Στον καιρό των broligarchs

Παύλος Τσίμας 03 Ιαν 2026

Η πρώτη πράξη του δράματος παίχθηκε στην Ουάσιγκτον στις αρχές του 2025. Στην τελετή ορκωμοσίας του Ντόναλντ Τραμπ, όλοι, μέχρις ενός, οι δισεκατομμυριούχοι που ελέγχουν τις μεγάλες πλατφόρμες και την ψηφιακή οικονομία ήταν εκεί, στην πρώτη γραμμή. Η ελίτ της Σίλικον Βάλεϊ έσπευδε να χειροκροτήσει το νέο Πρόεδρο, με τον οποίο πολλοί εκπρόσωποί της είχαν συγκρουστεί στο παρελθόν. Τον ένιωθαν ξένο. Τώρα ήταν δικός τους. Ή εκείνοι ήταν δικοί του.

Η ταξιθεσία είχε φροντίσει να τους βάλει να καθίσουν μπροστά στον μεγάλο πίνακα που αναπαριστά την παράδοση των Βρετανών στις επαναστατικές δυνάμεις του Τζωρτζ Ουάσιγκτον, το 1776. Ήταν σαν να ζωντάνευε εκείνο το προεκλογικό σκίτσο της γελοιογράφου της Washington Post, που έδειχνε τους τέσσερις μάγους της ψηφιακής σφαίρας, ανάμεσά τους και τον ιδιοκτήτη της εφημερίδας Τζεφ Μπέζος, να προσφέρουν θησαυρούς στα πόδια του Τραμπ, εξ αιτίας του οποίου η γελοιογράφος έχασε την δουλειά της. Σαν μια συμβολική υποταγή των εκπροσώπων της τεχνο-ολιγαρχίας στον νικητή των εκλογών, τον νέο αυθέντη.

Μα πέρα από τους συμβολισμούς της ταξιθεσίας, οι “broligarchs”- όπως βάφτισε ο Κρούγκμαν, αυτούς τους τεχνο- δισεκατομμυριούχους, με τα εναλλακτικά ήθη και τη χαλαρή “bro” κουλτούρα- δεν ήταν εκεί για να παραδοθούν, μα για να παραλάβουν. Με την παρουσία τους στο κέντρο της τελετής επισημοποιούσαν την είσοδο της Αμερικής σε μια νέα εποχή. Η καθηγήτρια του Χάρβαρντ Σουσάνα Ζούμποφ την έχει ονομάσει «καπιταλισμό της επιτήρησης». Μια εποχή όπου οι άρχοντες της ψηφιακής οικονομίας είναι οι ηγέτες μιας νέας οικονομικής τάξης, που «αξιώνει δικαιώματα επί της ανθρώπινης εμπειρίας». Και τη μεταχειρίζεται ως «ανέξοδη πρώτη ύλη» για μια  πρωτοφανή στην ανθρώπινη ιστορία συσσώρευση πλούτου, γνώσης και εξουσίας.

Δύο μόλις ημέρες μετά την τελετή της ορκωμοσίας, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ουάσιγκτον, στο Νταβός, ο πρωθυπουργός της Ισπανίας Πέδρο Σάντσεθ ανέβαινε στο βήμα του Φόρουμ για να δώσει μια πρώτη ευρωπαϊκή απάντηση στο αμερικανικό πολιτικό υπέρ-θέαμα. Η ομιλία ήταν αφιερωμένη στην ψηφιακή σφαίρα και την ανάγκη δημοκρατικού ελέγχου της.

Στην αρχή του αιώνα, έλεγε ο Σάντσεθ, τα social media εκπροσωπούσαν μια ελπίδα και μια υπόσχεση. Υπόσχονταν να διευρύνουν τα όρια της δημοκρατίας, της συμμετοχής, του πλουραλισμού, της διαφάνειας και του ελέγχου των εξουσιών. Η υπόσχεση εν μέρει εκπληρώθηκε, αλλά αποδείχθηκε ότι έκρυβε στους αλγορίθμους της, ως άλλος δούρειος ίππος, μια μεγάλη απειλή. «Αυτό που υποσχόταν να γίνει ένα πεδίο  δημιουργικού διαλόγου και ελεύθερης ανταλλαγής ιδεών, έχει μετατραπεί σε ένα στημένο παιχνίδι, όπου κυριαρχούν η χειραγώγηση, η λογοκρισία και το ψέμα». Το οποίο λειτουργεί εις βάρος της δημοκρατίας και προς όφελος ξένων δυνάμεων, αντί-συστημικών πολιτικών παικτών και, προπάντων, των ίδιων των τεχνο-δισεκατομμυριούχων ιδιοκτητών της πλατφόρμας, που γίνονται λιγότερο ανεκτικοί πια. «Έπαψα να πιστεύω ότι η ελευθερία και η δημοκρατία είναι συμβατές μεταξύ τους», είχε δηλώσει, πολύ χαρακτηριστικά, ένας εξ αυτών, ο Πίτερ Τιλ της PayPal.

