O «Kαποδίστριας», του Γιάννη Σμαραγδή, που έχει σπάσει τα ελληνικά ταμεία και έχει κάνει μεγάλο ρεκόρ εισόδων και εισπράξεων, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα δραματικό, πατριωτικό, εμπορικό, ιστορικό και βιογραφικό φιλμ που κατάφερε να επικοινωνήσει και να αρέσει και εν πολλοίς να συγκινήσει το ελληνικό κοινό. Ο έμπειρος, παλιός, αναγνωρισμένος και βετεράνος σκηνοθέτης υιοθετεί ένα καλά ελεγχόμενο στιλ κάπως ακαδημαϊκό και απλό, με δραματικά κρεσέντο, με υπερτονισμένη μουσική, με σχετικά πλούσια ντεκόρ και αποτελεσματικές ερμηνείες. Ο Γιάννης Σμαραγδής έχει φτιάξει κι άλλες ταινίες εποχής με ιστορικό φόντο, όπως το «Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι» (2012), την τηλεοπτική σειρά «Χατζημανουήλ» (1984) από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Θράσου Καστανάκη και εν μέρει τα «El Greco» (2007) και το αντιστασιακό πολιτικό «Το κελλί μηδέν» (1975). Έχει επίσης γυρίσει κι άλλες προσωπογραφίες σαν του Καποδίστρια, στο σινεμά και στην ελληνική τηλεόραση, που βιογραφούν για μια περίοδο, καλλιτεχνικές προσωπικότητες όπως τον Καζαντζάκη (φιλμ του 2017), τον Καβάφη (φιλμ του 1996), τον Βαρβάκη (του 2012), τον Ελ Γκρέκο, τον Παπαδιαμάντη (τηλεταινία του 1981) και τον Σπύρο Λούη (τηλεταινία του 2004).
Ο «Καποδίστριας» είναι μια καλογυρισμένη, μεγάλη, ακριβή οικονομικά κι ενίοτε μεγαλεπήβολη παραγωγή, διαποτισμένη από ένα πνεύμα θρησκευτικό και πιο συγκεκριμένα χριστιανικό και εθνικιστικό. Ο σκηνοθέτης προβάλλει αυτό το πνεύμα, την ιδεολογία του στο σενάριο και στο τελικό, συνολικό έργο. Ο Γ.Σμαραγδής, που ξέρει καλά τι κάνει ως έμπειρος σκηνοθέτης, με 7 ταινίες στην κινηματογραφική φιλμογραφία του, θα μπορούσε φυσικά να φτιάξει μια λιτή βιογραφία με περισσή ιστορική ακρίβεια, ενώ εδώ προσθέτει στο σενάριο δικά του στοιχεία, π.χ. φορτώνει την υποκίνηση της δολοφονίας στους Άγγλους χωρίς αυτό να τεκμαίρεται ιστορικά, αποδίδει βρώμικο ρόλο στον Μαυροκορδάτο στην υπόθεση της δολοφονίας του Καποδίστρια και αποδίδει στον κυβερνήτη έναν τραγικό, απελπισμένο έρωτα που ίσως δεν υπήρξε ως τέτοιος. Ο σκηνοθέτης κατασκευάζει μια φιλμική μυθοπλασία και υιοθετεί κάποιες μυθοπλαστικές τακτικές και τροπές ώστε η ταινία του να συγκινήσει και να συνεπάρει το κοινό της και να καταστεί εμπορική και λαϊκή. Δεν έχουμε να κάνουμε με μια art house καλλιτεχνική ταινία «κινηματογράφου του δημιουργού» (“cinéma d’ auteur”), μα με ένα φιλμ λαϊκό, προσιτό, εμπορικό και απλό. Ξέρουμε πως οι κινηματογραφικές ιστορικές και δη ιστορικές βιογραφίες δεν είναι ιδιαίτερα πιστές στα ιστορικά, πραγματικά δεδομένα. Ιδίως οι ψυχαγωγικές και οι αμερικάνικες. Προσθέτουν μερικές φορές κάποιους έρωτες –όπως κι ο «Καποδίστριας»– για να γλυκάνουν και να κάνουν συναισθηματική την υπόθεση, ρετουσάρουν και κολακεύουν τον κεντρικό ήρωα, κ.τ.λ. Οι ταινίες αυτές δεν κρίνονται ως σινεμά, ως ποιότητα κινηματογραφική, από την ακριβή πιστότητά τους στα πραγματικά δεδομένα, όπως εξηγεί κι η θεωρητικός και καθηγήτρια του σινεμά Ρία Θανούλη (έχει γράψει το σχετικό σημαντικό βιβλίο «Ιστορία και κινηματογράφος. Εξιστορώντας στην οθόνη»). Ο Γιάννης Σμαραγδής προσπαθεί να κάνει ένα λαϊκό, προσιτό, ευρέως προσβάσιμο και αρεστό κι εμπορικό σινεμά με τον «Καποδίστρια».
