Η ευρωπαϊκή κεντροδεξιά ακολουθεί λάθος δρόμο με τον «καλό λαϊκισμό»

Cas Mudde 04 Νοε 2017

Στο κείμενο αυτό ο Cas Mudde επισημαίνει, για μια ακόμα φορά, ότι η προσχώρηση των συντηρητικών ευρωπαϊκών κομμάτων στην ακροδεξιά ρητορεία, προκειμένου να υπάρξει ένας «καλός λαϊκισμός» είναι μια εντελώς λανθασμένη πολιτική επιλογή.

Η υιοθέτηση της ατζέντας της ακροδεξιάς, ιδίως σε θέματα όπως το μεταναστευτικό, είναι μεγάλο λάθος, Όπως επισημαίνει ο Mudde, στα κεντροδεξιά κόμματα, «ωθώντας την πολιτική ολοένα και περισσότερο προς τα δεξιά, θα τους απομείνει μόνο μία επιλογή: να παραμείνουν κατά κάποιον τρόπο πιστά στον (δικό τους) δεξιό ιδεολογικό πυρήνα, και να αντιμετωπίσουν την οργή του ριζοσπαστικοποιημένου εκλογικού σώματος, ή να του δώσουν αυτό που θέλει και να γίνουν ριζοσπαστικά δεξιά κόμματα. Τι σημαίνει αυτό μπορούμε να το δούμε σήμερα στις ΗΠΑ. Είναι επιτακτική ανάγκη τα ευρωπαϊκά κυρίαρχα δεξιά κόμματα να μην κάνουν το ίδιο λάθος».

Πέτρος Παπασαραντόπουλος

 

Συχνά οι ημέρες μετά τις εκλογές μοιάζουν με την ημέρα της μαρμότας, είναι μέρες προβλέψεων: μετά από κάθε εκλογική αναμέτρηση στην οποία ένα ακροδεξιό κόμμα πετυχαίνει μια «σοκαριστική» νίκη, φωνές από τα αριστερά μέχρι τα δεξιά υποστηρίζουν ότι τα καθιερωμένα κόμματα θα πρέπει να είναι πιο «ρεαλιστικά» σε θέματα όπως η μετανάστευση και τα προβλήματα της «πολυπολιτισμικότητας», επειδή «ο λαός» (βλέπε οι λευκοί πολίτες) δικαιολογημένα ανησυχούν για τον κόσμο που αλλάζει γύρω τους. Η τελευταία επανάληψη αυτού του νατιβιστικού ψιθύρου ακούστηκε μετά τις πρόσφατες εκλογές στην Αυστρία και στην Ολλανδία, αλλά πρωτοακούστηκε μετά την επιτυχία του Εθνικού Μετώπου στις τοπικές εκλογές στο Ντριου το 1983.

Μετά το μικρό κύμα ευφορίας που ακολούθησε τη νίκη του Εμμανουέλ Μακρόν στις γαλλικές προεδρικές και κοινοβουλευτικές εκλογές νωρίτερα φέτος, οι γερμανικές και οι αυστριακές εκλογές επανέφεραν το ευρωπαϊκό πολιτικό κατεστημένο, καθώς και τους δημοσιογράφους και τους ειδικούς, σε ένα αυτοκαταστροφικό αφήγημα του «αν δεν μπορείς να τους νικήσεις, ακολούθησέ τους». Αυτό είναι συγκεκριμένα το μάθημα από τις αυστριακές και τις ολλανδικές εκλογές, στις οποίες, σύμφωνα με τους ίδιους τους νικητές, ο «καλός λαϊκισμός» της κυρίαρχης δεξιάς κέρδισε τον «κακό λαϊκισμό» της ριζοσπαστικής δεξιάς. Αντίθετα, στις γερμανικές εκλογές ο μη λαϊκισμός της Άνγκελα Μέρκελ έχασε έδαφος από τον κακό λαϊκισμό του ριζοσπαστικού δεξιού Εναλλακτική για τη Γερμανία[1] (AfD).