Και τι να κάνουμε; Ο Σάντσεθ διατύπωσε στο Νταβός τρεις προτάσεις για μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική: Την άρση, πρώτον, της ανωνυμίας στα social media. Κάθε χρήστης, ακόμη κι αν γράφει με ψευδώνυμο, πρέπει να έχει έναν μοναδικό αριθμό «ευρωπαϊκής ψηφιακής ταυτότητας». Την δημιουργία, δεύτερον, ενός ευρωπαϊκού «Κέντρου Αλγοριθμικής Διαφάνειας», που θα έχει τη δύναμη να ανοίξει το μαύρο κουτί των απόρρητων αλγορίθμων που ελέγχουν την δημοσιότητα στα social media, επιβάλλοντας βαριά πρόστιμα στις πλατφόρμες που αρνούνται να συμμορφωθούν. Και, τρίτον, την καθιέρωση της προσωπικής, νομικής ευθύνης εκείνων στους οποίους ανήκουν οι πλατφόρμες, για το περιεχόμενο που δημοσιεύουν, όπως ακριβώς συμβαίνει με τους εκδότες των εφημερίδων.

Η αμερικανική απάντηση ήταν άμεση. Κάθε απόπειρα ρύθμισης του ψηφιακού τοπίου από τις ευρωπαϊκές αρχές θα ήταν casus belli. Θα ήταν λογοκρισία, θα ήταν απαράδεκτος περιορισμός της «ελευθερίας του λόγου», θα ήταν αντί-αμερικανική πράξη, η τιμωρία για την οποία θα ήταν σκληρή. Και κάπως έτσι, από την αυγή του 2025, το περίγραμμα της σύγκρουσης ΗΠΑ-Ευρώπης είχε διαμορφωθεί. Πριν το τέλος του χρόνου το πεδίο της σύγκρουσης είχε πάρει και επίσημη μορφή, με την δημοσίευση της νέας, αναθεωρημένης «στρατηγικής εθνικής ασφαλείας» των ΗΠΑ, με όλες τις απειλές για περιθωριοποίηση της «παρακμάζουσας Ευρώπης» και τις εκκλήσεις για νίκη των «πατριωτικών» δυνάμεων στις ευρωπαϊκές εκλογές. Η ρύθμιση του ψηφιακού τοπίου είναι η αιτία πίσω από τον πόλεμο που ο Λευκός Οίκος του Τραμπ απειλεί να κηρύξει κατά της Ευρώπης.

Είναι ένας πόλεμος που, από αμερικανικής πλευράς, οδηγείται από την επιδίωξη της κυριαρχίας στον ανταγωνισμό με την Κίνα για τον έλεγχο της ψηφιακής οικονομίας και της εξέλιξης της τεχνητής νοημοσύνης. Η προστασία των νέων φίλων του Λευκού Οίκου, των broligarchs, γίνεται έτσι κάτι σαν πατριωτικό καθήκον. Και κάθε ρυθμιστική ή φορολογική «ενόχλησή» τους εκλαμβάνεται ως προδοσία. Μα από ευρωπαϊκής πλευράς, ο πόλεμος αυτός έχει υπαρξιακή σημασία. Κρίνει την επιβίωση της Ευρώπης ως περιβάλλον δημοκρατικών αξιών και κανόνων.

Η σύγκρουση αυτή ήταν ένα από τα κεντρικά μοτίβα της χρονιάς που πέρασε και μια εξήγηση για πολλά πρωτοφανή που είδαμε στις διατλαντικές σχέσεις. Εξήγηση επίσης, μιας αλλαγής που συντελείται. Το 2025 ήταν  η πρώτη χρονιά, όπου η συζήτηση για την ψηφιακή σφαίρα και τα social media έγινε περισσότερο κριτική. Η Ευρώπη δεν έχει τολμήσει, βέβαια, να θέσει σε συζήτηση τις ριζοσπαστικές προτάσεις του Σάντσεθ. Μα κάτι έχει αλλάξει. Οι επίσημες πολιτικές έχουν επηρεαστεί- παράδειγμα το πείραμα της Αυστραλίας με την απαγόρευση πρόσβασης στα social media για τους κάτω των 16 ετών. Και ο τόνος της δημόσιας συζήτησης, τουλάχιστον στην εκτός Αμερικής «δύση» είναι πια διαφορετικός. Παραδόξως όχι στα μέρη μας. Η Ελλάδα, ενώ είναι η χώρα με το μεγαλύτερο ποσοστό πολιτών που δηλώνουν ότι έχουν ως κύρια ή μοναδική πηγή ενημέρωσης τα social media -64%, διπλάσιο σχεδόν του ευρωπαϊκού μέσου όρου, μεγαλύτερου και από των ΗΠΑ (54%)-  δεν μετέχει της συζήτησης. Δεν την παρακολουθεί καν.

Πηγή: www.kreport.gr