Το άλυτο δίλημμα του ΠΑΣΟΚ: μεταρρύθμιση ή μεταπολιτευτική νοσταλγία;

Γιάννης Χοχλακάκης 10 Μαϊ 2026

Από τον εκδημοκρατισμό και τον εκσυγχρονισμό έως το πελατειακό κράτος και τον λαϊκισμό, το ΠΑΣΟΚ του 2026 παραμένει αντιμέτωπο με τις ίδιες τις αντιφάσεις της ιστορικής του διαδρομής

Το ΠΑΣΟΚ υπήρξε ίσως η πιο επιδραστική πολιτική δύναμη της Μεταπολίτευσης. Δεν ήταν απλώς ένα κόμμα εξουσίας. Υπήρξε κοινωνικό ρεύμα, πολιτισμική μετατόπιση, μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας και συλλογικής ανόδου για μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας που μετά τη δικτατορία ζητούσαν όχι μόνο πολιτική εκπροσώπηση, αλλά και ιστορική αποκατάσταση.

Το ΠΑΣΟΚ εξέφρασε την Ελλάδα που αισθανόταν αποκλεισμένη από το μεταπολεμικό κράτος. Έδωσε χώρο, φωνή και αυτοπεποίθηση σε κοινωνικές δυνάμεις που έως τότε παρέμεναν πολιτικά και θεσμικά στο περιθώριο. Και αυτή υπήρξε η μεγάλη δημοκρατική του συμβολή.

Αυτή είναι η μία ιστορική αλήθεια.

Η άλλη είναι ότι μέσα στην ίδια διαδρομή οικοδομήθηκε και η πολιτική κουλτούρα που σταδιακά εγκλώβισε τη χώρα σε έναν φαύλο κύκλο κρατισμού, πελατειακών εξαρτήσεων και εύκολου λαϊκισμού. Το ΠΑΣΟΚ δεν διαμόρφωσε μόνο τη μεγάλη κοινωνική διεύρυνση της Μεταπολίτευσης. Διαμόρφωσε και το μοντέλο σύμφωνα με το οποίο το κράτος αντιμετωπίστηκε όχι ως θεσμός στρατηγικής οργάνωσης της χώρας, αλλά ως μηχανισμός πολιτικής αναπαραγωγής.

Το Δημόσιο έγινε εργαλείο κομματικής ισχύος. Οι παροχές συχνά υποκατέστησαν τις μεταρρυθμίσεις. Η παραγωγική ανασυγκρότηση παραμερίστηκε από τη λογική της διανομής. Και η πολιτική έμαθε να λειτουργεί περισσότερο με όρους συναισθηματικής κινητοποίησης και λιγότερο με όρους θεσμικής ευθύνης.

Γι’ αυτό και το σύνθημα «ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια» δεν είναι τόσο αθώο όσο ακούγεται. Δεν είναι απλώς μια νοσταλγική αναφορά μιας γενιάς. Είναι η συμπύκνωση μιας ολόκληρης μεταπολιτευτικής ψυχολογίας: της ιδέας ότι η ανάπτυξη μπορεί να συντηρείται χωρίς παραγωγικό αντίκρισμα, ότι το κράτος μπορεί διαρκώς να μοιράζει περισσότερα από όσα παράγει η οικονομία και ότι η πολιτική μπορεί να αποφεύγει επ’ αόριστον το κόστος των δύσκολων αποφάσεων.

Αυτή ακριβώς η αντίφαση εξηγεί γιατί η περίοδος του εκσυγχρονισμού υπήρξε τόσο κρίσιμη αλλά και τόσο αμφιλεγόμενη στο εσωτερικό του ίδιου του ΠΑΣΟΚ.

Η διακυβέρνηση του Κώστα Σημίτη αποτέλεσε ίσως τη μοναδική σοβαρή απόπειρα μετασχηματισμού του ΠΑΣΟΚ από κόμμα μεταπολιτευτικής διανομής σε κόμμα ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού. Η ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ, τα μεγάλα έργα υποδομών, η προσπάθεια θεσμικού εξορθολογισμού, η σύνδεση της χώρας με τον ευρωπαϊκό πυρήνα και η λογική ότι η Ελλάδα πρέπει να λειτουργήσει ως κανονικό ευρωπαϊκό κράτος συνιστούσαν μια βαθιά πολιτική τομή.

Αλλά ο εκσυγχρονισμός δεν απέκτησε ποτέ πραγματική ιδεολογική ηγεμονία μέσα στο ΠΑΣΟΚ. Αντιμετωπίστηκε συχνά ως αναγκαία διαχειριστική παρένθεση και όχι ως στρατηγική αλλαγή ταυτότητας. Ο Σημίτης κυβέρνησε με ένα σημαντικό κομμάτι του κομματικού μηχανισμού να αισθάνεται πολιτικά και πολιτισμικά ξένο απέναντι σε αυτή τη μετατόπιση.

