Η πρόσφατη δήλωση του Αλέξη Τσίπρα για τις τράπεζες εδράζεται σε υπαρκτά προβλήματα.
Οι ελληνικές τράπεζες είχαν πράγματι πολύ υψηλά κέρδη. Διανέμουν πράγματι μεγάλα ποσά στους μετόχους τους. Έχουν πράγματι σημαντικά έσοδα από προμήθειες. Η διαφορά επιτοκίων ανάμεσα στις καταθέσεις και στα δάνεια είναι μεγάλη και η πρόσβαση πολλών μικρομεσαίων επιχειρήσεων, επαγγελματιών και νοικοκυριών στον τραπεζικό δανεισμό εξακολουθεί να είναι δύσκολη.
Αυτή είναι η πραγματικότητα και δεν την εφηύρε ο Τσίπρας.
Το ζήτημα είναι ότι την παρουσιάζει σκόπιμα με τρόπο μονοδιάστατο.
Παίρνει πραγματικά στοιχεία και τα εντάσσει σε ένα αφήγημα πολιτικής καταγγελίας, όπου χωράνε όλα. Ξένα funds, αισχροκέρδεια, αφορολόγητες τράπεζες, υπέρογκες προμήθειες, μηδενική χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.
Δεν με εκπλήσσει. Αυτή ήταν πάντα η πιο αποτελεσματική πολιτική του μέθοδος, επιμέρους πραγματικά στοιχεία, ατελή ή/και παραποιημένα ενταγμένα σε ένα βολικό αφήγημα.
Λέει λοιπόν στη δήλωσή του, αναφερόμενος στα τραπεζικά κέρδη, ότι «ήταν μια κρατικά εγγυημένη αισχροκέρδεια πάμε να δούμε γιατί πέρσι τράπεζες είχαν 2,44 δισεκατομμύρια έσοδα από υπέρογκες χρεώσεις και προμήθειες στις καθημερινές τραπεζικές συναλλαγές».
Η κύρια πηγή τραπεζικών εσόδων δεν είναι οι προμήθειες, αλλά τα καθαρά έσοδα από τόκους. Το 2025, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες είχαν περίπου 8,2 δισ. ευρώ καθαρά έσοδα από τόκους, έναντι περίπου 2,44 δισ. ευρώ από προμήθειες και υπηρεσίες. Επομένως, οι προμήθειες είναι σημαντική αλλά δεν είναι ολόκληρη η εικόνα. Η μεγάλη πηγή κερδοφορίας παραμένει η διαφορά των επιτοκίων. Το πιο σημαντικό εδώ είναι πως τα 2,44 δισ. ευρώ εσόδων από προμήθειες δεν προέρχονται αποκλειστικά από καθημερινές χρεώσεις πολιτών, όπως μια μεταφορά, μια πληρωμή ή μια συναλλαγή στο e-banking όπως υπονοεί ο Τσίπρας, αλλά περιλαμβάνουν και κάρτες, δανειακές εργασίες, διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, διαχείριση πλούτου, ασφαλιστικά προϊόντα και επιχειρηματικές υπηρεσίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει πρόβλημα με τις τραπεζικές χρεώσεις. Υπάρχει. Ιδίως όταν μιλάμε για βασικές συναλλαγές όπου ο πολίτης ή η μικρή επιχείρηση δεν έχει πραγματική εναλλακτική. Αλλά άλλο πράγμα είναι να στοχεύεις τις καταχρηστικές ή δυσανάλογες χρεώσεις και άλλο να βαφτίζεις τα έσοδα «καθημερινή αισχροκέρδεια».
Πάμε παρακάτω.
Ένα από τα πιο αδύναμα, να το πω ευγενικά, σημεία της δήλωσης Τσίπρα είναι ο ισχυρισμός ότι, λόγω αναβαλλόμενου φόρου και ζημιών προηγούμενων ετών, οι τράπεζες δεν πληρώνουν φόρους.
