προτεραιότητες για τη διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής και ιδεολογικής ηγεμονίας.

Η πολιτική, σύμφωνα με τον Γκράμσι, έχει δύο όψεις. Η μια της όψη είναι η διευθυντική και αυτή αφορά στο πώς οργανώνεις τις δικές σου ταξικές συμμαχίες. Η δεύτερη πλευρά της είναι η αυτή της κυριαρχίας και αφορά στο πώς αντιμετωπίζεις τις πολιτικές, ταξικές και ιδεολογικές συμμαχίες των αντιπάλων σου. Μόνο ο συνδυασμός αυτών των δυο όψεων είναι σε θέση να προσφέρει σ’ ένα πολιτικό και κομματικό σχηματισμό την ηγεμονία στην κοινωνία και από εκεί στο κράτος.

Για να έχει όμως κάποιος σχέδιο ηγεμονίας πρέπει να έχει πρόταση εξουσίας. Επαναλαμβάνω όχι πρόταση διαρκούς συμμετοχής στην κυβερνητική εξουσία, αλλά σχέδιο που θα πείθει ότι οι προτάσεις που καταθέτει είναι δυνατόν να υλοποιηθούν. Τα κόμματα επιτυγχάνουν μόνο, όταν αποτελούν τα ίδια συνασπισμούς εξουσίας (παλαιό ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, βρετανοί συντηρητικοί η εργατικοί, γερμανική Χριστιανοδημοκρατία ή Σοσιαλδημοκρατία κλπ ) ή όταν μπορούν να εμφανίζονται ως φορείς που συνδέονται και στηρίζουν κάποιον συνασπισμό εξουσίας (γερμανοί πράσινοι ή φιλελεύθεροι, ενίοτε βρετανοί φιλελεύθεροι ή αριστερά κόμματα πέραν της παραδοσιακής Σοσιαλδημοκρατίας όπως τα Left Alliance, Green League στην Φιλανδία, το Left-Green Movement στην Ισλανδία, τα Danish Social Liberal Party και Socialist People?s Party στην Δανία και πολλά άλλα.

Στην ελληνική πολιτική ζωή υπήρξε ένα κόμμα, το ΚΚΕ ες, που κατέθετε σοβαρές προτάσεις και ανταποκρίνονταν στο πνεύμα του ορθού λόγου και της μετριοπαθούς πολιτικής στάσης. Ένα κόμμα που είχε στην τάξη του σοβαρούς και έντιμους πολιτικούς, διανοούμενους, αλλά και ισχυρή ιδεολογική ταυτότητα. Αυτό το κόμμα όμως απέτυχε γιατί δεν κατόρθωσε να προτείνει τις κατάλληλες κοινωνικές συμμαχίες, οι οποίες θα του επέτρεπαν να μετατραπεί σε συνασπισμό εξουσίας ή να συμμετάσχει σ’ έναν τέτοιο. Ήταν ένα κόμμα που οι εξελίξεις το δικαίωσαν στα περισσότερα απ’ όσα υποστήριζε, αλλά ποτέ δεν κέρδισε κάτι παραπάνω από το 3% του ελληνικού λαού. Απ’ αυτήν την αδυναμία έχασε η ανανεωτική Αριστερά, αλλά προπαντός η χώρα.

Και για να έρθω και στο δια ταύτα. Το πρόβλημα με την ελληνική Κεντροαριστερά δεν είναι ούτε η όποια απουσία προγράμματος, ούτε οι οργανωτικές αδυναμίες, ούτε ακόμη και οι προσωπικές φιλοδοξίες (το να αναζητεί κανείς άτομα χωρίς φιλοδοξίες στην πολιτική είναι ανοησία, αν όχι υποκρισία και βεβαίως όχι ευκταία εξέλιξη). Το πρόβλημα της είναι ότι πρώτον δεν έχει εμφανή κοινωνική ατζέντα και δεύτερον δεν φαίνονται υλοποιήσιμα, όλα όσα υποστηρίζει, είτε επειδή αυτή τη στιγμή δεν δύναται η ίδια να αποτελεί συνασπισμό εξουσίας είτε επειδή αυτή δεν προτείνει μια στρατηγική συμμαχία για ένα διαφορετικό συνασπισμό εξουσίας.

Η άρνηση του υπό διαμόρφωση ελληνικού κεντροαριστερού πόλου να κοιτάξει συμμαχίες και προς την πλευρά που βρίσκεται στα «αριστερά» του, αυτομάτως τον μετατρέπει σε τμήμα μιας συμμαχίας με τη ΝΔ. Αυτή συμμαχία, όσο η χώρα θα ξεπερνά την στείρα αντιπαράθεση Μνημόνιο ή αντιμνημόνιο, όλο και περισσότερο θα μετατρέπει την κομματικώς πληθυντική- με τα μέχρι τώρα δεδομένα- Κεντροαριστερά σε περιττό στοιχείο του πολιτικού συστήματος.

