Ενεργειακή, πλην άδικη μετάβαση στη Δυτική Μακεδονία

Ντόρα Τσικαρδάνη 13 Ιαν 2026

Πριν μιλήσουμε για οτιδήποτε από τα έχοντα σχέση με την απολιγνιτοποίηση και τη δίκαιη μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας, πρέπει να ξεκινήσουμε με κάποιες στοιχειώδεις παραδοχές, ώστε να συνεννοούμαστε με σαφήνεια, χωρίς αυταπάτες και ευφημισμούς:

  1. Η υπό τον αισιόδοξο όρο «κλιματικά ουδέτερη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας», δεν είναι και εν γένει περιβαλλοντικά ουδέτερη. Η πραγματικότητα είναι, ότι ΔΕΝ υπάρχει περιβαλλοντικά ουδέτερη παραγωγή ενέργειας, αλλά περιβαλλοντικά επιλέξιμη, μετά τη στάθμιση περιβαλλοντικού κόστους και οφέλους.
  2. Το πρότυπο των εναλλακτικών - ανανεώσιμων μορφών παραγωγής ενέργειας, όπως το γνωρίσαμε στην πρώιμη εφαρμογή του στη Γερμανία και σε χώρες του ευρωπαϊκού βορρά, αφορούσε μικρές παραγωγές για μικρές κοινότητες, με ζωή προσαρμοσμένη σε χαμηλά επίπεδα κατανάλωσης ενέργειας και καταναλωτισμού. Το πρότυπο αυτό της λιτής αυτάρκειας, εννοείται, δεν αφορά, ούτε την ευρωπαϊκή, ούτε την ελληνική πραγματικότητα. Οι σημερινές εγκαταστάσεις ΑΠΕ, σχεδιασμένες και κατασκευασμένες για την παραγωγή εκατοντάδων MW, αποτελούν βιομηχανικές εγκαταστάσεις και, ως τέτοιες αντιμετωπίζονται από το ευρωπαϊκό δίκαιο, με ελληνική απόκλιση στην ενσωμάτωσή του.
  3. Ο λιγνίτης είναι ένα καύσιμο που τελεύτησε τον βίο του. Η διαχείριση της τελευτής του όμως έχει σημασία, ιδιαίτερα για το κέντρο της εξόρυξής του  εν Ελλάδι, την Δυτική Μακεδονία.
  4. Η κλιματική αλλαγή είναι πραγματικότητα, όπως και το υψηλό της κόστος, με τα ορυκτά καύσιμα να έχουν σημαντική συμβολή σ’ αυτήν. Άρα, η μετάβαση σε κλιματικά ουδέτερες πηγές ενέργειας διαθέτει μεγάλη σημασία, σε πλανητικό, ευρωπαϊκό, εθνικό και τοπικό επίπεδο, πλην όμως, το κόστος της μετάβασης αυτής δεν είναι αμιγώς ρόδινο: εγείρει επίσης ζητήματα περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά, τα οποία βαρύνουν δυσανάλογα την περιοχή μας, η οποία, μετά  το λιγνιτικό, καλείται να υποστεί και το μεταλιγνιτικό κόστος.
  5. Τέλος, για την ΕΕ, την πλουσιότερη σε ΑΕΠ και κατά κεφαλήν ΑΕΠ και φτωχότερη σε πλουτοπαραγωγικές πηγές ήπειρο, η μετάβαση σε ήπιες μορφές παραγωγής ενέργειας έχει αποκτήσει και γεωπολιτική σημασία: αυτήν της ενεργειακής απεξάρτησής της.

Όλο αυτό το μίγμα πραγματικών παραγόντων είναι που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε, ως χώρα και ως Περιφέρεια, με τη χάραξη κατ’ αρχάς και την εφαρμογή στη συνέχεια αντιστοίχων πολιτικών. Εδώ βρισκόμαστε στην αιχμή τους: η μετάβαση εδώ σημαίνει πλήρη αναπροσανατολισμό και αλλαγή του παραγωγικού προφίλ της Περιφέρειας.

Τούτων λεχθέντων και, επειδή ο όρος «δίκαιη μετάβαση» έχει συγκεκριμένο νομικοπολιτικό περιεχόμενο, παραθέτω τον ορισμό του:

Σύμφωνα με τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας (ΔΟΕ), η δίκαιη μετάβαση περιλαμβάνει μέτρα για τη μείωση των επιπτώσεων στους εργαζόμενους και τις τοπικές κοινότητες από τις απώλειες θέσεων εργασίας και της παύσης λειτουργίας βιομηχανικών μονάδων, καθώς και μέτρα για την ανάπτυξη αξιοπρεπών θέσεων εργασίας.

