Για το ΠΑΣΟΚ της 4ης Σεπτεμβρίου

Νίκος Γκιώνης 02 Σεπ 2012

Νομίζω πως ήρθε η ώρα ο Σεπτέμβρης του ΠΑΣΟΚ να ονοματίζεται Σεπτέμβριος, έτσι ώστε ευθαρσώς να αποκηρυχτεί η κινηματική ή ψευδοκινηματική κομματική γλώσσα. Τα Δυτικά Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα έχουν από την περίοδο του μεταπολέμου αποβάλλει τα όποια κινηματικά χαρακτηριστικά τους, υπέρ των κοινοβουλευτικών ρεφορμιστικών τέτοιων. Στην Ελλάδα, οι κινηματικές ιδιότητες των κομμάτων ξεπερνιούνται μια φορά, το 1974, με την πτώση της Χούντας κι άλλη μια -για το ΠΑΣΟΚ- το 1975, με το τέλος της αυτοοργάνωσης -και οριστικά το 1977, όταν ο Α. Παπανδρέου και το κόμμα του αναλαμβάνουν το ρόλο της Μείζονος Αντιπολιτεύσεως.                                                                                                                     Η Ιστορία ενίοτε εμπαίζει, επιλέγοντας τραγέλαφους για να χαρακτηρίσει τη διαχρονία των όσων συντελούνται. Έτσι, ένας φορέας που ακόμα και τώρα αυτοχαρακτηρίζεται «Κίνημα», δόμησε έναν συμπαγέστατο γραφειοκρατικό μηχανισμό εντός του κράτους, αλλά και παράλληλα μ’ αυτό.

.