Η βαθύτερη σύγκρουση δεν ήταν προσωπική. Ήταν σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για τη χώρα: από τη μία η Ελλάδα της ευρωπαϊκής προσαρμογής, των θεσμών και της μεταρρύθμισης· από την άλλη η Ελλάδα της μεταπολιτευτικής ευκολίας, του κρατικού προστατευτισμού και της πολιτικής αποφυγής του κόστους.

Και τελικά αυτή η σύγκρουση δεν λύθηκε ποτέ πραγματικά.

Όταν ξέσπασε η οικονομική κρίση, το ΠΑΣΟΚ κατέρρευσε όχι μόνο επειδή πλήρωσε το πολιτικό κόστος των μνημονίων, αλλά επειδή βρέθηκε αντιμέτωπο με τις ίδιες τις αντιφάσεις που επί δεκαετίες είχε συμβάλει να οικοδομηθούν. Ήταν το κόμμα που ανέλαβε τη δύσκολη επιλογή της ευρωπαϊκής παραμονής, αλλά ταυτόχρονα κουβαλούσε και μεγάλο μέρος της μεταπολιτευτικής φθοράς.

Μέσα σε αυτό το κενό αναδύθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ. Όχι ως ιστορική εξαίρεση, αλλά ως συνέχεια μιας ήδη υπαρκτής πολιτικής κουλτούρας. Ο αντιμνημονιακός λαϊκισμός δεν γεννήθηκε από το μηδέν. Κληρονόμησε στοιχεία του ίδιου μεταπολιτευτικού DNA: την εύκολη υπόσχεση, τη ρητορική της «ηθικής ανωτερότητας», την καχυποψία απέναντι στις μεταρρυθμίσεις, τη δαιμονοποίηση της ευρωπαϊκής κανονικότητας και την ιδέα ότι κάθε πολιτικό πρόβλημα λύνεται με περισσότερη κρατική παρέμβαση και περισσότερη επικοινωνιακή σύγκρουση.

Γι’ αυτό και το σημερινό στρατηγικό αδιέξοδο του ΠΑΣΟΚ είναι βαθύτερο από μια απλή εκλογική δυσκολία. Το κόμμα μοιάζει ακόμη να μην έχει αποφασίσει αν θέλει να εκπροσωπήσει τη μεταρρυθμιστική ευρωπαϊκή κεντροαριστερά ή αν επιδιώκει να επανασυνδεθεί με τα συναισθηματικά αντανακλαστικά της παλιάς μεταπολιτευτικής του βάσης.

Οι τελευταίες πολιτικές εξελίξεις κάνουν αυτή την αντίφαση ακόμη πιο εμφανή. Σε μια περίοδο όπου η δημόσια συζήτηση επιστρέφει ξανά στο πελατειακό κράτος, στη θεσμική αξιοπιστία και στις χρόνιες παθογένειες της διακυβέρνησης — από την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ μέχρι τη συνολική δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς — το ΠΑΣΟΚ συχνά δείχνει να ταλαντεύεται ανάμεσα στη θεσμική σοβαρότητα και στον πειρασμό μιας εύκολης αντιπολιτευτικής καταγγελίας.

Όμως η Ελλάδα του 2026 δεν είναι η Ελλάδα του 1981. Η κοινωνία δεν αναζητά απλώς συνθήματα κοινωνικής αποκατάστασης. Αναζητά κράτος που να λειτουργεί, θεσμούς που να εμπνέουν εμπιστοσύνη, πολιτική σοβαρότητα, παραγωγική στρατηγική και ευρωπαϊκή αξιοπιστία μέσα σε ένα περιβάλλον διεθνούς αβεβαιότητας και γεωπολιτικής πίεσης.

Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το μεγάλο υπαρξιακό ερώτημα για το ΠΑΣΟΚ: αν θα τολμήσει να αναγνωρίσει ότι ο εκσυγχρονισμός δεν ήταν ιστορική παρένθεση, αλλά η μόνη περίοδος κατά την οποία επιχείρησε πραγματικά να μετατρέψει τον μεταπολιτευτικό λαϊκισμό σε ευρωπαϊκή στρατηγική.

Γιατί χωρίς καθαρή σύγκρουση με τις ίδιες τις παθογένειες που συνέβαλε να εδραιωθούν, το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να παραμείνει πολιτικά μετέωρο, και υπερβολικά διστακτικό για να εκφράσει αυθεντικά τη μεταρρύθμιση που η χώρα εξακολουθεί να χρειάζεται ως οξυγόνο αναζωογόνησης στην πραγματικά δύσκολη γεωπολιτικά παγκόσμια πραγματικότητα.