Το έλλειμμα στρατηγικής δεν καλύπτεται με συνθήματα

Γιάννης Χοχλακάκης 04 Μαϊ 2026

Όταν το ΠΑΣΟΚ δανείζεται αφηγήματα τύπου ΣΥΡΙΖΑ, ακυρώνει τον όποιο εκσυγχρονιστικό του λόγο

Υπάρχει ένα παράδοξο που βαραίνει ολοένα και περισσότερο την πορεία του ΠΑΣΟΚ: ενώ διεκδικεί, κατά περιόδους, τον ρόλο του θεσμικού εκφραστή του κεντροαριστερού, εκσυγχρονιστικού και μεταρρυθμιστικού χώρου, καταλήγει συχνά να υιοθετεί εργαλεία και αφηγήματα που ανήκουν σε μια εντελώς διαφορετική πολιτική και ιδεολογική στρατηγική λογική και παράδοση — εκείνη της εύκολης, καταγγελτικής αντιπολίτευσης.

Και αυτό δεν είναι απλώς αφηγηματικός τακτικισμός. Είναι στρατηγικό σφάλμα.

Ο εκσυγχρονισμός δεν οικοδομήθηκε ποτέ πάνω στη λογική της διαρκούς καταγγελίας. Δεν στηρίχθηκε σε υπεραπλουστεύσεις ούτε σε διπολικές αναγνώσεις της πραγματικότητας. Δεν μετέτρεψε κάθε κυβερνητική επιλογή σε απόδειξη αυταρχισμού, ούτε κάθε αστοχία σε συνολική αποτυχία. Αυτή η πολιτική λογική δοκιμάστηκε — και απέτυχε — γιατί αποδείχθηκε ανίκανη να παράγει διακυβέρνηση.

Όταν, λοιπόν, το ΠΑΣΟΚ υιοθετεί σχήματα τύπου «#ΝΑΙ_ΝΑΙΚΟΙ», όταν επενδύει σε εύκολες αντιθέσεις «εμείς ή αυτοί», όταν μετατρέπει την πολιτική κριτική σε ηθική απαξίωση και φτηνή αντιπαράθεση των αντιπάλων, δεν ασκεί μεταρρυθμιστική πολιτική. Υποχωρεί σε ένα πεδίο που δεν του ανήκει — και στο οποίο υπάρχουν ήδη πιο «αυθεντικοί» εκφραστές.

Το αποτέλεσμα είναι διπλό.

Από τη μία, χάνει τη δική του ταυτότητα. Ένας χώρος που ιστορικά συνδέθηκε με τη θεσμική σοβαρότητα, την ευρωπαϊκή κανονικότητα και τη δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στη μεταρρύθμιση και την κοινωνική συνοχή, εμφανίζεται να αναπαράγει ρητορικές υπεραπλούστευσης. Η πολιτική διολισθαίνει σε συνθηματολογία. Η ανάλυση υποκαθίσταται από την καταγγελία.

Από την άλλη, αποτυγχάνει να συγκροτήσει αξιόπιστη εναλλακτική. Διότι η κοινωνία —και ιδίως το κεντρώο, μεταρρυθμιστικό απαιτητικό ακροατήριο— δεν αναζητά απλώς ένταση. Αναζητά πολιτική αξιοπιστία. Θέλει να γνωρίζει όχι μόνο τι απορρίπτεται, αλλά τι προτείνεται — και αν αυτό μπορεί να εφαρμοστεί.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το βασικό έλλειμμα: η απουσία συνεκτικής στρατηγικής.

Αντί για τεκμηριωμένες παρεμβάσεις, κυριαρχούν γενικεύσεις. Αντί για ιεράρχηση προτεραιοτήτων, επικρατεί η οριζόντια αμφισβήτηση. Αντί για συγκεκριμένες προτάσεις, διαμορφώνεται μια συνολική δυσπιστία απέναντι σε κάθε κυβερνητική επιλογή — ανεξαρτήτως περιεχομένου.

Αυτό, όμως, δεν είναι αντιπολίτευση ευθύνης.

Διότι όταν όλα καταγγέλλονται, τίποτα δεν ξεχωρίζει. Όταν όλα παρουσιάζονται ως εξίσου προβληματικά, χάνεται η δυνατότητα ανάδειξης των πραγματικά κρίσιμων. Και όταν η πολιτική γίνεται θόρυβος, η εξουσία —αντί να πιέζεται πολιτικά— λειτουργεί πιο άνετα ως οιωνός σοβαρότητας και πολιτικής σταθερότητας.

Η εκσυγχρονιστική-μεταρρυθμιστική πολιτική λειτουργεί αλλιώς. Δεν φοβάται το «ναι» όταν αυτό είναι τεκμηριωμένο και αναγκαίο. Δεν χρησιμοποιεί το «όχι» ως εργαλείο ταυτότητας. Επιλέγει, ιεραρχεί, τεκμηριώνει — και αναλαμβάνει την ευθύνη.

Αυτό σημαίνει ότι η κριτική πρέπει να είναι στρατηγικά στοχευμένη. Να βασίζεται σε δεδομένα, όχι σε εντυπώσεις. Να συνοδεύεται από εναλλακτικές, όχι από συνθήματα.

Το ΠΑΣΟΚ έχει κάθε λόγο να ασκήσει σκληρή κριτική στην κυβέρνηση — και σε πολλές περιπτώσεις οφείλει να το κάνει. Αλλά η αξία αυτής της κριτικής θα κριθεί από την ποιότητά της: από το αν διαφοροποιείται από τα εύκολα αφηγήματα και από το αν μπορεί να σταθεί ως αξιόπιστη πρόταση σταθερότητας και μεταρρυθμιστικής διακυβέρνησης.

Διότι το ζητούμενο δεν είναι να μοιάσει σε άλλους προκειμένου να διευρύνει το ακροατήριο του. Είναι να επανακτήσει τον δικό του ρόλο.

Έναν ρόλο που δεν θα βασίζεται στην ένταση της καταγγελίας, αλλά στη δύναμη της πρότασης.
Που δεν θα μετριέται με hashtags, αλλά με πολιτικά αποτελέσματα.
Που δεν θα επιβεβαιώνει αντανακλαστικά, αλλά θα διαμορφώνει συνθήκες διακυβέρνησης.

Αν δεν το πετύχει, θα είναι πρόβλημα αξιοπιστίας — και, τελικά, ρόλου.