Εκτιμώ πως αρχικά αυτό ξεκίνησε ως προσπάθεια ένταξης του επιλεγόμενου «μη εθνικόφρονος» πληθυσμού σ’ όλους τους τομείς και τις δραστηριότητες της δημόσιας ζωής της χώρας. Γρήγορα όμως το πουλόβερ ξηλώθηκε και φορέθηκε η εκδοχή των δικών μας παιδιών και των αλλότριων κομματικών αντιπάλων. Αντί να εμπλουτιστούν και να  αναθεωρηθούν οι διοικητικοί μηχανισμοί, σε συνέχεια των επεμβάσεων Κ. Καραμανλή της περιόδου 1974-1977, σύμφωνα κυρίως με τα τότε γαλλικά και γερμανικά δεδομένα, ώστε να επέλθει η σύνθεση και η συμφιλίωση, επιλέχτηκε η γραμμή Πράσινοι-Μπλε. Η αρχική ορθότητα της ένταξης του όλου παραγωγικού δυναμικού στη δημόσια ζωή, αυτοαναιρείται από τη δολιότητα της μεθόδευσης.                                                                                                                                 Από κει και ύστερα, το δημόσιο γιγαντώνεται για να καλύψει το μεταπολεμικό όνειρο των μικροαστών για δουλειά σ’ αυτό, με διαστάσεις διαχρονικής πανδημίας. Κι έτσι, σήμερα, ασφυκτιούντες, είμαστε με 1.000.000 δημοσίους υπαλλήλους, σε σύνολο πληθυσμού 10.000.000 ανθρώπων.                                                                                                                                      Επιτυχώς, το ΠΑΣΟΚ, χάρη στον Π. Αυγερινό και στον Γ. Γεννηματά, αλλά και άλλους, έβαλε στέρεες βάσεις στο Σύστημα Υγείας, αλλά και σχεδόν σε όλους τους τομείς της κοινωνικής μέριμνας. Δυστυχώς όμως, η αλόγιστη χρήση των δημόσιων οικονομικών και τα κάθε λογής παρασιτικά και συντεχνιακά κατεστημένα των Ιατρών, των ΑΕΙ, των Προμηθευτών, συν την προγραμματική ακηδεία για τις μελλούμενες ανάγκες, οδήγησαν το σύνολο της κοινωνικής μέριμνας στο σημερινό μαρασμό. Πρέπει όλα ν’ αλλάξουν για να μείνουν ίδια, έγραφε στον Γατόπαρδο ο Ντι Λαμπεντούζα.                                                                                                                       Με επιτυχία ολοκλήρωσε το ΠΑΣΟΚ στοιχειώδεις αστικές ελλείψεις, όπως η αναγνώριση της Αντίστασης, ο πολιτικός γάμος κ.ά. Εξαιρετικές ήταν οι θεσμικές επιδόσεις στο χώρο των ΟΤΑ, δίχως όμως την προκαταβολική ακτινοσκόπηση των μελλοντικών διαφθορών του χώρου. Δυστυχώς, η φτιαξιά του ΠΑΣΟΚ ήταν άκρως ετερόκλητη κι έτσι, δίπλα σε κάθε αλλαγή συνυπήρχε το λαϊκιστικό αντίβαρο της ακύρωσης.                                                                                                                                        Ο Νόμος Πλαίσιο του 1982 για την Ανώτατη Παιδεία, αρχικά ήταν μια προσπάθεια της Πολιτείας να παρακάμψει τον νεποτισμό και την οικογενειοκρατία, με τη συνεργασία όλων των συντελεστών του Πανεπιστημίου. Αργά και σταθερά, ο νόμος μεταλλάχτηκε σε γήπεδο εξουσιαστικών λαφύρων μεταξύ διδασκόντων, σπουδαστών και Πολιτείας. Η μετεξέλιξη αυτού του φαινομένου είναι η τωρινή ζοφερή άρνηση των Πρυτάνεων για μεταρρυθμιστικό εκσυγχρονισμό στο Πανεπιστήμιο.                                                                                                                                                  Δυστυχώς, μετά το 1985, όσο θέριευε ο ναρκισσισμός του Αρχηγού, τόσο και ο λαϊκισμός του κομματικού λόγου του ΠΑΣΟΚ γινόταν Λεβιάθαν, όπως περιγράφει ο μακαρίτης Άγγελος Ελεφάντης στο βιβλίο του, Στον αστερισμό του λαϊκισμού, εκδομένο από τον ΠΟΛΙΤΗ το 1990.Τα απομεινάρια του πολιτισμικού λόγου τρίζουν όσο ο ΑΥΡΙΑΝΙΣΜΟΣ μεγαλώνει, αναγορευόμενος δια των επισημοτέρων χειλέων του κόμματος, σε πρότυπο αδέσμευτης δημοσιογραφίας. Ακόμα τα πλήθη παραληρούν στη θέα του αναρρωνύοντος Αρχηγού, με τη συντροφιά νεαράς κυρίας. Πολλοί βιάζονται να του μοιάσουν, με το ναρκισσιστικού τύπου Οιδιπόδειο να γίνεται εκδηλωμένο συλλογικό ασυνείδητο, που θα έλεγε κι o Κ. Γιούνγκ. Μαζεμένα προπολιτικά χαρακτηριστικά τοτεμικής λατρείας, σε μια χώρα της οποίας τα διαθέσιμα αποθεματικά της ΤτΕ, κατά τον Δ/ντή Δ. Χαλικιά, τον Μάιο του 1989, αρκούν για ένα μήνα. Στο μεταξύ, ο Ανδρέας όλο και συχνότερα τονίζει πως ο μόνος αληθινός θεσμός είναι ο Λαός, χωρίς άλλες μεσολαβήσεις στο ενδιάμεσο. Στ’ αλήθεια, λίγο ανησυχητικές κρίσεις για πολιτεύματα έμμεσης Δημοκρατίας, κάπου στο 1990. Αλλά είπαμε, Ανδρέας ήταν κι αναλόγως της αμφιθυμίας του, έπεφτε και καμιά κουβέντα παραπάνω. Κι εκεί κοντά, για να μη μακρυγορούμε, Κοσκωτάδες, χαρτορίχτρες, -εσμοί παρατρεχάμενων της τότε παραθεσμικής εξουσίας της Εκάλης… Ωστόσο, στις τρεις εκλογικές αναμετρήσεις, τα αμυντικά και συγχωρητικά ανακλαστικά του ΠΑΣΟΚικού εκλογικού σώματος, αντάμα με στρατηγικά λάθη της ιστορικής Αριστεράς, αποτρέπουν τη διάλυση του κόμματος και προς έκπληξη πολλών, είναι ξανά στη διακυβέρνηση της χώρας, τον Σεπτέμβριο του 1993.

.

Η περίοδος 1993-1996 είναι η πιο ώριμη «ανδρεϊκή», όσον αφορά στην πρώτη ουσιαστική ταύτιση του ΠΑΣΟΚ με πτυχές της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας. Τότε μπαίνουν και οι πρώτες βάσεις της οκταετίας Σημίτη που θα ακολουθήσει, ως μια πρώτη οργανωμένη απόπειρα εκσυγχρονισμού της Ελλάδας. Δυστυχώς, στον καμβά της κομματικής Ιστορίας, αυτή η ωριμότερη Παπανδρεϊκή περίοδος είναι κρυμμένη, σάμπως ν’ αποτελεί όνειδος για τα έως τότε ειοθότα της κομματικής γραφειοκρατίας.

.

