Δημοσκοπική στασιμότητα, στρατηγική μονομέρεια και το ερώτημα της κυβερνησιμότητας
Υπάρχει κάτι πιο πολιτικά ύπουλο από τη δημοσκοπική πτώση, η δημοσκοπική ακινησία. Η πτώση σε ταρακουνά, σε αναγκάζει να δεις κατάματα το πρόβλημα και να επαναπροσδιοριστείς. Η ακινησία σε νανουρίζει. Σε κάνει να λες «κρατάμε». Μόνο που στην πολιτική, ειδικά σε συνθήκες ρευστότητας, το να «κρατάς» δεν είναι επιτυχία. Είναι προειδοποίηση. Είναι το σύμπτωμα ενός κόμματος που δεν επιτυγχάνει να μετατρέψει τη συγκυρία σε ρεύμα.
Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το καίριο ζήτημα για το ΠΑΣΟΚ. Δεν πρόκειται απλώς για μια ακόμη φάση μέτριων ποσοστών. Πρόκειται για ένα βαθύτερο πολιτικό αδιέξοδο. Ενώ η κυβέρνηση –λογικό και αναπόφευκτο– φθείρεται, ενώ η κοινωνία εμφανίζεται κουρασμένη, δύσπιστη, συχνά θυμωμένη, το ΠΑΣΟΚ δεν εκτινάσσεται. Δεν απορροφά τη φθορά των άλλων. Δεν μετατρέπεται σε προφανή εναλλακτική. Και αυτό είναι η πιο καθαρή ένδειξη ότι η βελόνα του παραμένει ακίνητη.
Μια πυξίδα που δεν κινείται, δεν δηλώνει σταθερότητα. Δηλώνει εμπλοκή. Είτε ο μηχανισμός έχει χαλάσει είτε έχει μαγνητιστεί από κάτι λάθος. Και όταν η πολιτική βελόνα ενός κόμματος κολλάει, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο προσανατολισμός. Είναι ότι, στα μάτια των πολιτών, δεν εκπέμπεται το βασικό σήμα που απαιτεί η δημοκρατική πολιτεία, η δυνατότητα μιας εναλλακτικής εξουσίας.
Η δημοσκόπηση δεν είναι στείρα πρόγνωση. Είναι πολιτική διάγνωση. Και η ακινησία του ΠΑΣΟΚ δεν σημαίνει «αντοχή». Σημαίνει ότι ένα κρίσιμο ακροατήριο –οι πολίτες χωρίς κομματική ταύτιση, αυτοί που κρίνουν τις εκλογές– δεν το εμπιστεύεται ακόμη ως αυριανό φορέα διακυβέρνησης. Το βλέπει ως χρήσιμη επικουρική δύναμη, ως βαρυσήμαντο κατά καιρούς σχολιαστή. Όχι όμως ως κορμό ή σημαντικό μέρος κυβερνητικής λύσης.
Και αυτή η αντίληψη δεν είναι άδικη. Το ΠΑΣΟΚ παλινδρομεί ανάμεσα σε δύο ρόλους: θέλει να εμφανίζεται ως θεσμική, υπεύθυνη δύναμη, αλλά συχνά υιοθετεί τη βολική στάση της αντιπολίτευσης που δεν υφίσταται το πολιτικό κόστος. Μιλά ως κόμμα εξουσίας, αλλά λειτουργεί –αρκετές φορές– ως κόμμα διαμαρτυρίας, με ίσως αυξημένο κύρος. Το αποτέλεσμα είναι στρατηγική αμφισημία: λόγος χωρίς καθαρό πολιτικό διακύβευμα.
