Ποια μεταρρύθμιση;

Παύλος Τσίμας 16 Σεπ 2023

Ήταν ίσως η πιο χαμηλόφωνα, υποδόρια δραματική, από τις πολλές λασπωμένες εικόνες καταστροφής των ημερών: Μια φωτογραφία, όπου εκείνο το εκκλησάκι δίπλα στις γραμμές του τρένου στα Τέμπη, που θυμίζει στους ταξιδιώτες τους 57 νεκρούς του φοβερού δυστυχήματος, είναι βυθισμένο στα νερά της πλημμύρας. Ήταν μια εικόνα που συνέδεε δύο συμφορές, πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, σε χαρακτήρα, κλίμακα, επιπτώσεις και αιτίες. Μα που, παρ’ όλα αυτά, ίσως υπάρχει κάτι περισσότερο από μια φωτογραφία να τις συνδέει.

Το δυστύχημα στα Τέμπη- έχουν περάσει επτά μήνες, αλλά μοιάζει αιώνας- είχε προκαλέσει ένα διπλό σοκ. Ένα, από το δυστύχημα το ίδιο και το ασυγχώρητο των συνθηκών που το προκάλεσαν. Κι ένα δεύτερο, απ’ όσα το δράμα έφερε στο φως: Την πλήρη απουσία στοιχειώδους επαγγελματισμού στο μοιραίο σταθμαρχείο την μοιραία νύχτα, την ολοφάνερη κακοδιοίκηση, την ανοχή στην καταλήστευση της περιουσίας ενός δημόσιου οργανισμού επί δεκαετίες, την αδιαφορία για τις προειδοποιήσεις για κενά ασφάλειας και, προπάντων, εκείνη την κρίσιμη σύμβαση που σερνόταν επί δέκα χρόνια από παράταση σε παράταση και που, όταν συνέβη το κακό, είχαν περάσει επτά ολόκληρα χρόνια από τον συμβατικό χρόνο παράδοσης ενός έργου που θα μπορούσε να το είχε αποτρέψει το κακό.

Το διπλό αυτό σοκ δεν μετέθεσε απλώς τον πιθανολογούμενο, τότε, χρόνο των εκλογών. Άλλαξε και την ατζέντα των εκλογών. Αναβάθμισε στην κοινή συνείδηση την σημασία και το επείγον μιας μεταρρύθμισης που θα αντιμετωπίσει αυτό που σχηματικά, και κάπως αόριστα, ονομάστηκε «κακοδαιμονία» ή «παθογένειες» του ελληνικού κράτους. Κι έτσι τα Τέμπη, αντί να παράγουν πολιτικό κόστος, μπορεί και να συνέβαλαν στην διεύρυνση της νίκης του Κυριάκου Μητσοτάκη, που πρόβαλε ως ο μόνος πειστικός διεκδικητής μιας εντολής μεταρρύθμισης.

Μα, ακριβώς γι’ αυτό, το μέτρο με το οποίο μετεκλογικά κρίνεται η κυβέρνησή του, ειδικά στα θέματα λειτουργίας και αποτελεσματικότητας του κράτους, έγινε ξαφνικά πολύ αυστηρότερο. Και όχι μόνον επειδή χάθηκε από το προσκήνιο η ασπίδα προστασίας που, στην διάρκειά της προηγούμενης τετραετίας, προσέφερε η σύγκριση με τις κυβερνητικές επιδόσεις του ΣΥΡΙΖΑ και ακόμη περισσότερο με την αδυναμία του να ανασυγκροτηθεί πειστικά ως αντιπολίτευση.

Η σύνθεση της νέας κυβέρνησης έμοιαζε εξ αρχής αναντίστοιχη προς την εκσυγχρονιστική επαγγελία που

την συνόδευε. Τα πρώτα επικοινωνιακά ατυχήματα υπουργών απέκτησαν ασύμμετρα μεγαλύτερη σημασία. Τα σοβαρότερα επιχειρησιακά ατυχήματα- η ανεμπόδιστη κάθοδος των Κροατών κυνηγών κεφαλών ως την Νέα Φιλαδέλφεια ή η έκθεση μιας βάσης της πολεμικής αεροπορίας στην απειλή της πυρκαγιάς, για να μνημονεύσω τα πιο ακραία- απέκτησαν πολύ μεγαλύτερο ειδικό βάρος. Κι όταν ξέσπασαν οι μέγα-πυρκαγιές αυτού του καλοκαιριού, που καταγράφηκε ως το θερμότερο στην ιστορία, και η αντίδραση φάνηκε κατώτερη των προσδοκιών ή όταν η καταιγίδα χτύπησε την Θεσσαλία και, για κάποιες ώρες, το κράτος έμοιαζε σαστισμένο και η δράση του ασυντόνιστη, η δικαιολογία πως το φαινόμενο ήταν από οριακό έως μη αντιμετωπίσιμο, δεν μπορούσε να βρει πολλά αυτιά ανοιχτά. Η κλιματική κρίση, άλλωστε, δεν είναι δικαιολογία, είναι το μέτρο με το οποίο κρίνεται η ποιότητα της διακυβέρνησης.