Αυτό είναι σκόπιμη υπεραπλούστευση, για να μην πω παραπλάνηση. Οι τράπεζες φορολογούνται ως νομικά πρόσωπα. Μάλιστα, επειδή έχουν υπαχθεί στο ειδικό καθεστώς αναβαλλόμενου φόρου, φορολογούνται με συντελεστή 29%, ενώ ο γενικός εταιρικός συντελεστής για τις λοιπές επιχειρήσεις είναι 22%. Επιπλέον, όταν διανέμονται μερίσματα, υπάρχει φορολόγηση και στο επίπεδο του μετόχου. Πρώτα φορολογείται η εταιρεία για τα κέρδη της και μετά φορολογείται το εισόδημα από μέρισμα όταν διανέμεται στον μέτοχο.
Το πιο σημαντικό, ο αναβαλλόμενος φόρος δεν ήταν ένα «δώρο στις τράπεζες». Ήταν μηχανισμός σταθεροποίησης. Αντί το κράτος να βάλει άμεσα περισσότερα μετρητά για την κεφαλαιακή ενίσχυση των τραπεζών, αναγνώρισε τη δυνατότητα συμψηφισμού ζημιών του παρελθόντος με μελλοντικούς φόρους. Αυτό βοήθησε και τον κρατικό προϋπολογισμό τότε, γιατί περιόρισε την ανάγκη άμεσης δημοσιονομικής εκταμίευσης. Παραμένει πάντως μια μορφή ειδικής δημόσιας στήριξης ενσωματωμένη στην κεφαλαιακή βάση των τραπεζών, κατά συνέπεια εξακολουθούν να λειτουργούν και σήμερα με μια κληρονομιά δημόσιας στήριξης, ενώ εμφανίζονται ως πλήρως ιδιωτικές και ιδιαίτερα κερδοφόρες επιχειρήσεις.
Πάμε όμως παρακάτω.
Ο Τσίπρας αναφέρθηκε στους μετόχους των τραπεζών, στην πλειοψηφία τους ξένα funds, που μοιράζονται μεγάλα ποσά.
Πράγματι μεγάλο μέρος της μετοχικής βάσης των ελληνικών τραπεζών βρίσκεται σε ξένους θεσμικούς επενδυτές και οι διανομές προς τους μετόχους είναι μεγάλες.
Αυτό πράγματι δικαιολογεί πολιτική συζήτηση, ιδίως αν θυμηθούμε πόσο κόστισε στην κοινωνία η διάσωση και σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος.
Όμως και εδώ χρειάζεται να είμαστε δίκαιοι.
Τα ξένα funds δεν μπήκαν στις ελληνικές τράπεζες από φιλανθρωπία. Μπήκαν για να κερδίσουν. Αυτός είναι ο ρόλος τους. Αλλά μπήκαν και σε περίοδο υψηλού ρίσκου, όταν η εμπιστοσύνη στην ελληνική οικονομία και στις ελληνικές τράπεζες ήταν τραυματισμένη. Η συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών συνέβαλε στη σταθεροποίηση, στην ανακεφαλαιοποίηση και στην επανιδιωτικοποίηση των τραπεζών.
Επομένως, δεν είναι δίκαιο να παρουσιάζονται απλώς ως «ξένοι που ήρθαν να εισπράξουν». Ανέλαβαν ρίσκο. Και όσο μεγαλύτερη είναι η κρίση εμπιστοσύνης όταν ζητάς κεφάλαια, τόσο ακριβότερα τα πληρώνεις όταν επιστρέφει η κανονικότητα.
Υπάρχει και κάτι ακόμη, ένα fund μπορεί να έχει έδρα στο εξωτερικό, αλλά οι τελικοί του επενδυτές δεν είναι πάντα ορατοί. Μπορεί να είναι ασφαλιστικά ταμεία, συνταξιοδοτικά ταμεία, θεσμικοί πελάτες, αμοιβαία κεφάλαια ή ιδιώτες επενδυτές. Ανάμεσά τους μπορεί να υπάρχουν και Έλληνες αποταμιευτές ή επενδυτές. Άρα η εικόνα «ξένα funds εναντίον ελληνικής κοινωνίας» είναι πολιτικά βολική για το αφήγημα του Τσίπρα, αλλά τουλάχιστον απλουστευτική, εάν όχι ένα ακόμα αληθινό ψέμα.