Σ υ μ π έ ρ α σ μ α  1ο.  Η περίοδος αρχηγίας Α. Παπανδρέου είναι εκπληκτικά ιδιότυπη και κυκλοθυμική. Δημιουργεί, αλλά συχνά αυτοαναιρείται, στοχεύει ορθά, αλλά προτιμά τη ζητωκραυγή της αρρένας, προσπαθεί -στρεβλά- για τη συμφιλίωση, αλλά διαπαιδαγωγεί τους πολίτες στην απομύζηση των δανεικών που η χώρα αφειδώς και αστόχαστα υπερδανείζεται από το Τραπεζικό και Χρηματιστηριακό κατεστημένο. Ο κόσμος, εργασιακά, κατά κανόνα προτιμά να βολεύεται στο δημόσιο, με τη λογική της ήσσονος προσπάθειας, δίχως κανένα ενδιαφέρον για το επιχειρείν, την καινοτομία και το ελεύθερο επάγγελμα. Για να μη θυμηθούμε και τους τότε αγρότες, που μετέτρεπαν εν μία νυκτί  το κρέας σε ψάρι, ήγουν την επιδότηση των κουτόφραγκων σε πολυτελές τετράτροχο, ενώ συνέχιζαν επιδοτούμενοι για άλλες καλλιέργειες, αυτή του υδροβόρου βαμβακιού, κόντρα στις συστάσεις της Ε.Ε αλλά και των Γεωπονικών μας Πανεπιστημίων. Το καθόλα νόμιμο σύστημα χωράφι-βαμβάκι-αγρότης-εκκοκκιστήριο-εμπόριο, καλά κράτησε τόσα χρόνια, αφού στράγγιξε πλήρως τον υδροφορέα και τις τσέπες των Τευτόνων, Φράγκων και άλλων.

.

Στα συν της αναφερόμενης περιόδου, είναι οι κοινωνικές και θεσμικές επεμβάσεις και ορισμένες αστικές ολοκληρώσεις. Στα μείον, η αντιπαραγωγική βάση του παρασιτισμού και υπερδανεισμού, το μέσα-έξω στα ευρωπαϊκά τεκταινόμενα, η οικογενειοκρατία, η αλαζονεία, η προσωπολατρευτική σχέση προς τον Αρχηγό, κάτι σχεδόν σαν πίστη μονοθεϊστικής θρησκείας σωτηριολογικών διδαγμάτων. Τέλος και χειρότερα, η μπετονένια -και με σιδηροπλισμό- εδραίωση ενός όχι και τόσο ακίνδυνου εθνικοπατριωτικού λαϊκισμού, συνολικά σε επίπεδο κοινωνίας. Παρεμπιπτόντως, από την επικαιρότητα αυτό: Εκτιμώ πως οι δήμαρχοι Κορίνθου και Καλαμάτας, με τη συμπεριφορά τους, αποδεικνύουν τη στέρεη διαχρονία των όσων λίγο πιο πάνω περιέγραψα.

.

 

.

Συνεχίζουμε. Στην περίοδο Κ. Σημίτη, έχουμε τις γνωστές μεγάλες επιτυχίες του ευρώ, της Κύπρου, του Ελσίνκι, αλλά και μια εργώδη προσπάθεια εξορθολογισμού των οικονομικών μας, αύξηση των κοινωνικών δαπανών πάνω από τον τότε μέσο όρο της Ε.Ε. και μια ενδιαφέρουσα παραγωγική οικονομική μεγέθυνση, σχεδόν ανάπτυξη. Παραδίπλα, έχουμε ασφαλώς και τα διάσημα οικονομικά σκάνδαλα, εν μέρει αναπόφευκτα κάποια από αυτά.

.

Ένα μόνιμο κέρδος για  όλους μας είναι πως αυτός ο τίμιος άνθρωπος εξύψωσε το «πρωθυπουργιλίκι» σε μια δουλειά -όπως έλεγε- γεμάτη πνοή, μέθοδο, στοχασμό και σχέδιο. Μ’ αυτόν αρχίζει, περίπου επίσημα, να συγκροτείται ένα μέτωπο ευρωπαϊκού σοσιαλδημοκρατικού και διαφωτιστικού προσανατολισμού, που στην τωρινή μέγγενη οργανώνεται  και δρα. Εύχομαι η Ιστορία να μην κρατήσει από τον Κ. Σημίτη μόνον τα μπετά και την άσφαλτο των πολλών έργων που κατασκευάστηκαν όσο ήταν Πρωθυπουργός, μα και μια παιδαγωγική πολιτικής και πολιτισμικής κατεύθυνσης, που αντιπαρέβαλλε στη λαϊκιστική κομματοκρατία. Αυτή που στην ουσία τον αποκαθήλωσε τότε με το Ασφαλιστικό του Γιαννίτση. Εύχομαι προκαταβολικά να έχω λάθος, μα δεν θυμάμαι τους δύο επόμενους αρχηγούς να στήριξαν όχι τον ίδιο, αλλά την επιχειρηθείσα μεταρρύθμιση. Το χρήμα πολλοί εμίσησαν, το βαθύ ΠΑΣΟΚ, ελάχιστοι… Ευτυχώς, προς ώρας μετοικεί αλλού.                                                                        Όσο θυμάμαι τον Στρατάρχη Άκη να εγκαλεί τους Σημιτικους για νεοφιλελευθερισμό, απειλώντας εμμέσως με κυβερνητικές αναταραχές -αν όχι πτώση της Κυβέρνησης- τα συνεδριακά πλήθη να αποθεώνουν τις αερολογίες του  περί πατριωτισμού και «Ελλάδας που ανήκει στους Έλληνες» -σήμερα τα λέει ο Καμμένος, η Χ.Α και άλλοι- και στο τέλος να καταλήγει στα αμυντικά δόγματά του με τα μυριάδες μπικικίνια, αισθάνομαι πόσο μόνοι πρέπει να νοιώθουν κάποιοι που μπορεί να βλέπουν λιγάκι αλλιώτικα την Πολιτική.