Συμβαίνει; Σαφώς όχι. Αφαιρέσεις έχουμε.

Μπορεί να υπάρξει δίκαιη μετάβαση λοιπόν; Ας σημειωθεί εδώ, ότι ούτε η λιγνιτική ανάπτυξη υπήρξε δίκαιη. Ότι ΔΕΝ υπάρχει δίκαιη ανάπτυξη. Η ανάπτυξη ακολουθεί την οικονομική και κοινωνική δυναμική της εποχής, υποτάσσεται πλήρως στη ροπή της και με τη σειρά της υποτάσσει ό,τι της αντιστέκεται. Έχει κερδισμένους και χαμένους. Στη συνέχεια, οι ανισότητες και οι υστερήσεις τείνουν πάντα στην αναπαραγωγή τους, ιδιαίτερα σε καιρούς συρρίκνωσης.

Σήμερα λοιπόν, που το λιγνιτικό σύμπαν έχει φτάσει στο τέλος του, αυτό που φεύγει είναι πολύ μεγάλο, ενώ ό,τι έρχεται, ακόμη και το πιο μεγάλο, δεν αφορά την τοπική οικονομία παρά ελάχιστα, έως αρνητικά, ενώ η τοπική επιχειρηματικότητα εμφανίζεται αδύναμη και περιορισμένη. Ούτως ή άλλως όμως, η μεταβολή του είδους και της εκτάσεως που απαιτείται, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς τον πολιτειακό σχεδιασμό και τη λήψη θετικών μέτρων.

Το αίτημα για δίκαιη απολιγνιτοποίηση επομένως, ενώ κατ’ αρχήν αποτελεί αίτημα ηθικοπολιτικού περιεχομένου, μπορεί να αναδειχθεί σε υψίστης σημασίας εθνικό και γεωπολιτικό πρόβλημα, άμεσα συνδεδεμένο με τα βορειοδυτικά σύνορα της χώρας.

Σχηματικά θα κατέτασσα τις ελάχιστες προϋποθέσεις της δίκαιης μετάβασης σε δύο κατηγορίες: η μία αφορά τα ελάχιστα οφειλόμενα στην περιοχή από τη ΔΕΗ· η άλλη, την κρατική και περιφερειακή ικανότητά μας να δώσουμε θεσμική υπόσταση στον όρο «ρήτρα δίκαιης μετάβασης».

Σε σχέση με τη ΔΕΗ λοιπόν, σημειώνω τα εξής θέματα – πεδία ανάπτυξης πολιτικών:

  1. Αποκατάσταση των λιγνιτικών πεδίων, ιδιοκτησίας της ΔΕΗ.  Προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ η επαναφορά της αειφορίας τους, πράγμα το οποίο αποτελούσε όρο για την προηγούμενη νόμιμη λειτουργία σταθμών και ορυχείων και διαχρονική δέσμευση του εθνικού και τοπικού πολιτικού προσωπικού. Έχει εγκαταλειφθεί.

Η κατάσταση αναδεικνύει ένα θεμελιώδες δικαιοπολιτικό ζήτημα: εάν τελικά η περιβαλλοντική αδειοδότηση διαθέτει ουσιαστικό περιεχόμενο υποχρεωτικού χαρακτήρα ως προς τις υποχρεώσεις αποκατάστασης ή αποτελεί απλώς πρόφαση για τη διάρκεια της εκμετάλλευσης, αδιάφορο μετά απ’ αυτήν. Η πραγματικότητα συνηγορεί για το δεύτερο.

2. Η κυριότητα των λιγνιτικών πεδίων, εισφέρεται στην «ΜΕΤΑΒΑΣΗ Α.Ε.» για την επίτευξη των σκοπών της, ενώ διασπάται σε επιμέρους δικαιώματα (χρήσης, εκμετάλλευσης, έρευνας) τα οποία παρακρατώνται από τη ΔΕΗ. Παράλληλα, διά της «ΔΕΗ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΕΣ Α.Ε.», καλπάζει η επιχειρηματική εκμετάλλευσή τους, έτσι, όπως είναι.

