ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ στα διαμάντια της Ορεινής Αρκαδίας

Δημήτρης Καλουδιώτης 26 Σεπ 2022

ΦΟΙΛΟΠΟΙΜΗΝ-ΜΑΚΗΣ ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ
“ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ στα διαμάντια της Ορεινής Αρκαδίας”.
(Συνέχεια της αυτοβιογραφίας «Πόσο η Φόρα ήταν μεγάλη»)
Εκδόσεις: Αλεξάνδρεια 2018 κα 2022

Η αυτοβιογραφία είναι δύσκολη υπόθεση. Πρέπει να καταφέρεις να είναι
πειστικός ό λόγος που την αποτολμάς. Και ο Μάκης Παπούλιας τον έχει βρει.
Είναι η διαρκής και δημιουργική παρουσία στη ζωή. Υπό τις οποιεσδήποτε
συνθήκες.
Έχοντας διαβάσει και τα δύο βιβλία έχω καταλήξει ότι άξιζε ο κόπος.
Στο πρώτο του βιβλίο αναφέρεται περισσότερο στην παρουσία του ως εξ
ανάγκης πολιτικό πρόσωπο στην εποχή από το μεταεμφύλιο ως σήμερα. Πως
ως παιδί και στη συνέχεια ως έφηβος , ως φοιτητής και ενήλικος, μετέχει στα
κοινά με τους όρους μιας της εποχής που τελειώνει λίγα χρόνια μετά την
μεταπολίτευση. Είναι η εποχή των θυσιών, των μεγάλων αφηγήσεων, μιας
καθημαγμένης χώρας που αναζητά μια νέα δημοκρατική ταυτότητα στο
Ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.
Με αφηγηματική ικανότητα που εκπλήσσει ο Μάκης καταφέρνει να αφηγηθεί
την ιστορία μιας οικογένειας, τρία ανήλικα αγόρια, που εκδιώκεται – μετατίθεται
ο πατέρας του όντας Δημόσιος υπάλληλος-από την Αρκαδία και το Ψάρι ,το
μικρό, το έσχατο ορεινό χωριό της Γορτυνίας στην Κάρυστο. Μετά μια πενταετία,
αναίτια απολύεται-εκδιώκεται, ως μη αρεστός στην μετεμφυλιακή μονομέρεια.
Από κει με την οικογένεια , έρχονται στην Αθήνα, στο Μπραχάμι. Κι ο Μάκης
μπακαλόγατος στην Αθηνάς, νυχτερινό Γυμνάσιο, ΑΣΣΟΕ, συμφοιτητής,
σύντροφος και φίλος του αδικοχαμένου Σωτήρη Πέτρουλα στις μέρες των
Ιουλιανών, στη νύχτα της δολοφονίας του. Κι έπειτα ας μη συνεχίσω γιατί θα
μιλήσω για το πρώτο βιβλίο. Ενώ στόχος μου είναι να μιλήσω για το δεύτερο, το
τωρινό.

************

Το δεύτερο βιβλίο το στηρίζει σε δύο «εφευρήματα»: Τις «παραλείψεις στο
πρώτο βιβλίο που του επισημαίνουν, δυο στενοί φίλοι του. Ο Χρήστος Πιπίνης
για το Μπραχάμι και η Έλλη Κατσιάνη –Στρατουδάκη για το χωριό του το Ψάρι
και την Αρκαδιανή.
Το δεύτερο αυτό βιβλίο είναι πιο δύσκολο από το πρώτο. Στο πρώτο κυριαρχούν
τα μεγάλα γεγονότα που σημάδεψαν τη χώρα μας. Είναι ιστορία πλέον και
διαβάζεται ευχάριστα.
Στο τωρινό βιβλίο αναφέρεται σε γεγονότα όταν η ζωή μας έχει προσγειωθεί
στην καθημερινότητα. Κι ο Μάκης καταφέρνει κι εδώ με τον πιο φυσικό τρόπο να
βρει δημιουργικό τρόπο ζωής και βέβαια αφήγησης.
Τι μπορεί να κάνει κανείς όταν η τύχη τον έφερε στο Μπραχάμι και πρέπει όχι
μόνο να επιζήσει αλλά κυρίως να συμβάλλει ώστε αυτό το φτωχό, άχρωμο κι
άοσμο, νέο προάστιο, όπως τα περισσότερα της μεταπολεμικής –
μεταεμφυλιακής Αθήνας, να αποκτήσει ταυτότητα. Δύσκολο το εγχείρημα
Ο Παπούλιας ποτέ μόνος, πάντα με παρέες-ότι εκλεκτότερο ηθικά και
πνευματικά διέθετε η περιοχή- στις οποίες είναι η ψυχή χρησιμοποιεί όλα τα
εργαλεία. Από την έκδοση τοπικής εφημερίδας, την ιστορική έρευνα για την

ταυτότητα του προαστίου, την προσπάθεια δημιουργίας και στήριξης τοπικής-
αυτοδιοικητικής ατζέντας, ως τον αθλητισμό ερασιτεχνικό και επαγγελματικό.

