Απευθύνεται κυρίως σε κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις "κυβερνητικής ευθύνης", στους δημοκρατικούς πολιτικούς φορείς και στη κοινωνία των πολιτών.
Η ποιότητα της δημοκρατίας δεν κρίνεται μόνο από τη διαδικασία για το ποιος και πως κυβερνά, αλλά και από το πώς αντιπαρατίθενται οι πολιτικές δυνάμεις μεταξύ τους. Και δυστυχώς, στη σημερινή Ελλάδα, ο δημόσιος λόγος διολισθαίνει, όλο και συχνότερα, σε μια μορφή πολιτικής τοξικότητας που δεν παράγει πολιτική, αλλά μόνο εντυπώσεις, φανατισμό και τελικά απαξίωση.
Οι προσωπικές επιθέσεις, οι προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, οι ειρωνείες και οι λεκτικές υπερβολές —όπως αυτές που κατά καιρούς και μάλιστα προσφάτως, εκστομίζονται από πολιτικά στελέχη απέναντι σε πολιτικούς αντιπάλους— μπορεί να εξυπηρετούν στιγμιαίες επικοινωνιακές ανάγκες, όμως υπονομεύουν βαθύτερα τη δημοκρατική λειτουργία του κράτους μας και των θεσμών της κοινωνίας μας. Όταν ο πολιτικός αντίπαλος παρουσιάζεται όχι ως φορέας διαφορετικής πολιτικής αντίληψης αλλά περίπου ως «εχθρός» ή ως πρόσωπο ηθικά αποκρουστικό, τότε η πολιτική μετατρέπεται σε πεδίο ανθρωποφαγίας και όχι δημοκρατικής διαπάλης.
Αυτό το φαινόμενο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο όπου η ανάγκη συγκλίσεων και συνεργασιών δεν αποτελεί θεωρητική άσκηση, αλλά πιθανή πολιτική αναγκαιότητα είτε σε κυβερνητικό επίπεδο, είτε στη συγκρότηση αξιόπιστου εναλλακτικού κυβερνητικού πόλου, από ότι δείχνουν και οι δημοσκοπικές μετρήσεις στη κοινή γνώμη.
Η ελληνική κοινωνία, μετά από μια μακρά περίοδο κρίσεων —οικονομικής, υγειονομικής, θεσμικής και γεωπολιτικής— έχει ανάγκη από πολιτική σοβαρότητα, προγραμματικό διάλογο και κουλτούρα συνεννόησης.
Ιδίως στον χώρο της Κεντροαριστεράς και ευρύτερα της δημοκρατικής και προοδευτικής παράταξης, η συζήτηση αυτή υποχρεωτικά πρέπει να αποκτήσει ιδιαίτερο βάρος. Όχι γιατί οι πολιτικές διαφορές πρέπει να εξαφανιστούν, ούτε γιατί απαιτείται μια άνευρη «συναίνεση του κέντρου», αλλά γιατί χωρίς στοιχειώδεις όρους πολιτικού πολιτισμού, καμία προγραμματική σύγκλιση δεν μπορεί να υπάρξει.
Σε μια σημερινή συγκυρία που χαρακτηρίζεται από το ιδιότυπο φαινόμενο, στα επηρεαζόμενα από την κυβερνητική πολιτική Μέσα Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, της "μονοθεματικής" “αντιπολίτευσης στην αντιπολίτευση”, ως συνέχεια του αντίστοιχου “μονοθεματικού αντισυριζισμού”, που είχε κυριαρχήσει την προηγούμενη πενταεαετία. Συχνά, αντί η δημόσια συζήτηση να επικεντρώνεται στα πραγματικά κοινωνικά προβλήματα —την ακρίβεια, την ανασφάλεια, την παραγωγική στασιμότητα, τις ανισότητες, τη θεσμική λειτουργία— αναλώνεται σε μια ατέρμονη ανακύκλωση πολιτικών παθών και προσωπικών δαιμονοποιήσεων.
Αυτό όμως δεν μπορεί να είναι το μέλλον της χώρας και είναι ευθύνη ευρύτερα των δυνάμεων της θεσμικής δημοκρατικής λειτουργίας.
Η αντιπαράθεση στον και από το χώρο της Κεντροαριστεράς και ευρύτερα της προοδευτικής παράταξης, δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική και προγραμματική. Να «τρελάνουμε ο ένας τον άλλον στην πολιτική αντιπαράθεση», όχι στον λαϊκισμό, στη δημαγωγία, στις προβοκάτσιες και στις προσωπικές επιθέσεις. Αυτά τα αφήνουμε σε όσους δεν έχουν κάτι συγκεκριμένο να προτείνουν για τη λύση και διαχείριση των μεγάλων προβλημάτων της εποχής μας.