3. Ιδιοκτησία, αναβάθμιση των εδαφών (και όχι αποκατάσταση, σύμφωνα με τα περιβαλλοντικά προβλεπόμενα) σχεδιασμός, εκτέλεση και διαχείριση έργων υποδομής, κ.ά., ανατίθενται στην «ΜΕΤΑΒΑΣΗ Α.Ε. Η επιλογή δεν είναι κατ’ ανάγκην κακή, αντίθετα μάλιστα. Θα μπορούσε να είναι και προωθητική, αν δεν επέφερε σύγχυση νομικών και τεχνικών ορισμών δικαιωμάτων, αρμοδιοτήτων, υποχρεώσεων και κονδυλίων (π.χ. ο όρος «αναβάθμιση των εδαφών» έναντι του προβλεπόμενου από το περιβαλλοντικό δίκαιο «αποκατάσταση» είναι απολύτως ασαφής ή και κενός περιεχομένου). Όλα αυτά οδηγούν σε:

  • Απαλλαγή της ΔΕΗ από την αποκλειστικά δική της περιβαλλοντική ευθύνη αποκατάστασης των εδαφών, με κοινωνικοποίηση του κόστους της αποκατάστασης αυτής·
  • Παραβίαση της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει»·
  • Συμπερίληψη του κόστους αποκατάστασης των εδαφών στις αναπτυξιακές δαπάνες προς όφελος της περιοχής και τις χρηματοδοτήσεις ΕΣΠΑ, και άρα, αφαίρεσή τους από εναλλακτικές αναπτυξιακές επιλογές·
  • Σύγχυση των σκοπών της εταιρείας: αναπτυξιακές επιλογές μετάβασης ή «αναβάθμιση» των εδαφών εξόρυξης;
  • Κυρίως όμως, σύγχυση των σχετικών κονδυλίων, με άμεση συνέπεια την αφαίρεσή τους από τις αμιγώς αναπτυξιακές επιλογές προς όφελος της υπό μετάβαση περιοχής.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, επέρχεται μία θεμελιώδης αντιστροφή: από οφειλόμενο έργο υποδομής, η αποκατάσταση των εδαφών μετατρέπεται σε επιλέξιμο αναπτυξιακό. Όπερ, επιεικώς απαράδεκτο.

Το απαράδεκτο εντείνεται όμως: ο μεγαλύτερος αποδέκτης των κονδυλίων της δίκαιης μετάβασης είναι η ίδια η ΔΕΗ.

Και, ενώ οι πληγές των ορυχείων παραμένουν ως είχαν, καλπάζει γύρω μας η άκρατη και άναρχη ανάπτυξη των ΑΠΕ (συμφερόντων και της ΔΕΗ). Η ανάπτυξη εγκαταστάσεων εκατοντάδων μεγαβάτ επί χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων, ιδίως φωτοβολταϊκών πάρκων, είναι πια ανεξέλεγκτη, ακολουθώντας το δίκτυο διανομής στις διαδρομές του, εκτεινόμενη σε ό,τι βρίσκει στον δρόμο της, δίπλα και εντός σχεδίων πόλεων, αρδευόμενων γεωργικών γαιών, βοσκοτόπων, δασών, περιοχών NATURA κλπ, χωρίς συνυπολογισμό των ανθρωπογενών δραστηριοτήτων και συγκρούσεων χρήσεων, συχνά, επειδή οι χρήσεις αυτές δεν είναι θεσμοθετημένες. Έτσι, από την εστιασμένη λιγνιτική παραγωγή ενέργειας, έχουμε περάσει στη διάχυτη, πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα παραγωγή με ΑΠΕ σε ό,τι άφησε άθικτο η λιγντική.

Όλα τα παραπάνω συναντώνται με διοικητικές παραλείψεις και αβελτηρίες, αδυναμίες και ανεπάρκειες συνυφασμένες με την διαχρονική λειτουργία του ελληνικού κράτους. Έτσι, δίκαιη μετάβαση, πρωτίστως θα σήμαινε θεσμική θωράκιση του Περιφερειακού και εθνικού χώρου, με:

Επίκαιρο και σύγχρονο Ειδικό Χωροταξικό για τις ΑΠΕ. Το ισχύον ανάγεται στο 2008, όταν τα φωτοβολταϊκά πάρκα στήνονταν στο οικογενειακό αμπελάκι, ενώ η σημερινή κατάσταση έχει αλλάξει άρδην. Εννοείται, ότι η σύνταξή του θα έπρεπε να είναι σύμφωνη με συγκεκριμένες χωροτακτικές ρυθμίσεις και περιορισμούς στον εθνικό χώρο και όχι να περιορίζεται σε διακήρυξη αρχών και καλών προθέσεων.