Και στηλιτεύει τον άγονο κομματισμό , στο οποίο τον τόνο έδινε η
ηγεμονεύουσα μεταπολιτευτική Αριστερά, η οποία εμπόδισε και την
αυτοδιοίκηση να δράσει δημιουργικά και την συνοικία του να οικοδομήσει μια
σύγχρονη ταυτότητα.
Το κατόρθωμα του είναι ότι καταφέρνει να αφηγηθεί αυτή την δύσκολη, πιο
κοινότυπη ιστορία και να την κάνει ενδιαφέρουσα. Δεν διστάζει φυσικά να
παραδεχθεί το ισχνό αποτέλεσμα όλων και των δικών του των προσπαθειών.
Εμείς θα γενικεύαμε λέγοντας ότι οι ιστορίες των συνοικιών της μεταπολεμικής
και μεταπολιτευτικής εποχής δεν είναι και οι πιο πετυχημένες. Τις παρέσυρε το

μεγάλο κύμα της διαμόρφωσης της ελληνικής πρωτεύουσας αλλά και των άλλων
μεγάλων «αθηναιόμορφων» πόλεων της χώρας.
Όσο όμως κι αν ο Μάκης θρηνεί, στην μεστή αφήγησή του, συνολικά μιλώντας η
χώρα επιβίωσε με επιτυχία. Κι αυτό δεν ήταν εύκολο. Τώρα ίσως άλλες γενιές,
απαλλαγμένες από τις δικές μας δουλείες, έχουν την δυνατότητα οικοδόμησης
μιας σύγχρονης ταυτότητας, στα προάστια και στις πόλεις μας.

*********

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου που αναφέρεται στο χωριό του ανιχνεύει ένα
φως αναζωογόνησης στην άκρη του τούνελ. Όταν τολμάει να χτυπήσει το χέρι
στο μαχαίρι δηλαδή στο μικρό χωριό του στο Ψάρι Γορτυνίας.
Η επιστροφή του στο Ψάρι, μαζί με την ευρύτερη οικογένειά του, δεν είναι
γεγονός μιας ημέρας αλλά σταδιακά με σχέδιο και αίσθημα διαρκές.
Αφηγηματικά είναι το καλύτερο κομμάτι του βιβλίου. Το σχέδιο είναι παράτολμο
αλλά και μελετημένο. Κι όταν δεν βγαίνει ο Μάκης χρησιμοποιεί τη μέθοδο του
Γόρδιου δεσμού....
Έτσι αποφασίζει την δημιουργία στο Ψάρι της εταιρείας «Αρκαδιανή». Εταιρεία
παραγωγής, μεταποίησης και διανομής παραδοσιακών τροφίμων και
γλυκισμάτων, εστιατόριο ποιοτικής εξυπηρέτησης εκδρομέων, εργαστήριο
αναζήτησης γευσιγνωσίας συνδυασμένης με την τοπική παράδοση.
Η Αρκαδιανή χτίσθηκε ως περιβαλλοντικά σύγχρονος και ταυτόχρονα
παραδοσιακός χώρος και υπηρετεί μια άλλη ποιότητα αγροτουρισμού.
Συμπαρέσυρε όλο το χωριό στην ανακαίνιση των πέτρινων σπιτιών και του
περιβάλλοντος χώρου τους, όπως και του χωριού στο σύνολό του. Είναι το μέγα
επίτευγμα του.
Φυσικά όλα γίνονται πάντα με συζήτηση, με παρέα , με ειδικούς. Ο Μάκης
Παπούλιας «συμπαρέσυρε», ενέπνευσε ένα δίκτυο δημιουργικών ανθρώπων
στο χωριό στην Μεγαλόπολη και στην Τρίπολη, στην Αρκαδία, στην Αθήνα.
Κατάφερε να δώσει πνοή στον σύλλογο των «Εν Αθήναις...» Όλοι αυτοί οι
δημιουργικοί άνθρωποι είναι παρόντες στο βιβλίο του.

Η Αρκαδιανή κατάφερε να επιβιώσει στην μνημονιακή κρίση αλλά και στην
πανδημία. Ξεπερνώντας πολλές φορές και την ελληνική κακοδαιμονία. Και
σήμερα είναι εκεί παρούσα μαζί με το χωριό , μαζί με τα γειτονικά χωριά κι ο
Μάκης κάνει σχέδια αλλά και έργα.

Δύο υστερόγραφα:
Σε μια κουβέντα που είχα μαζί του λίγο πριν από την εκδήλωση της πανδημίας
μου πρότεινε ένα σπουδαίο σχέδιο για την παραγωγική ανασυγκρότηση της
Πελοποννήσου και της Νότιας Ελλάδας με επίκεντρο την ορεινή Αρκαδία.
Συμφώνησα μαζί του αλλά ήλθε ο κορονοϊός και μας καθήλωσε.
Το δεύτερο αφορά την οικογένεια Παπούλια. Ένα βράδυ τους συνάντησα
τυχαία, μαζί με τον αδελφό του, τον Μίμη Παπούλια ,να πίνουν καφέ και να τα
λένε, στη στοά στο Άστυ. Απέπνεαν μια γλυκύτητα, ένα εξαιρετικό κλίμα,
αδελφικής σύμπνοιας.(γνώριζα και τον Μίμη από άλλες ενασχολήσεις). Μου
φάνηκαν τόσο συνδεδεμένοι, τόσο ευγενείς και ταυτόχρονα τόσο διαφορετικοί.
Σαν ο Μάκης να είχε τελειώσει το Γυμνάσιο της Μεγαλόπολης κι ο Μίμης το
κολέγιο της Αθήνας...