Όσο δεν υπάρχει μια πρόταση συμμαχιών εκ μέρους της Κεντροαριστεράς -σ’ όλες της τις εκφάνσεις- που να πιέζει και τη ριζοσπαστική Αριστερά προς την κατεύθυνση εξορθολογισμού της πολιτικής της, μια πρόταση η οποία θα εμπνέεται από το γεγονός ότι η συμμαχία της Κεντροαριστεράς με την υπόλοιπη μη κομμουνιστική Αριστερά είναι μια συνήθης πολιτική πρακτική στην υπόλοιπη Ευρώπη, τότε τόσο περισσότερο ο ΣΥΡΙΖΑ στο βαθμό που θα βλέπει να είναι τόσο κοντά, αλλά χωρίς συμμάχους, άρα και τόσο μακριά από την εξουσία, θα εγκλωβίζεται στις λογικές του «εμείς ή αυτοί» και στις αλά ΑΝΕΛ συνομωσιολογικές αντιλήψεις.

Η ελληνική Κεντροαριστερά του 2014 δεν θα ευδοκιμήσει, αν δεν κατανοήσει ότι δεν μπορεί να πείθει μόνο με την καταγγελία της ελληνικής παθολογίας, (όπως μονομερώς κάνουν διάφοροι από τις πηγές του σταλινισμού εκβαλλόμενοι «φιλελεύθεροι»). Χρειάζεται και πρόταση για κυβερνητικές συνεργασίες, διαφορετικές από τις σημερινές. Η Κεντροαριστερά δεν θα πείσει με συναισθηματικές αναφορές του τύπου «σώσαμε, σώζουμε και θα σώζουμε τη χώρα», αλλά με την ανάδειξη ενός συνολικού προγράμματος για τη δημιουργία μιας κοινωνίας ισορροπημένων προϋπολογισμών, ενίσχυσης του παραγωγικού κεφαλαίου, αλλά και μια κοινωνία ίσων ευκαιριών και μείωσης των ανισοτήτων μέσα από τη φορολογική αναδιανομή. Από μόνο του όμως όσο και καλό να είναι ένα πρόγραμμα, ποτέ δεν αγγίζει ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Χρειάζεται κάτι ακόμη. Αυτό το λένε και ιδεολογική ηγεμονία.

Η Κεντροαριστερά δεν έχει μέλλον αν λειτουργεί ως γεωγραφικός ασπόνδυλος ενδιάμεσος ουδέτερος πόλος, αλλά έχει πολύ μέλλον αν λειτουργεί ως πολιτικός ενδιάμεσος πόλος. Και νομίζω ότι η διαφορά είναι κάτι παραπάνω από προφανής. Ο πολιτικός ενδιάμεσος πόλος έχει πάντοτε πρόταση ιδεολογικής ηγεμονίας και συνασπισμού εξουσίας, ενώ ο γεωγραφικός ενδιάμεσος πόλος αποτελεί ένδυμα της απολιτικότητας, γι’ αυτό και κλείνει το ρήμα μπορώ σ’ όλα τα πρόσωπα και χρόνους, ενώ στην ουσία δεν μπορεί τίποτα.

Ο πολιτικός ενδιάμεσος πόλος, όπως ορθά υποστηρίζει ο Γιώργος Παγουλάτος στην Καθημερινή (26-01-2014), δεν μπορεί να ελκύεται από την «αβάστακτη γοητεία του μικρού». Για να μην ελκύεται όμως κάποιος από τη γοητεία του γκρουπούσκουλου, για να θυμίσω ένα παλιό αριστερό όρο, πρέπει αυτός να είναι σε θέση να καταθέτει, όχι διαδικαστικές προτάσεις, αλλά πρόταση ηγεμονίας (διευθυντικής και κυριαρχικής με την προαναφερθείσα γκραμσιανή έννοια).

Η απουσία κεντροαριστερής πρότασης ηγεμονίας για τη διαμόρφωση ενός νέου συνασπισμού εξουσίας μπορεί να οδηγήσει στη δική της αφάνεια, στην εντός του ΣΥΡΙΖΑ άνοδο των αντιευρωπαϊστών, αλλά κυρίως στην άνοδο ενός αντιπολιτικού και αντιδημοκρατικού συνασπισμού εξουσίας. Αυτό καμία εκλογική σκοπιμότητα δεν θα το συγχωρήσει σε Κεντροαριστερά και Ριζοσπαστική Αριστερά.