Η κοινωνική απαίτηση για δικαιοσύνη είναι αδιαπραγμάτευτη· η εργαλειοποίησή της όμως υπονομεύει τη δίκη
Η τραγωδία των Τεμπών έχει εγγράψει ένα ισχυρό και αδιαμφισβήτητο αποτύπωμα στο δημόσιο αίσθημα. Η κοινωνική απαίτηση για απόδοση ευθυνών δεν είναι απλώς θεμιτή - είναι θεμελιώδης. Αφορά τη λειτουργία του κράτους δικαίου, την αξιοπιστία των θεσμών και, τελικά, την ίδια τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ κοινωνίας και Πολιτείας.
Ακριβώς όμως επειδή αυτή η απαίτηση είναι τόσο ισχυρή, δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής πίεσης που υπερβαίνει τα όρια της θεσμικής λειτουργίας. Διότι τότε παύει να ενισχύει τη δικαιοσύνη και αρχίζει να τη διαβρώνει.
Δεν πρόκειται για έναν θεωρητικό κίνδυνο. Από τις πρώτες κιόλας ημέρες μετά την τραγωδία, διαμορφώθηκε ένα περιβάλλον έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης, στο οποίο η αναζήτηση ευθυνών συχνά συγχέθηκε με την πολιτική στοχοποίηση. Διατυπώθηκαν πρόωρες «ετυμηγορίες», καλλιεργήθηκαν απλουστευτικά σχήματα απόδοσης ευθυνών και ενισχύθηκε η εντύπωση ότι η Δικαιοσύνη οφείλει να κινηθεί υπό την πίεση του δημόσιου κλίματος. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η κοινωνική οργή δεν εκφράστηκε απλώς - αξιοποιήθηκε.
Στην περίπτωση της δίκης των Τεμπών, δεν βρισκόμαστε απέναντι σε μια αφηρημένη συζήτηση. Έχουν ήδη καταγραφεί συγκεκριμένες κινήσεις που, ανεξαρτήτως προθέσεων, λειτούργησαν προς την κατεύθυνση της καθυστέρησης ή της αποσταθεροποίησης της διαδικασίας.
Το αίτημα μεταφοράς της δίκης από τη Λάρισα σε άλλη έδρα, το οποίο απορρίφθηκε από τον Άρειο Πάγο, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πρόκειται για θεσμικά προβλεπόμενη ενέργεια, που όμως, αν γινόταν δεκτή, θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε νέα χρονική επιβάρυνση μιας ήδη σύνθετης υπόθεσης. Η αντίφαση είναι προφανής: την ώρα που στο δημόσιο πεδίο κυριαρχούσε η κριτική περί καθυστέρησης, κατατίθεντο πρωτοβουλίες που θα την επιδείνωναν.
Παράλληλα, η συζήτηση για τις συνθήκες διεξαγωγής της δίκης και την καταλληλότητα της αίθουσας, αν και θεμιτή ως προς τον έλεγχο, μετατοπίστηκε γρήγορα από το επίπεδο της τεχνικής βελτίωσης στο πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Το αποτέλεσμα ήταν η ίδια η έναρξη της διαδικασίας να συνοδευτεί από εντάσεις και αμφισβήτηση της δυνατότητας ομαλής διεξαγωγής της.
Σε μια πολυπρόσωπη δίκη τέτοιου μεγέθους, αυτό δεν είναι δευτερεύον. Είναι παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τον ρυθμό και την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας.
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο, ωστόσο, αφορά το ευρύτερο κλίμα. Οι αναφορές της Δικαιοσύνης σε ακραίες συμπεριφορές, σε πιέσεις και σε απόπειρες παρεμπόδισης της εκδίκασης δεν μπορούν να αγνοηθούν ή να σχετικοποιηθούν. Η κοινωνική απαίτηση για δικαιοσύνη δεν μπορεί να λειτουργεί ως νομιμοποιητική βάση για πρακτικές που αγγίζουν τα όρια του εκφοβισμού.
Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται σοβαρό πολιτικό πρόβλημα.
Διαμορφώνεται σταδιακά μια αφήγηση σύμφωνα με την οποία η Δικαιοσύνη δεν επαρκεί από μόνη της και χρειάζεται εξωτερική πίεση για να αποδώσει ευθύνες. Πρόκειται για μια λογική που, αν παγιωθεί, μετατρέπει τη δικαστική διαδικασία από θεσμική λειτουργία σε πεδίο διαρκούς διαπραγμάτευσης με το δημόσιο κλίμα.
Η εμπειρία δείχνει ότι τέτοιες λογικές δεν οδηγούν σε ενίσχυση της δικαιοσύνης. Οδηγούν σε απονομιμοποίηση των θεσμών και σε αποτελέσματα που, τελικά, δεν ικανοποιούν ούτε το ίδιο το κοινωνικό αίτημα που επικαλούνται.
Η μεγαλύτερη αντίφαση είναι ότι η εργαλειοποίηση της κοινωνικής απαίτησης για δικαιοσύνη μπορεί να στραφεί εναντίον της ίδιας της δικαίωσης. Μια δίκη αυτού του εύρους απαιτεί χρόνο, διαδικαστική τάξη και θεσμική σταθερότητα. Όταν κάθε στάδιο της μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης, η διαδικασία επιβαρύνεται και ο κίνδυνος καθυστερήσεων γίνεται πραγματικός - με ό,τι αυτό συνεπάγεται ακόμη και σε επίπεδο παραγραφών για επιμέρους πράξεις.
Η πολιτική εκμετάλλευση του δημόσιου αισθήματος είναι εύκολη. Η θεσμική διαχείρισή του είναι δύσκολη. Αλλά μόνο η δεύτερη μπορεί να οδηγήσει σε αποτέλεσμα.
Τα Τέμπη δεν είναι πεδίο πολιτικής σύγκρουσης. Είναι δοκιμασία για το αν το πολιτικό σύστημα και η κοινωνία μπορούν να διατηρήσουν ένα ελάχιστο όριο θεσμικής σοβαρότητας απέναντι σε μια τραγωδία τέτοιου μεγέθους.
Η κοινωνία έχει κάθε λόγο να απαιτεί. Δεν έχει κανέναν λόγο να επιτρέψει να μετατραπεί αυτή η απαίτηση σε εργαλείο αποσταθεροποίησης.
Διότι στο τέλος, η δικαίωση δεν θα προκύψει από το δημόσιο κλίμα. Θα προκύψει από τη δικαστική κρίση.
Και αυτή δεν μπορεί να είναι προϊόν πίεσης.