Η πολιτική δεν είναι reality show
Τα τελευταία χρόνια, με πρότυπο τη χαρακτηριστική εικόνα πολιτικού ύφους αυτού του κου Τράμπ, μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος εγκλωβίζεται στη λογική της συνεχούς επικοινωνιακής σύγκρουσης. Η πολιτική αντιπαράθεση δεν γίνεται πάνω σε προγράμματα, κοινωνικές ανάγκες ή στρατηγικές επιλογές για τη χώρα, αλλά πάνω σε ατάκες, προσωπικές προσβολές και μηχανισμούς ψηφιακής πόλωσης.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αισθητικό ή ηθικό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Διότι όταν η πολιτική μετατρέπεται σε διαρκή παραγωγή εχθρών:
- δυσκολεύει κάθε δυνατότητα θεσμικής συνεννόησης,
- ενισχύεται η κοινωνική πόλωση,
- απομακρύνονται οι πιο μετριοπαθείς και δημιουργικές κοινωνικές δυνάμεις,
- και τελικά ενισχύονται οι ακραίες ή αντιπολιτικές λογικές.
Η δημοκρατία όμως δεν λειτουργεί με όρους εμφυλιοπολεμικής κουλτούρας. Προϋποθέτει τη δυνατότητα διαφωνίας χωρίς την μεθόδευση απονομιμοποίηση του άλλου.
Άλλο η σκληρή πολιτική κριτική και άλλο η πολιτική δαιμονοποίηση.
Η ανάγκη των συγκλίσεων δεν αναιρεί τις διαφορές
Στην Ελλάδα, για δεκαετίες, το πολιτικό σύστημα οργανώθηκε γύρω από την έννοια της κυβερνητικής αυτοδυναμίας. Η λογική του «όλα ή τίποτα» διαμόρφωσε πολιτικές κουλτούρες αλαζονείας στην εξουσία και καταστροφικής άρνησης στην αντιπολίτευση.
Όμως η πραγματικότητα αλλάζει.
Οι κοινωνίες γίνονται πιο σύνθετες. Τα προβλήματα —από την ακρίβεια και το δημογραφικό μέχρι την ενεργειακή ασφάλεια, την παραγωγική ανασυγκρότηση και τις γεωπολιτικές προκλήσεις— απαιτούν ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές συναινέσεις.
Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη σε χώρες όπως η Ελλάδα, που βρίσκονται σε μια γεωπολιτικά ασταθή περιοχή και ταυτόχρονα αντιμετωπίζουν σοβαρές θεσμικές και παραγωγικές αδυναμίες.
Σε τέτοιες συνθήκες, η πολιτική ωριμότητα δεν μετριέται από το ποιος φωνάζει περισσότερο ή ποιος παράγει πιο επιθετικά συνθήματα. Μετριέται από την ικανότητα διαμόρφωσης προγραμματικών συγκλίσεων χωρίς απώλεια ταυτότητας.
Αυτό δεν σημαίνει εξίσωση πολιτικών χώρων. Ούτε κατάργηση ιδεολογικών διαφορών.
Σημαίνει όμως ότι:
- η αντιπαράθεση πρέπει να αφορά πολιτικές επιλογές,
- η κριτική να είναι τεκμηριωμένη,
- οι διαφωνίες να μην μετατρέπονται σε ηθικό εμφύλιο,
- και κυρίως να παραμένουν ανοιχτοί οι δίαυλοι δημοκρατικού διαλόγου.
Οι κοινωνίες και οι πολιτικοί δεν μένουν αμετάβλητοι
Ένα από τα πιο προβληματικά στοιχεία της σημερινής πολιτικής προπαγάνδας είναι η αντίληψη ότι το παρελθόν προδιαγράφει υποχρεωτικά και το μέλλον. Ότι ένας πολιτικός ή ένας πολιτικός χώρος δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει, να ωριμάσει, να αναθεωρήσει ή να διδαχθεί από τα λάθη του.
Αν ίσχυε αυτό, τότε η ίδια η πολιτική ιστορία της Μεταπολίτευσης θα ήταν ακατανόητη.
Δεν υπήρξε ο ίδιος ο Καραμανλής πριν και μετά το 1974. Δεν υπήρξε ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου του προ του 1981 και των επόμενων φάσεων της πολιτικής του διαδρομής. Δεν υπήρξαν ευθεία και δογματική πορεία στην ευρωπαϊκή Αριστερά, στην ανανεωτική Αριστερά, ακόμη και σε πρόσωπα και χώρους που σημάδεψαν τη μεταπολιτευτική πορεία της χώρας. Δεν ήταν η Νέα Δημοκρατία του κου Καρμανλή του νεότερου ίδια με αυτήν του κου Σαμαρά και ούτε αντίστοιχη με αυτήν του κου Μητσοτάκη…
Η δημοκρατία δεν λειτουργεί με θρησκευτικού τύπου βεβαιότητες. Η αυτοκριτική, η αναθεώρηση και η πολιτική ωρίμανση δεν είναι ένδειξη αδυναμίας· είναι συστατικά στοιχεία της δημοκρατικής πολιτικής.