Είναι τόσο λάθος αυτή η ερμηνεία που προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι κυριάρχησε σε τέτοιο βαθμό. Πρώτα από όλα, στην Ολλανδία[2], ο «καλός λαϊκισμός» του πρωθυπουργού Μαρκ Ρούτε, που, παρεμπιπτόντως, ήταν νατιβισμός (δηλ. ξενοφοβικός εθνικισμός) παρά λαϊκισμός, δεν «νίκησε» τη ριζοσπαστική δεξιά. Το Λαϊκό Κόμμα για την Ελευθερία και τη Δημοκρατία (VVD) έχασε πάνω από 5%, συγκριτικά με τις εκλογές του 2012, όταν το Κόμμα για την Ελευθερία (PVV) του Γκερτ Βίλντερς κέρδισε 3%. Επιπλέον, σε συνδυασμό με το νέο ριζοσπαστικό δεξιό κόμμα Φόρουμ για τη Δημοκρατία (FVD), ο «κακός λαϊκισμός» σχεδόν έφτασε το ποσοστό ρεκόρ του PVV στις εκλογές του 2010.

Δεύτερον, στην Αυστρία, ο καιροσκόπος παιδί-θαύμα Σεμπάστιαν Κουρτς[3] πράγματι ανέτρεψε την πτωτική πορεία του Αυστριακού Λαϊκού Κόμματος (OVP) στις δημοσκοπήσεις, κατά κύριο λόγο εις βάρος του ριζοσπαστικού δεξιού Αυστριακού Κόμματος της Ελευθερίας (FPO), αλλά αυτό συνέβη σε μια περίοδο που τα ριζοσπαστικά δεξιά κόμματα στην Ευρώπη έχαναν υποστήριξη. Ο λόγος είναι απλός· αυτά τα κόμματα έφτασαν στο απόγειό τους εξαιτίας της επονομαζόμενης «προσφυγικής κρίσης» το 2016 και επέστρεψαν στο «φυσιολογικό» τους ποσοστό όταν η κρίση θεωρητικά επιλύθηκε με τη συμφωνία της ΕΕ με την Τουρκία[4]. Επιπλέον, το μόνο που έκανε ο Κουρτς ήταν να αλλάξει τον ηγέτη του επόμενου συνασπισμού, που έγινε το OVP στη θέση του FPO, αλλά όχι και τη σύνθεσή του.

Τρίτον, στη Γερμανία[5] η εικόνα είναι πιο ασαφής από ό,τι παρουσιάζεται. Πράγματι, η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU) της Μέρκελ έχασε ψήφους, ενώ το AfD κέρδισε, αλλά αυτό που τελικά, σίγουρα, κέρδισε ήταν ψήφους από εκείνους που απείχαν στις προηγούμενες εκλογές και, εν μέρει, από το κυρίως ανατολικογερμανικό κόμμα Η Αριστερά: τα ποσοστά του AfD στα νέα κρατίδια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας ήταν δύο φορές υψηλότερα σε σχέση με τα παλαιά κρατίδια της Δυτικής Γερμανίας. Επιπλέον, η Χριστιανική Κοινωνική Ένωση (CSU), το αδελφό κόμμα του CDU στη Βαυαρία, ήταν ένας από τους πιο στεντόρειους επικριτές της μεταναστευτικής πολιτικής της Μέρκελ (Willkommenspolitik) και κραυγαλέος υποστηρικτής του Ούγγρου πρωθυπουργού Βίκτορ Όρμπαν, του βασικού αντιπάλου της φιλοπροσφυγικής πολιτικής της Μέρκελ στο εσωτερικό της ΕΕ. Ανεξάρτητα από αυτό, το CSU έχασε περισσότερο από το CDU στις εκλογές του 2017, και το ποσοστό του AfD στη Βαυαρία ήταν υψηλότερο από το μέσο ποσοστό του σε άλλα κρατίδια της πρώην Δυτικής Γερμανίας.

Αναμφίβολα η μετανάστευση και η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι ζητήματα που απασχολούν μεγάλο αριθμό ψηφοφόρων, και όχι μόνο τους ψηφοφόρους των δεξιών κομμάτων. Όμως τους απασχολούν εξίσου και άλλα ζητήματα, και κυρίως η παιδεία, η εργασία, η περίθαλψη και οι συντάξεις. Το θέμα είναι ότι ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος των λαϊκιστικών ριζοσπαστικών δεξιών κομμάτων δεν κινητοποιούνται μόνο από τον αυταρχισμό και τον νατιβισμό, αλλά και από πολύ έντονα αντικαθεστωτικά αισθήματα, που τους κάνουν δύσπιστους σε όλες τις υποσχέσεις των καθιερωμένων κομμάτων, ακόμα και των αυταρχικών και των νατιβιστικών.