Οι συνέπειες της ιδεολογικής φόρτισης της μυθοπλασίας από τον σκηνοθέτη, ο οποίος προβάλλει την ιδεολογία του στην ταινία που έφτιαξε, είναι να εκδηλωθούν έντονες διαφωνίες και συγκρούσεις για το φιλμ ανάμεσα σε όσους το είδαν (ή και όχι). Στην ταινία συναντάμε ιδεολογικοπολιτικά στοιχεία εθνικιστικού πατριωτισμού και μεταφυσικής και λαϊκής θρησκευτικότητας. Είναι αυτονόητο πως οι αριστεροί, πολιτικά προοδευτικοί και άθεοι δεν συμφωνούν με τα θρησκευτικά, μεταφυσικά κι εθνικιστικά ιδεολογικά στοιχεία της ταινίας. Ενώ αρέσουν στους πιο εθνικιστές, θρησκευόμενους και «αντισυστημικούς» που θεωρούν πως για τα δεινά της χώρας φταίνε σε μεγάλο βαθμό οι παρεμβατικοί ξένοι παράγοντες και τα παγιωμένα ιδιοτελή συμφέροντα των κρατούντων και πλουτοκρατών. Ο κάθε θεατής, εν δυνάμει κριτής και σχολιαστής, ιδιαίτερα στα κοινωνικά δίκτυα ή σε διάφορα διαδικτυακά και έντυπα μέσα, ακόμη και ο κριτικός, αντιδρά ανάλογα με την ιδεολογία του και τις ιδέες του, ο ένας ενθουσιάζεται, ο άλλος θυμώνει, ο επόμενος νιώθει αμήχανος, ο τέταρτος θαυμάζει και συγκινείται και ο πέμπτος κριτικάρει δυσαρεστημένος. Η πιο αντικειμενική κι αμερόληπτη, μορφολογική-υφολογική και ιδίως ιδεολογικοπολιτική κρίση βρίσκεται, νομίζουμε, κάπου στη μέση, στην αναζητούμενη χρυσή τομή. Ορισμένους δεν τους ικανοποιεί η έντονη θρησκευτικότητα του φιλμ ή –στο ιστορικό πεδίο– ειδικά η «αγιογράφηση» του Καποδίστρια, στον οποίο δεν βρίσκουμε καμιά αντίφαση ή αμφιβολία, παρά μόνο βεβαιότητα για τον υψηλό σκοπό του, επειδή έχει το χρίσμα, το χάρισμα και τη θεία χάρη. Βρίσκουν σχηματική την εξιδανίκευση του κυβερνήτη Καποδίστρια. Ο έγκριτος ιστορικός και βιογράφος του Καποδίστρια, Χρήστος Λούκος λέει πως «Το πρόβλημα σήμερα είναι η ανάγκη (των Ελλήνων) για άσπρο και μαύρο. Για κάποιους αυτό λειτουργεί ως παρηγοριά: ή θα έχεις έναν σωτήρα και όλους τους άλλους προδότες ή έναν τύραννο και όλους τους άλλους ήρωες. Ο Καποδίστριας ήταν σπουδαίος... Ο Καποδίστριας είχε αρνητικά στοιχεία, είχε και πολύ θετικά. Το ίδιο ισχύει και για τον Μαυροκορδάτο. Ο κίνδυνος σήμερα είναι ότι, ενώ επιχειρούμε να αποδομήσουμε παλιούς μύθους με νέα εργαλεία, καταλήγουμε συχνά να κατασκευάζουμε καινούργιους. Αυτό είναι και το μεγάλο μου άγχος τώρα που ετοιμάζω μια μονογραφία για τον Μαυροκορδάτο: πώς να μιλήσω για έναν σπουδαίο άνθρωπο χωρίς να πέσω είτε στην αποθέωση είτε στη δαιμονοποίηση. Γιατί η Ιστορία δεν είναι ούτε άσπρη ούτε μαύρη. Έχει γκρίζες ζώνες…»
Όσοι δεν βρήκαν καλή αισθητικά-μορφικά και ιδεολογικά, την ταινία, δεν μπορούν να παραβλέψουν πως ο σκηνοθέτης Σμαραγδής ελέγχει τα σκηνοθετικά, κινηματογραφικά μέσα του και τους στόχους του, άσχετα αν συμφωνούν ή διαφωνούν με τους τελευταίους. Το φιλμ του μοιάζει κάπως με κινηματογραφικό κλασικό εικονογραφημένο για ένα κοινώς αποδεκτό εθνικό θέμα, για έναν πολιτικό που έγινε σχεδόν εθνικός ήρωας. Το μεγάλο, πλατύ κοινό ευχαριστήθηκε με την ταινία γιατί αυτή πλάθει και προβάλλει έναν ανιδιοτελή, αποφασιστικό, καθαρό, δυναμικό, χαρισματικό και πολύ τίμιο πολιτικό ηγέτη και το κοινό πιστεύει πως θα μπορούσε σήμερα να εμπιστευτεί έναν τέτοιον χωρίς αμφιβολίες… Κατ’ αυτό τον τρόπο το πλατύ κοινό μπορεί να ταυτιστεί μαζί του, σε εποχές που θεωρεί ότι του λείπουν τέτοιας φτιαξιάς φωτισμένοι πολιτικοί ηγέτες. Το ότι ο «Καποδίστριας» του Γ.Σμαραγδή έκανε τόσο ντόρο, άνοιξε τόσες συζητήσεις, αντιδικίες κι αναδρομές στο ιστορικό παρελθόν της μετεπαναστατικής πολιτικής κατάστασης μετά το 1821, και έφερε τόσο πολύ κόσμο στις αίθουσες, ο οποίος ικανοποιήθηκε κι ευχαριστήθηκε, εγγράφεται στα υπέρ της ταινίας. Τα ερωτήματα κι οι σκέψεις, όμως, για την ιστορική, πολιτική, αισθητική, καλλιτεχνική κι ιδεολογική επάρκεια, αξία κι ευστοχία της, παραμένουν και πιθανά θα απαντηθούν σωστότερα και ψυχραιμότερα μετά από κάποιο χρόνο και από κάποια απόσταση που θα καθαρίσουν το βλέμμα, γιατί σήμερα τα πολιτικά, κυρίως, επίδικα είναι επίκαιρα, καυτά, πανελλήνια κι απαιτητικά και επηρεάζουν και διαστρεβλώνουν αυτό το βλέμμα…