Αυτό φυσικά δεν σημαίνει λήθη ή άκριτη αποδοχή. Σημαίνει όμως ότι η πολιτική κρίση πρέπει να γίνεται χωρίς φανατισμό και χωρίς μισαλλοδοξία.
Η προοδευτική παράταξη και το ιστορικό της βάρος
Η ευρύτερη δημοκρατική και προοδευτική παράταξη ιστορικά διαμορφώθηκε μέσα από αντιθέσεις, αλλά και μέσα από συνθέσεις.
Η μεγάλη παράδοση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και οι σημαντικές στιγμές της ελληνικής Κεντροαριστεράς, δεν στηρίχθηκαν μόνο στη σύγκρουση με τη συντήρηση. Στηρίχθηκαν και στην ικανότητα οικοδόμησης κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών.
Η μεταπολιτευτική δημοκρατική σταθερότητα, η ένταξη της χώρας στην ευρωπαϊκή οικογένεια, η κοινωνική κινητικότητα, οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις, ακόμη και κρίσιμες επιλογές σε περιόδους κρίσης, δεν προέκυψαν με αποκλειστική δράση και λογική την πολιτική εξόντωση του αντιπάλου στο προοδευτικό χώρο.
Τις μέρες μας όμως, με αναφορά μια αντίληψη ότι η κατάκτηση της δεύτερης θέσης στις ερχόμενες εκλογές είναι θέμα “ο θάνατός σου η ζωή μου”, παρατηρείται μια κουλτούρα εσωτερικού εμφυλίου στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο. Ένα κλίμα όπου η διαφορετική στρατηγική άποψη αντιμετωπίζεται ως «προδοσία», όπου η πολιτική κριτική μετατρέπεται σε ηθική απαξίωση και όπου ο δημόσιος λόγος υποκαθίσταται από στρατούς τρολ και επικοινωνιακές επιχειρήσεις.
Αυτός ο δρόμος δεν οδηγεί σε ανασύνθεση της παράταξης. Οδηγεί σε περαιτέρω απαξίωση.
Δημοκρατία σημαίνει και θεσμική αυτοσυγκράτηση
Η πολιτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να διεξάγεται σαν να μην υπάρχει επόμενη ημέρα. Είτε αυτό αφορά στο τρόπο που γίνεται η αντιπολίτευση στην παρούσα κυβέρνηση είτε στην αντιπαράθεση μεταξύ διαφορετικών απόψεων στα πλαίσια των δυνάμεων του συνταγματικού τόξου.
Όποιος επενδύει συστηματικά στην πλήρη απονομιμοποίηση του αντιπάλου, αργά ή γρήγορα υπονομεύει και τη δυνατότητα δημοκρατικής συνύπαρξης. Διότι αν ο άλλος παρουσιάζεται διαρκώς ως «εχθρός της χώρας», «ανήθικος», «επικίνδυνος» ή «μολυσματικός», τότε πώς μπορεί την επόμενη ημέρα να υπάρξει οποιαδήποτε θεσμική συνεννόηση; Είτε αυτό αφορά στη διαμόρφωση κυβερνητικών συμπράξεων είτε στην ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου.
Η δημοκρατία απαιτεί και αυτοσυγκράτηση.
Απαιτεί την κατανόηση ότι η πολιτική σύγκρουση έχει όρια. Ότι η κριτική δεν μπορεί να μετατρέπεται σε διαρκή πολιτική ανθρωποφαγία. Ότι ο πολιτικός αντίπαλος δεν παύει να είναι μέρος της ίδιας δημοκρατικής κοινότητας.
Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη ιδίως σήμερα, σε μια εποχή όπου διεθνώς ενισχύονται μορφές ακραίας πόλωσης, αντισυστημικού θυμού και μεταδημοκρατικών λογικών.
Η περίπτωση αντιμετώπισης του πρώην πρωθυπουργού κου Αλέξη Τσίπρα είναι ίσως χαρακτηριστική για το πώς λειτουργεί σήμερα η τοξικότητα στον δημόσιο λόγο.
Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να συμφωνεί πολιτικά μαζί του. Πολλοί είμαστε αυτοί που ασκήσαμε —και δικαίως— έντονη κριτική στη ρητορική της περιόδου πριν το 2015, στις επιλογές του πρώτου εξαμήνου, στο δημοψήφισμα, σε πλευρές της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ή σε φαινόμενα προσωποκεντρικής λειτουργίας που αναπτύχθηκαν εκείνη την περίοδο.