Πάμε παρακάτω.
Ο Τσίπρας είπε ότι οι τράπεζες δεν χρηματοδοτούν την πραγματική οικονομία και πως για να πάρει κανείς δάνειο πρέπει να αποδείξει ότι δεν έχει ανάγκη δανεισμού.
Ας δούμε ποια είναι η κατάσταση εδώ.
Οι τράπεζες χρηματοδοτούν την οικονομία, τη χρηματοδοτούν όμως επιλεκτικά. Χρηματοδοτούν κυρίως μεγάλες και αξιόχρεες επιχειρήσεις, επιχειρήσεις με ισχυρό ισολογισμό, εξασφαλίσεις, ιστορικό και χαμηλό ρίσκο. Αντίθετα, μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ελεύθεροι επαγγελματίες, αγρότες, ατομικές επιχειρήσεις και νοικοκυριά συχνά δυσκολεύονται να αποκτήσουν πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό.
Εδώ υπάρχει και η εύλογη πλευρά των τραπεζών. Μετά την εμπειρία των κόκκινων δανείων, οι τράπεζες δεν μπορούν να δανείζουν όπως δάνειζαν πριν από την κρίση. Είναι υποχρεωμένες, και από την αγορά και από τις εποπτικές αρχές, να αξιολογούν αυστηρά την πιστοληπτική ικανότητα του δανειολήπτη. Πολλοί υποψήφιοι δανειολήπτες δεν θεωρούνται αξιόχρεοι και κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν θέλει να δημιουργηθεί νέα γενιά κόκκινων δανείων.
Η σωστή κριτική, λοιπόν, δεν είναι ότι οι τράπεζες δεν χρηματοδοτούν καθόλου την οικονομία. Η σωστή κριτική είναι ότι το τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί να αφήνει στο περιθώριο μεγάλο μέρος της μικρής επιχειρηματικότητας και των νοικοκυριών που έχουν πραγματική ανάγκη χρηματοδότησης.
Περιμένω, λοιπόν, να ακούσω ποιες ακριβώς κυβερνητικές πολιτικές προτείνει ο Αλέξης Τσίπρας για να λυθεί αυτό το πρόβλημα. Δανεισμό με εγγύηση του Δημοσίου; Δημόσια τράπεζα που θα δανειοδοτεί με χαλαρότερα κριτήρια; Ειδικά χρηματοδοτικά εργαλεία για μικρομεσαίους; Γιατί η καταγγελία είναι εύκολη. Η ανάληψη του ρίσκου είναι το δύσκολο μέρος.
Πάμε παρακάτω όμως γιατί υπάρχει και η πολιτικά άβολη για τον Τσίπρα αλήθεια.
Το 2015 δεν μπορεί να απουσιάζει από αυτή τη συζήτηση
Η σημερινή αρχιτεκτονική των τραπεζών δεν είναι άσχετη με το τρίτο μνημόνιο και το θεσμικό πλαίσιο της περιόδου 2015–2018.
Η ανακεφαλαιοποίηση του 2015, η συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών, οι αλλαγές στη λειτουργία του ΤΧΣ, οι παρεμβάσεις στον αναβαλλόμενο φόρο και το συνολικό πλαίσιο εξυγίανσης του τραπεζικού συστήματος αποτέλεσαν μέρος της διαχείρισης που έγινε επί κυβέρνησης Τσίπρα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση Τσίπρα δημιούργησε μόνη της το τραπεζικό πρόβλημα. Κάτι τέτοιο θα ήταν ιστορικά άδικο. Το τραπεζικό σύστημα είχε ήδη τραυματιστεί από την κρίση χρέους, το PSI, την ύφεση, τα κόκκινα δάνεια και τις προηγούμενες ανακεφαλαιοποιήσεις.
Όμως το 2015 υπήρξε χρονιά βαθιάς κρίσης εμπιστοσύνης. Κλείσιμο τραπεζών, capital controls, εκροή καταθέσεων, εξάρτηση από έκτακτη ρευστότητα και ανάγκη νέας ανακεφαλαιοποίησης. Τα θυμόμαστε.