.

Σ υ μ π έ ρ α σ μ α  2ο .Τα βήματα του Έστερναχ, βιβλίο του μεταρρυθμιστή Αλ. Παπαδόπουλου, δηλαδή η πορεία προς τον μεταρρυθμιστικό εκσυγχρονισμό, συνεχίζεται ίσως με τροποποιημένες ρότες και σίγουρα με πολλούς περισσότερους Σημίτηδες.                                                                                                                                               Η διετία Γ. Παπανδρέου δεν μπόρεσε να διαχειριστεί επαρκώς την κρίση γιατί ήταν άβουλη, γιουρούσι φιλοδόξων, ασύντακτη, απροετοίμαστη και μερικές φορές… πέρα βρέχει. Εξαιρώ κατά το δυνατόν την προσπάθεια Παπαδήμου –Βενιζέλου, που μάλλον έσωσε μέρος της τότε παρτίδας, αλλά και μεμονωμένες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες όπως αυτές της Α. Διαμαντοπούλου, του Γ. Ραγκούση -μερικές του πάντως αρκετά επιπόλαιες- ή του Γ. Μανιάτη στους υδρογονάνθρακες.                                        Σ υ μ π έ ρ α σ μ α  3ο. Ας κρατήσουμε την εκούσια καταβαράθρωση του ΠΑΣΟΚ, προσπαθώντας να κρατήσει ζώσα τη χώρα, κάτι σαν αληθινή εκδοχή της Θυσίας του Αβραάμ.                                                                                                                                                         ΕΠΙΜΥΘΙΟΝ: Το ΠΑΣΟΚ της 4ης Σεπτεμβρίου -και βάλε- δεν γνωρίζουμε αν θα είναι ΠΑΣΟΚ, ΕΛΙΑ ή ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ. Θέλω να πω δηλαδή, πως δεν ξέρουμε αν το κόμμα ΠΑΣΟΚ θα είναι ο κορμός της Κεντροαριστεράς, ή μια συνιστώσα της. Τα πράγματα δείχνουν προς το δεύτερο. Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία δεν παραγράφεται, αλλά ερευνάται. Να δούμε γιατί τόσος λαϊκισμός και προσωπολατρεία, αλλά και πώς ένας τόσο αντιφατικός φορέας πρόσφερε και προσφέρθηκε, κυβέρνησε επιτυχέστατα, κυρίως την περίοδο Σημίτη, αλλά ωστόσο βυθίστηκε στο έλος του κυβερνητισμού. Πολλές από τις αναλύσεις πολιτικών και όχι μόνο, που κινούνται στις παρυφές του ΠΑΣΟΚ, της ΔΗΜΑΡ, ου μην αλλά και της ΔΡΑΣΗΣ, είναι στην ορθή κατεύθυνση. Οι φορείς και οι ανένταχτοι, οφείλουν να συνεργαστούν προγραμματικά, αλλά με ειλικρίνεια, με ανελέητη κριτική στις ως σήμερα πορείες τους, αλλά χωρίς παραγραφές των ιστορικών τους διακυβεύσεων, όποιες κι αν  υπήρξαν. Και βέβαια, με σαφές στίγμα και σχέδιο, δίχως αγκυλώσεις και προεκλογικής κοψιάς ανεφάρμοστες κόκκινες γραμμές. Το μέλλον είναι κιόλας παρόν και η καινούργια Κεντροαριστερά, ή όπως θέλετε πείτε την, είναι -ή οφείλει να είναι- παρούσα.

.

 

.

Υ.Γ.: Με αφορμή μια ακόμα επέτειο από την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ.

.

 

.

*Ο Νίκος Γκιώνης είναι Πολιτικός Μηχανικός.