Όμως άλλο πράγμα η τεκμηριωμένη πολιτική κριτική και άλλο το μόνιμο «αντι-μέτωπο» που λειτουργεί σχεδόν με όρους πολιτικής και ηθικής εξόντωσης.
Όποιος αντιμετωπίζει την πολιτική με ψυχραιμία και όχι με φανατισμό, μπορεί να αναγνωρίσει ότι ακόμη και σε δύσκολες ιστορικές περιόδους υπάρχουν πλευρές που χρειάζονται νηφάλια αποτίμηση. Οι εμπειρίες της διαπραγμάτευσης του 2015, οι μαρτυρίες ευρωπαίων παραγόντων, τα βιβλία και τα ντοκιμαντέρ που καταγράφουν εκείνη την περίοδο, ανεξαρτήτως της υποκειμενικής οπτικής τους, αποτελούν πολύτιμο υλικό για όποιον θέλει να κατανοήσει την πολιτική και όχι απλώς να επιβεβαιώσει προκαταλήψεις.
Η πολιτική άλλωστε δεν είναι θρησκεία. Δεν υπάρχουν αλάνθαστοι ηγέτες, ούτε «μεσσίες». Υπάρχουν πολιτικοί με θετικές και αρνητικές στιγμές, με επιτυχίες και λάθη, με δυνατότητα εξέλιξης ή και πολιτικής φθοράς.
Αντίστοιχα, δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή προοδευτική πολιτική κουλτούρα όταν η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε θρησκευτικού τύπου μίσος. Ιδίως όταν συχνά όσοι εμφανίζονται αμείλικτοι απέναντι σε συγκεκριμένα πρόσωπα, επιδεικνύουν εντυπωσιακή επιείκεια απέναντι σε ιστορικές ευθύνες άλλων πολιτικών χώρων.
Προγραμματική αντιπολίτευση και όχι αντιπολίτευση μίσους
Η χώρα χρειάζεται ουσιαστική αντιπολίτευση. Χρειάζεται σκληρή και τεκμηριωμένη κριτική προς κάθε κυβέρνηση. Χρειάζεται αποκάλυψη λαθών, αδιαφάνειας, ανεπάρκειας ή αλαζονείας.
Όμως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην προγραμματική αντιπολίτευση και στην αντιπολίτευση μίσους.
Η πρώτη προσπαθεί να πείσει. Η δεύτερη προσπαθεί να εξοντώσει.
Η πρώτη δημιουργεί όρους πολιτικής εναλλακτικής. Η δεύτερη δημιουργεί μόνο τοξικότητα.
Η πρώτη μπορεί να αποτελέσει βάση κυβερνητικών συνεργασιών ή εθνικών συνεννοήσεων όταν απαιτηθεί. Η δεύτερη οδηγεί σε αδιέξοδο.
Και τελικά, οι κοινωνίες που εγκλωβίζονται διαρκώς σε λογικές πολιτικού εμφυλίου, χάνουν την ικανότητα συλλογικού σχεδιασμού.
Η επόμενη ημέρα απαιτεί πολιτική ωριμότητα
Η Ελλάδα εισέρχεται σε μια περίοδο όπου οι μεγάλες προκλήσεις δεν θα μπορούν να αντιμετωπιστούν με επικοινωνιακά τεχνάσματα και εύκολες διχαστικές αφηγήσεις.
Η ανασυγκρότηση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, η παραγωγική μετάβαση της οικονομίας, η αντιμετώπιση των κοινωνικών ανισοτήτων, η στρατηγική θέση της χώρας στην Ευρώπη και στην Ανατολική Μεσόγειο, απαιτούν σοβαρότητα, πολιτικό σχέδιο και κουλτούρα δημοκρατικής ευθύνης.
Αυτό προϋποθέτει μια διαφορετική αντίληψη για την πολιτική αντιπαράθεση.
Μια αντίληψη όπου:
- οι πολιτικοί αντίπαλοι δεν αντιμετωπίζονται ως υπαρξιακοί εχθροί,
- η διαφωνία δεν οδηγεί σε ηθική εξόντωση,
- οι προγραμματικές συγκλίσεις ή αντιπαραθέσεις δεν βαφτίζονται «προδοσία», «ξεπούλημα» ή «τυχοδιωκτισμός»,
- και η πολιτική επανασυνδέεται με την κοινωνική ευθύνη και όχι με τον ψηφιακό όχλο.
Επειδή υπάρχουν εθνικοί λόγοι η δημοκρατική και προοδευτική παράταξη να ξαναγίνει δύναμη πλειοψηφίας και κοινωνικής αξιοπιστίας, οφείλει να δώσει πρώτη αυτή τη μάχη πολιτικού πολιτισμού.
Γιατί τελικά, η ποιότητα της πολιτικής αντιπαράθεσης δεν είναι δευτερεύον ζήτημα ύφους.
Είναι ζήτημα δημοκρατίας.