Το ΠΑΣΟΚ της «αναγωγής» και η παγίδα της πολιτικής αυταπάτης

Γιάννης Χοχλακάκης 15 Μαϊ 2026

Από την αμφισβήτηση των δημοσκοπήσεων έως την ψυχολογία της «κρυφής δυναμικής», η κρίση δεν είναι επικοινωνιακή αλλά πολιτική

Υπάρχει κάτι βαθιά αντιφατικό στη σημερινή πολιτική αφηγηματική στρατηγική του ΠΑΣΟΚ. Ένα κόμμα που ιστορικά διεκδίκησε τον χώρο της θεσμικής σοσιαλδημοκρατίας και του ευρωπαϊκού πραγματισμού, μοιάζει ολοένα και περισσότερο να υιοθετεί ψυχολογία πολιτικού χώρου που αδυνατεί να συμφιλιωθεί με την πραγματικότητα όταν αυτή δεν επιβεβαιώνει τις προσδοκίες του.

Κάπως έτσι, κάθε νέα δημοσκόπηση αντιμετωπίζεται όχι ως πολιτικό μήνυμα αλλά ως αντικείμενο ερμηνευτικής διάσωσης. Η «αναγωγή», οι «κρυφοί ψηφοφόροι», οι «αναποφάσιστοι που θα επιστρέψουν», οι θεωρίες περί υποεκτίμησης, αποκτούν σχεδόν μεταφυσικά χαρακτηριστικά. Σαν να υπάρχει μια παράλληλη κοινωνία που δεν αποτυπώνεται ποτέ, αλλά βρίσκεται πάντοτε λίγο πριν δικαιώσει πολιτικά το αφήγημα.

Δεν είναι τυχαίο ότι μετά από σχεδόν κάθε μέτρηση που καταγράφει στασιμότητα, επανέρχεται η ίδια επιχειρηματολογία: ότι οι αναποφάσιστοι «στην πραγματικότητα» προέρχονται κυρίως από το ΠΑΣΟΚ, ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν αποτυπώνεται ακόμη εκλογικά ή ότι η «αναγωγή» αποκρύπτει μια υποβόσκουσα δυναμική εξουσίας. Πρόκειται για μια μορφή πολιτικής αυτοπαρηγοριάς που τελικά μεταθέτει συνεχώς τη συζήτηση από το γιατί το κόμμα δεν διευρύνει πραγματικά την επιρροή του, στο γιατί οι μετρήσεις υποτίθεται πως αδυνατούν να το καταγράψουν.

Και όμως, η πολιτική πραγματικότητα παραμένει πεισματικά ίδια. Παρά τη φθορά της κυβέρνησης, παρά την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, παρά τη συσσωρευμένη κοινωνική κόπωση από την ακρίβεια και την αίσθηση πολιτικής στασιμότητας, το ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να μην εμφανίζει εκείνη τη δυναμική που θα το καθιστούσε αυθεντικό διεκδικητή εξουσίας. Και αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο πολιτικό δεδομένο που καμία «αναγωγή» δεν μπορεί να κρύψει.

Όταν κάθε δημοσκοπική στασιμότητα ερμηνεύεται ως «υποεκτίμηση», η πολιτική ανάλυση κινδυνεύει να μετατραπεί σε μηχανισμό ψυχολογικής αναπλήρωσης. Και αυτό είναι συνήθως σύμπτωμα στρατηγικής αμηχανίας, όχι κρυφής δυναμικής.

Η δημοσκόπηση δεν είναι «θέσφατο». Ούτε όμως και εχθρική συνωμοσία όταν δεν βολεύει. Τα κόμματα εξουσίας οφείλουν να αντιμετωπίζουν τα δεδομένα ως ένδειξη πολιτικής σχέσης με την κοινωνία — όχι ως επικοινωνιακό εχθρό που πρέπει διαρκώς να αποδομηθεί. Όταν αρχίζεις να ψάχνεις διαρκώς τι «δεν μετρήθηκε σωστά», συνήθως αποφεύγεις να απαντήσεις στο ουσιαστικό ερώτημα: γιατί δεν πείθεις αρκετά.

Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται η παγίδα της πολιτικής αυταπάτης. Η γνωστή κουλτούρα όπου η πραγματικότητα θεωρείται περίπου ύποπτη όταν δεν επιβεβαιώνει την πολιτική αυτοεικόνα. Η λογική ότι «η κοινωνία δεν έχει ακόμη καταλάβει», ότι υπάρχει ένα αόρατο πλειοψηφικό ρεύμα που αδικείται από το σύστημα, τα media, τις μετρήσεις ή την επικοινωνία.

Το παράδοξο είναι ότι ένα κόμμα που ιστορικά επιχείρησε να εκφράσει τον χώρο της κυβερνητικής κεντροαριστεράς, καταλήγει συχνά να δανείζεται τα αντανακλαστικά της πολιτικής κουλτούρας που κάποτε υποτίθεται ότι αντιπαρατέθηκε: την καχυποψία απέναντι στα δεδομένα, την ηθικοποίηση της πολιτικής ήττας και τη διαρκή αναζήτηση «κρυφών κοινωνικών πλειοψηφιών» που δήθεν υπάρχουν αλλά ποτέ δεν αποτυπώνονται.

Αυτό όμως δεν είναι πολιτική και στρατηγική αυτοπεποίθηση. Είναι πολιτική άρνηση.

Το ΠΑΣΟΚ δείχνει να ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο ταυτότητες. Από τη μία θέλει να εμφανίζεται ως δύναμη ευθύνης, μεταρρυθμιστικής και κυβερνητικής αξιοπιστίας. Από την άλλη, υιοθετεί όλο και συχνότερα έναν τόνο εύκολης καταγγελίας, δραματοποίησης και επικοινωνιακής υπερέντασης, ως επιχειρεί να ανταγωνιστεί στο ίδιο πεδίο τα κόμματα της αντισυστημικής και λαϊκιστικής διαμαρτυρίας.

Μόνο που η ελληνική κοινωνία έχει ήδη περάσει από αυτή τη φάση. Έχει δοκιμάσει την πολιτική των ψευδαισθήσεων, των «κρυφών πλειοψηφιών», της ηθικής υπεροχής απέναντι στους αριθμούς και της εύκολης καταγγελίας του «συστήματος». Και το κόστος εκείνης της περιόδου ήταν βαρύ — οικονομικά, θεσμικά και πολιτικά.

Η πραγματική κρίση του ΠΑΣΟΚ δεν είναι δημοσκοπική. Είναι κρίση πολιτικής κατεύθυνσης. Διότι ένα κόμμα που θέλει να εκπροσωπήσει ξανά τον χώρο της ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς δεν μπορεί να λειτουργεί με ψυχολογία μόνιμα αδικημένου αντιπολιτευτικού χώρου. Δεν μπορεί να επενδύει περισσότερο στη διαχείριση των εντυπώσεων παρά στην παραγωγή καθαρής στρατηγικής.

Στην πραγματικότητα, η συνεχής επίκληση της «αναγωγής» αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: την αδυναμία πολιτικής αναγωγής της κυβερνητικής φθοράς σε αυθεντικό πολιτικοκοινωνικό ρεύμα.

Διότι στο τέλος της ημέρας, οι κοινωνίες δεν αλλάζουν επειδή ένα κόμμα πιστεύει ότι «δικαιούται» να ανέβει. Αλλά επειδή πείθονται ότι μπορεί πραγματικά να κυβερνήσει.