Τις τελευταίες μέρες είδαμε να κυκλοφορεί ένα διάγραμμα από αξιόπιστη πηγή (OECD) αλλά με λάθος ερμηνεία, δημιουργώντας μάλιστα την εντύπωση ότι η χώρα μας έχει μετατραπεί σε οικονομική υπερδύναμη.
Όμως, η σημερινή συγκυρία δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση ούτε αλαζονικές θριαμβολογίες ούτε μηδενιστικές αναγνώσεις. Αντιθέτως, επιβάλλει μία νηφάλια αξιολόγηση καθώς η Ελλάδα έχει εξέλθει από την περίοδο της χρεωκοπίας και εισέρχεται σταδιακά σε καθεστώς οικονομικής σταθεροποίησης. Το κατά πόσον αυτή η διαδικασία θα καταλήξει σε αυθεντική παραγωγική αναγέννηση ή θα παραμείνει μία εύθραυστη ανακυκλοφορία καταναλωτικής συμπεριφοράς θα αποτελέσει το κεντρικό ζήτημα της επόμενης δεκαετίας.


Πράγματι στο πρώτο διάγραμμα παρατηρούμε την εξέλιξη του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος των Νοικοκυριών κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2025 όπου η Ελλάδα κατέγραψε την υψηλότερη τριμηνιαία άνοδο μεταξύ των κρατών-μελών του ΟΟΣΑ, με αύξηση 3,3%.
Στο άλλο διάγραμμα δίπλα διαπιστώνουμε ότι η αγοραστική δύναμη του Έλληνα εργαζόμενου παραμένει σταθερά στις τελευταίες θέσεις στην Ευρώπη μαζί με την Βουλγαρία.
Στη πρώτη ανάγνωση αυτή η ασυμμετρία φαίνεται αντιφατική.
Παρά κάποια θετικά μακροοικονομικά-δημοσιονομικά στοιχεία και τη βελτίωση ορισμένων δεικτών, η παρούσα κυβερνητική στρατηγική φαίνεται να κινείται σε μία βαθιά ασύμμετρη και μακροπρόθεσμα μη βιώσιμη κατεύθυνση.
Η αύξηση του πραγματικού εισοδήματος που καταγράφεται στα στοιχεία του OECD δεν συνοδεύεται από έναν ουσιαστικό παραγωγικό μετασχηματισμό της οικονομίας ούτε από μία συνεκτική πολιτική κοινωνικής σύγκλισης. Αντιθέτως, μεγάλο μέρος της ανάπτυξης στηρίζεται σε δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας, στην υπερσυγκέντρωση κεφαλαίου στην αγορά ακινήτων και την διόγκωση περιουσιακών υπεραξιών που ευνοούν κυρίως τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα.
Αυτή η κυβερνητική πολιτική της ΝΔ έχει ήδη οδηγήσει σε σοβαρή στεγαστική πίεση, ιδιαίτερα για τους νέους, τους χαμηλόμισθους και τα μεσαία στρώματα. Παράλληλα, η παραγωγικότητα της οικονομίας παραμένει χαμηλή, οι επενδύσεις στην καινοτομία και στη βιομηχανική αναβάθμιση υπολείπονται των ευρωπαϊκών ενώ οι πραγματικές δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας περιορίζονται σημαντικά.
Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση ενός δυϊκού οικονομικού μοντέλου όπου από τη μία πλευρά η οικονομία εμφανίζει θετικούς χρηματοοικονομικούς και δημοσιονομικούς δείκτες, από την άλλη, μία κοινωνία που αντιμετωπίζει αυξανόμενες ανισότητες, αδυναμία πρόσβασης στη στέγη, επισφαλή εργασία και διαρκή πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα.
Μία πραγματικά βιώσιμη αναπτυξιακή στρατηγική θα όφειλε να επενδύει στην παραγωγική ανασυγκρότηση και στην ενίσχυση της εργασίας, τη δημόσια παιδεία, την τεχνολογική καινοτομία σε κρίσιμους τομείς και σε ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος που θα διασφαλίζει ότι η ανάπτυξη δεν συσσωρεύεται στους λίγους αλλά διαχέεται ισόρροπα στο κοινωνικό σύνολο.
Η συσσώρευση πλούτου σε περιορισμένα κοινωνικά στρώματα ενισχύει τη συγκέντρωση οικονομικής και πολιτικής ισχύος, δημιουργώντας ένα αυτοτροφοδοτούμενο σύστημα όπου οι ήδη ισχυροί αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη επιρροή στους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων, έτσι ο κίνδυνος δεν είναι μόνο οικονομικός αλλά βαθιά δημοκρατικός.
Εάν, μετά από δύο πλήρεις κυβερνητικές θητείες, το κυρίαρχο αποτέλεσμα της οικονομικής πολιτικής είναι η διεύρυνση των περιουσιακών ανισοτήτων, η υπερσυγκέντρωση πλούτου και η επιδείνωση της κοινωνικής κινητικότητας, τότε εύλογα γεννάται ο προβληματισμός ότι μία τρίτη θητεία υπό το ίδιο παραγωγικό και ιδεολογικό υπόδειγμα ενδέχεται να παγιώσει έναν φαύλο κύκλο κοινωνικής και οικονομικής ασυμμετρίας.
Σύντομα οι πολίτες θα αποφασίσουν στη κάλπη ποια πολιτική επιλέγουν βάση πραγματικών στοιχείων και όχι παραπλανητικών ερμηνειών.