Όμως, αν υπάρχει ένα μάθημα που μπορούμε να πάρουμε μετά από 25 χρόνια, είναι ότι οι δεξιές στροφές των κυρίαρχων κομμάτων, είτε είναι κεντροαριστερά είτε κεντροδεξιά, προσφέρουν στην καλύτερη περίπτωση βραχυπρόθεσμες επιτυχίες σε αυτά τα κόμματα. Ηγέτες κυρίαρχων δεξιών κομμάτων όπως ο Βόλφγκανγκ Σούσελ και ο Νικολά Σαρκοζί πέτυχαν προσωρινά να επισκιάσουν τους ριζοσπαστικούς δεξιούς αντιπάλους τους, υποβοηθούμενοι από τις εσωτερικές αδυναμίες της λαϊκιστικής ριζοσπαστικής δεξιάς, όπως τη διάσπαση του FPO ή το γεγονός ότι πέρασε η ηλικία του Ζαν Μαρί Λε Πεν[6]. Όμως μακροπρόθεσμα, όχι μόνο επανήλθε η λαϊκιστική ριζοσπαστική δεξιά, αλλά και ολόκληρο το πολιτικό φάσμα μετακινήθηκε πιο δεξιά, καθιστώντας τις ουσιαστικές διαφορές μεταξύ της κυρίαρχης και της ριζοσπαστικής δεξιάς ολοένα και πιο δυσδιάκριτες.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να σημειώσουμε ότι ο ενστερνισμός του νεοφιλελευθερισμού από την κεντροαριστερά είναι εξίσου διδακτικός. Ενώ ο «τρίτος δρόμος»[7] της Βρετανίας και το «νέο κέντρο» της Γαλλίας οδήγησαν σε προσωρινή αναγέννηση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων σε διάφορες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, μακροπρόθεσμα τα κατέστησαν περιττά, όπως είναι φανερό από τις τεράστιες απώλειες της κεντροαριστεράς σε σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές εκλογές τα τελευταία χρόνια.

Αν τα κεντροδεξιά κόμματα κάνουν το ίδιο λάθος στα κοινωνικοπολιτισμικά ζητήματα, διατρέχουν τον κίνδυνο να έχουν την ίδια τύχη. Ωθώντας την πολιτική ολοένα και περισσότερο προς τα δεξιά, θα τους απομείνει μόνο μία επιλογή: να παραμείνουν κατά κάποιον τρόπο πιστά στον (δικό τους) δεξιό ιδεολογικό πυρήνα, και να αντιμετωπίσουν την οργή του ριζοσπαστικοποιημένου εκλογικού σώματος, ή να του δώσουν αυτό που θέλει και να γίνουν ριζοσπαστικά δεξιά κόμματα. Τι σημαίνει αυτό μπορούμε να το δούμε σήμερα στις ΗΠΑ. Είναι επιτακτική ανάγκη τα ευρωπαϊκά κυρίαρχα δεξιά κόμματα να μην κάνουν το ίδιο λάθος.


* Το πρωτότυπο κείμενο δημοσιεύτηκε στον Guardian, στις 30 Οκτωβρίου 2017, https://www.theguardian.com/commentisfree/2017/oct/30/europe-centre-right-wrong-track-good-populism-nativism

[1] Cas Mudde, “What the stunning success of AfD means for Germany and Europe”, https://www.theguardian.com/commentisfree/2017/sep/24/germany-elections-afd-europe-immigration-merkel-radical-right

[2] https://www.theguardian.com/world/netherlands

[3] https://www.theguardian.com/world/2017/oct/15/sebastian-kurz-could-31-year-olds-audacious-bid-to-lead-austria-pay-off

[4] https://www.theguardian.com/world/2016/mar/08/eu-turkey-refugee-deal-qa

[5] https://www.theguardian.com/world/germany

[6] https://www.theguardian.com/world/jean-marie-le-pen

[7] https://www.theguardian.com/politics/2003/feb/10/labour.uk1