Αυτό είναι το νήμα που συνδέει τα Τέμπη με τον Ντάνιελ. Η απαίτηση για μεταρρύθμιση του κράτους έγινε τόσο πιεστική μετά τα Τέμπη, ώστε κάθε στραβοπάτημα, μικρό ή μεγάλο, συγγνωστό ή ασύγγνωστο, μεγεθύνεται, εκλαμβάνεται ως διάψευση της βασικής υπόσχεσης, στην βάση της οποίας κρίθηκαν οι εκλογές. Και το φως της δημοσιότητας πέφτει τώρα σκληρό στις επιδόσεις ενός κράτους που δυσκολεύτηκε να συντονιστεί, άργησε να αντιδράσει, δεν κατάφερε ή δεν πρόλαβε να ενσωματώσει τα διδάγματα του πρόσφατου χτυπήματος του Ιανού στα έργα ή στα σχέδια αντιπλημμυρικής προστασίας και, το χειρότερο, έδειξε ξανά κάποιες από τις περίφημες «παθογένειές» του: Μια Περιφέρεια που παραγγέλνει μελέτες προστασίας και δεν υλοποιεί ούτε μία από τις υποδείξεις τους. Κι ένα σύστημα διοίκησης, όπου η αντιπλημμυρική αρμοδιότητα είναι του δασαρχείου πάνω από τα 200 μέτρα από το ποτάμι, της περιφέρειας κάτω από το όριο αυτό, της αποκεντρωμένης διοίκησης, αν το ποτάμι διασχίζει πολλούς νομούς...

Όλα δείχνουν ότι ο πρωθυπουργός έχει συνείδηση του προβλήματος και του πολιτικού κινδύνου που αντιμετωπίζει. Και ότι θα επαναφέρει, ίσως σήμερα κιόλας, στην Θεσσαλονίκη, μια μεταρρυθμιστική του κράτους επαγγελία. Μα θα έπρεπε να περιλάβει σε αυτήν τα δύο απλά διδάγματα όλων των κυμάτων συζήτησης, που διεξάγονται, χρόνια τώρα, υπό τον τίτλο «γιατί αποτυγχάνουν οι μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα».

Ένα, πως πρέπει να ολοκληρωθεί η ημιτελής και αντιφατική αποκέντρωση πόρων και αρμοδιοτήτων (θυμάστε πόσες φορές ακούσαμε ότι τα έσοδα του ΕΝΦΙΑ θα διαχειρίζεται η αυτοδιοίκηση;) ώστε να πάψει η παραλυτική επικάλυψη υπηρεσιών εντός του  κράτους και του κράτους με περιφέρειες και δήμους, που κάνει τους κανόνες ασαφείς και αδιαφανείς, τις διαδικασίες αργόσυρτες και την λογοδοσία ανύπαρκτη. Όπου όλα χάνονται σε μια μαύρη τρύπα που καταβροχθίζει πόρους και κάνει αόρατες τις ευθύνες.

Δύο, πως η δημόσια διοίκηση μπορεί να είναι ή αποτελεσματική ή «πολιτικοποιημένη», υποταγμένη στο κόμμα που κυβερνά, στον υπουργό που προΐσταται.  Και τα δύο δεν γίνεται. Ένα κράτος που κινείται μόνον με «εντολή υπουργού»- όπως, για παράδειγμα, για να συσταθεί εκ των υστέρων ένα συντονιστικό στη Λάρισα, την τρίτη ημέρα της θεομηνίας, χρειάστηκε «εντολή πρωθυπουργού»- και που η ηγεσία των κρισιμότερων υπηρεσιών του, της αστυνομίας και της πυροσβεστικής περιλαμβανομένων, γίνεται μόνον με «πολιτικά» κριτήρια, θα συνεχίσει να μην μπορεί να σταματήσει ούτε τις φωτιές ούτε τους Κροάτες χούλιγκαν. Και η λογοδοσία της θα κρύβεται πάντα πίσω από την «πολιτική ευθύνη».

Η μεταρρύθμιση, συνεπώς, η πραγματική αποκέντρωση και η από-κομματικοποίηση του κράτους, απαιτεί από το πολιτικό σύστημα μια κίνηση γενναιότητας, ορθολογισμού αλλά και αυτοπροστασίας. Να παραιτηθεί από όσα του προσφέρουν την αυταπάτη μιας ψηφοθηρικά και πελατειακά χρήσιμης παντοδυναμίας. Που στην πράξη αποδεικνύεται απόλυτη αδυναμία. Και όταν «τύχει η στραβή»...

Πηγή: www.kreport.gr