Δεν χρειάστηκε να περάσει πολύ ώρα από την τραγωδία στα νερά της Χίου και το ερώτημα του αιώνιου εθνικού μας διχασμού έκανε την εμφάνισή του μέσα και έξω από τη Βουλή. Το έναυσμα το έδωσε ο αρμόδιος επί του μεταναστευτικού υπουργός δηλώνοντας ότι αυτός πάντως «πιστεύει το λιμενικό και όχι τους διακινητές» για να ακολουθήσει ομοβροντία εμπρηστικών δηλώσεων όπως «Υπεράσπιση της πατρίδας από τους εισβολείς», «Τις ει; και τη μπουμπουνάς» ή, από την άλλη πλευρά, «το σκάφος του λιμενικού πέρασε πάνω από τη λέμβο με τους μετανάστες», «κυβέρνηση δολοφόνων» κλπ.
Κανένας δεν παρέλειψε φυσικά να συνοδέψει τη δήλωσή του με τον αμέριστο σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή για την απώλεια της οποίας, όπως άλλωστε και για κάθε τραγωδία, ευθύνονται πάντα οι «άλλοι» σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των «εμπειρογνωμόνων της οθόνης» για τους οποίους «η εικόνα μιλάει από μόνη της». Αρκεί η εικόνα αυτή να εξυπηρετεί και τη δημοσκοπική εικόνα του κόμματος, ειδικά στη συγκεκριμένη προεκλογική συγκυρία. Η κομματική εργαλειοποίηση κάθε τραγωδίας αποτελεί την μεγαλύτερη τραγωδία του πολιτικού συστήματος και το καλύτερο δώρο στον επελαύνοντα χυδαίο λαϊκισμό.
Τα διχαστικά διλήμματα διαδέχονται στη μεταπολίτευση το ένα το άλλο παγιδεύοντας τους πολίτες σε εκβιαστικές επιλογές. Αρχίζοντας από το πρώτο μεταπολιτευτικό δίλημμα «Καραμανλής ή τανκς» μέχρι το τελευταίο μνημονιακό «Ή εμείς ή αυτοί» η κοινωνία συνθλίβεται ανάμεσα στα σύνδρομα του παρελθόντος που αναβιώνουν με διαφορετικές μορφές. Το ίδιο συμβαίνει και με το δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος» - το οποίο χάος ονομάτισε ο πρωθυπουργός σε πρόσφατη συνέντευξή του - με το οποίο βαδίζει προς την κάλπη η κυβέρνηση. Ωστόσο, η χώρα δεν έχει ανάγκη από άλλα διχαστικά διλήμματα. Χρειάζεται πολιτικές προτάσεις ώστε οι ψηφοφόροι να κάνουν καθαρά πολιτικές επιλογές. Αυτή θα είναι και η καλύτερη απάντηση στον λαϊκισμό.