Αυτή η απώλεια εμπιστοσύνης είχε κόστος και εξηγεί γιατί οι τράπεζες έγιναν πολύ πιο επιφυλακτικές στον δανεισμό, γιατί οι εποπτικές αρχές έγιναν αυστηρότερες και γιατί οι ιδιώτες επενδυτές που μπήκαν τότε απαίτησαν υψηλή μελλοντική απόδοση για το ρίσκο που ανέλαβαν.
Γι’ αυτό είναι πολιτικά προβληματικό να μιλά σήμερα ο Τσίπρας σαν εξωτερικός παρατηρητής ενός συστήματος στη διαμόρφωση του οποίου η δική του κυβέρνηση είχε κρίσιμο ρόλο.
Καταλήγοντας.
Οι ελληνικές τράπεζες είναι σήμερα εξαιρετικά κερδοφόρες και έχουν μειώσει δραστικά το βάρος των κόκκινων δανείων, με τη βοήθεια και κρατικών εγγυήσεων στο ασφαλέστερο τμήμα τιτλοποιήσεων κόκκινων δανείων μέσω του σχήματος «Ηρακλής», μην το ξεχνάμε. Η κερδοφορία τους στηρίζεται σε υψηλά καθαρά έσοδα από τόκους, αυξημένες προμήθειες, βελτίωση της ποιότητας των δανείων και μείωση των προβλέψεων. Δεν είναι όμως αφορολόγητες, ούτε τα έσοδά τους προέρχονται αποκλειστικά από καταχρηστικές καθημερινές χρεώσεις, ούτε είναι αλήθεια ότι δεν χρηματοδοτούν καθόλου την οικονομία. Είναι όμως αλήθεια πως οι τράπεζες που λειτουργούν πλέον ως πλήρως ιδιωτικές και κερδοφόρες επιχειρήσεις, έχτισαν τη σημερινή τους θέση πάνω σε δημόσια στήριξη, ειδικά φορολογικά εργαλεία, ευρωπαϊκούς μηχανισμούς, ιδιωτικό ρίσκο και κοινωνικό κόστος.
Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να γίνεται με συνθήματα και καταγγελίες, αλλά με συγκεκριμένες απαντήσεις σε συγκεκριμένα ερωτήματα: πόση από την κερδοφορία είναι εύλογη; Πόση προκύπτει από ολιγοπωλιακές συνθήκες; Πόσο δίκαιες είναι οι χρεώσεις; Πόσο ισόρροπα χρηματοδοτείται η οικονομία; Παίρνει η κοινωνία πίσω ένα δίκαιο μερίδιο από ένα σύστημα που η ίδια βοήθησε να διασωθεί;
Όλα αυτά βέβαια πρέπει να απαντηθούν χωρίς να ξεχνάμε πως υπάρχει ακόμη ένας παράγοντας που δεν μπορεί να λείπει από τη συζήτηση, το ρίσκο χώρας. Οι τράπεζες δεν λειτουργούν σε κενό αέρος. Λειτουργούν μέσα σε μια οικονομία, με συγκεκριμένο ιστορικό, συγκεκριμένη αξιοπιστία, συγκεκριμένη πιστοληπτική αξιολόγηση και συγκεκριμένη σχέση με τις αγορές. Οι «βίαιες» αποφάσεις που πλήττουν το τραπεζικό σύστημα και οι ανεπεξέργαστες παρεμβάσεις στη λειτουργία του κλονίζουν την εμπιστοσύνη και προς τη χώρα… αλλά ας μην επεκταθώ.
Η σοβαρή συζήτηση για τις τράπεζες δεν γίνεται με συνθήματα και εκλογικές βλέψεις. Γίνεται με αριθμούς, ευθύνη και μνήμη. Με μνήμη για το ποιος πλήρωσε τη διάσωση, αλλά και για το τι κοστίζει κάθε φορά που μια χώρα παίζει με την εμπιστοσύνη της.
Περιμένουμε τις απαντήσεις. Όχι μόνο από τον Αλέξη Τσίπρα.