Επίκαιρο, σύγχρονο και δεσμευτικό Περιφερειακό Χωροταξικό Πλαίσιο. Το ισχύον, εγκρίθηκε πέρυσι τον Ιούλιο και προσβλήθηκε στο ΣτΕ από την ΠΕΔ, Περιφερειακούς Συμβούλους, πολίτες και βουλευτές, αφ’ ενός, λόγω της απουσίας επίκαιρης διαβούλευσης για την παραγωγή του, αφ’ ετέρου, ακριβώς λόγω της αντιφατικότητάς του και της απουσίας πραγματικού χωροταξικού σχεδιασμού: παρά τις διακηρύξεις του, πραγματική δεσμευτικότητα δεν παράγει. Ιδιαίτερα σχετικά με το φλέγον θέμα της Φέρουσας Ικανότητας των υπερφορτωμένων ορέων της περιοχής και της χωροθέτησης των δραστηριοτήτων, το ΠΧΠΔΜ κόντρα στις αναπτυξιακές διακηρύξεις του ανά χωρική ενότητα, σιωπά: εν τέλει επιτρέπει τα πάντα, παντού.

Σχέδια διαχείρισης δασών, βοσκοτόπων, προστατευόμενων περιοχών, υγροτόπων, λιμνών και ποταμών, τα οποία και αποτελούν τον πλούτο της Δυτικής Μακεδονίας. Και βέβαια, δεσμευτικό σχέδιο διαχείρισης των υδάτων του μέσου ρου του Αλιάκμονα, τα οποία υπόκεινται στο σύνολο των δυνατών χρήσεών τους (βιομηχανική, αρδευτική, υδρευτική) χωρίς την παραμικρή πρόβλεψη και περιορισμό.

Σύγχρονη, υπεύθυνη, παρεμβατική και ικανή για διακρίσεις, ρυθμίσεις και αρνήσεις Τοπική, Περιφερειακή και Εθνική Διοίκηση. Πρόκειται για αίτημα στοιχειώδες στις δημοκρατικές πολιτείες, δεδομένου, ότι η διοίκηση είναι αυτή που πραγματώνει και εγγυάται την τήρηση της νομιμότητας ενώ αλληλεπιδρά στην παραγωγή των παραπάνω καταστατικών κειμένων.

Πρόκειται για τα ελάχιστα θεσμικά προαπαιτούμενα, τα οποία όμως, είναι ζητούμενα. Εάν συμφωνούμε, ότι  η πραγματική δυνατότητα για την μεταλιγνιτική ανάπτυξη της περιοχής, είναι η αντιστροφή των όρων της λιγνιτικής, δηλαδή: έναντι των ορυχείων και των ατμοηλεκτρικών σταθμών, η ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών, του πρωτογενούς τομέα και του αγροτουρισμού. Του ορεινού τουρισμού. Των εναλλακτικών μορφών απασχόλησης και επιχειρηματικότητας, η επιχειρηματική γεωργία και η κτηνοτροφία έναντι της «υπαλληλοποίησης», καινοτομία. Η μετατροπή των «μειονεκτικών» περιοχών σε «πλεονεκτούσες», τότε οι περιοχές αυτές πρέπει να προστατευτούν. Όχι μόνον γιατί πλήττουν αυτό που η Περιφέρεια σήμερα είναι, αλλά γιατί της απαγορεύουν αυτό μπορεί αύριο να γίνει.

Συνοψίζοντας, οι απώλειες τοπικού ΑΕΠ, θέσεων εργασίας, επιχειρήσεων και πληθυσμού είναι αδιάψευστοι δείκτες και για το μέλλον που επέρχεται και οφείλουμε να αντιστρέψουμε. Προφανώς, κατά κυριολεξία δίκαιη μετάβαση για τη Δυτική Μακεδονία δεν υπάρχει· δεν θα μπορούσε να υπάρξει, ίσως. Όμως, είναι εξαιρετικά σημαντικό, το θεσμικό κομμάτι της μετάβασης αυτής να είναι δίκαιο και ισορροπημένο και να δίνει δυνατότητες και ευκαιρίες ανάπτυξης (ήδη επιβίωσης) στην τοπική οικονομία.

Προπαντός όμως και, επ’ ουδενί λόγω, δεν πρέπει η δίκαιη μετάβαση να εξελιχθεί σε έναν ακόμη ευφημισμό.