Η κυβερνησιμότητα, όμως, δεν είναι επικοινωνιακό σύνθημα. Είναι η αίσθηση ότι «αυτοί μπορούν». Ότι έχουν σχέδιο, στελέχωση, αποφασιστικότητα και τη βούληση να πάρουν δύσκολες αποφάσεις. Δεν κατακτάται με επιθέσεις, αλλά με προτάσεις που αντέχουν. Για παράδειγμα: πώς δεν θα καταστεί ευάλωτη και ακυβέρνητη η χώρα, πώς θα λειτουργήσει το κράτος την επόμενη μέρα; Ποια διοίκηση, ποια δημοσιονομική ισορροπία, ποια πολιτική ασφάλειας και κοινωνικής συνοχής; Χωρίς τέτοιες απαντήσεις, ο λόγος μένει μετέωρος.
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό κενό. Το ΠΑΣΟΚ έχει λόγο για όλα, αλλά δεν έχει ακόμη συγκροτήσει έναν συνεκτικό άξονα εξουσίας και αναλυτική στρατηγική που να λειτουργεί ως πυρήνας της κεντρώας και σοβαρής κεντροαριστερής πολιτικής του ταυτότητας. Έχει κριτική, αλλά όχι πειστικό αφήγημα και εικόνα διακυβέρνησης. Και γι’ αυτό το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι «τι ποσοστό θα πάρει», αλλά τι είδους διακυβέρνηση διεκδικεί και με ποια κοινωνική, πολιτική συμμαχία.
Σε αυτή την αδυναμία προστίθεται και ένας δεύτερος κίνδυνος: η στρατηγική μονομέρεια. Όταν η αντιπαράθεση με την κυβέρνηση γίνεται σχεδόν το μοναδικό καύσιμο, όταν ο πολιτικός λόγος ορίζεται κυρίως ως «αντι-», τότε η πολιτική χάνει τον προγραμματικό της χαρακτήρα και μετατρέπεται σε ηθικό μέτωπο. Η καταγγελία είναι εύκολη. Η δυσφορία ίσως χειροκροτείται. Η διακυβέρνηση, όμως, απαιτεί πρόγραμμα, επάρκεια και συμμαχίες.
Η μονομέρεια προσφέρει στιγμιαία πλάνη καθαρότητας, αλλά δεν χτίζει πλειοψηφία. Παράγει αίσθηση ανωτερότητας, όχι κοινωνική και πολιτική διεύρυνση. Η χώρα έχει πληρώσει ακριβά τον πειρασμό της ηθικολογικής πολιτικής, όταν το σχέδιο αντικαταστάθηκε από την οργή και η εξουσία παρουσιάστηκε ως δικαίωμα τιμωρίας. Αν το ΠΑΣΟΚ θέλει να σταθεί ως δύναμη ευθύνης, δεν μπορεί να γίνει απλώς μια πιο καλαίσθητη εκδοχή του ίδιου αντιπολιτευτικού θυμού.
Κι έτσι η δημοσκοπική ακινησία μετατρέπεται σε αρνητική επίδοση. Και όσο αυτή η εικόνα παγιώνεται, τόσο βαθαίνει το στερεότυπο ότι το ΠΑΣΟΚ μπορεί να υπάρχει και να παρεμβαίνει, αλλά δυσκολεύεται να επιστρέψει στον πυρήνα της εξουσίας.
Αν αυτό θέλει να το ανατρέψει, χρειάζεται επανεκκίνηση προσανατολισμού. Όχι απλοϊκά συνθήματα που συχνά λαϊκίζουν, αλλά καθαρή στοχευμένη στρατηγική σταθερότητας: από την καταγγελία στην πρόταση, από την αμφισημία στη σαφήνεια, από το παρόν της αντιπολίτευσης στο αύριο της διακυβέρνησης. Με μια σοβαρή αφήγηση για το κράτος, την οικονομία, τη μεταρρύθμιση, την ασφάλεια, τη δημοκρατική σταθερότητα και την ευρωπαϊκή θέση της χώρας. Όχι ως γενική προοδευτική επίκληση, αλλά ως σχέδιο που αντέχει στη σύγκρουση με την πραγματικότητα και την ακυβερνησία.
Γιατί η πολιτική δεν συγχωρεί τις ακίνητες πυξίδες.