Στο άρθρο του «Η Παγίδα του Θουκιδίδη» εδώ στη «Μεταρρύθμιση», ο Δρ. Κώστας Χαϊνάς εγείρει ένα ερώτημα που κρύβεται πίσω από όλες τις μεγάλες γεωπολιτικές συζητήσεις της εποχής μας: μπορούν οι φιλελεύθερες δημοκρατίες της Δύσης να «διαβάσουν» έγκαιρα και σωστά τις στρατηγικές προθέσεις μιας ανερχόμενης, μη δημοκρατικής υπερδύναμης, πριν είναι πολύ αργά;
Η ανάλυσή του είναι ευρεία, διεισδυτική και αδίστακτη στα συμπεράσματά της.
Αξίζει λοιπόν μια εξίσου σοβαρή απάντηση
Ο Κίνδυνος: Πραγματικός, αλλά όχι αναπόφευκτος
Η κεντρική θέση του Δρ. Χαϊνά, ότι η Κίνα υπό τον Σι Τζινπίνγκ ακολουθεί μια μεθοδική, μακρόπνοη στρατηγική παγκόσμιας οικονομικής και τεχνολογικής ηγεμονίας, είναι ουσιαστικά ορθή και τεκμηριωμένη.
Η «Παγκόσμια Πρωτοβουλία Ανάπτυξης», η Πρωτοβουλία «Ζώνη και Δρόμος» (Belt and Road Initiative), οι επενδύσεις σε κρίσιμες υποδομές τρίτων χωρών, ο έλεγχος λιμανιών από τον Πειραιά ως τη Χάμπα, ο ασφυκτικός έλεγχος στην παραγωγή σπανίων γαιών και ημιαγωγών, και η τεχνολογία επιτήρησης που εξάγεται σε αυταρχικά καθεστώτα, όλα αυτά συνθέτουν μια στρατηγική εικόνα που δεν επιδέχεται αθώα ερμηνεία.
Όμως υπάρχει μια σημαντική διαφοροποίηση που χρειάζεται να γίνει: ο κίνδυνος δεν είναι το ίδιο πράγμα με την αναπόφευκτη ήττα. Η Κίνα αντιμετωπίζει επίσης τεράστιες εσωτερικές προκλήσεις, δημογραφική γήρανση, τεράστιο ιδιωτικό χρέος, εξάρτηση της εξαγωγικής οικονομίας της από δυτικές αγορές, αποστασιοποίηση επενδυτών μετά τις ρυθμιστικές εκστρατείες κατά εγχώριων τεχνολογικών εταιρειών, και τη βαθιά εσωτερική αντίφαση ενός κράτους που θέλει ταυτόχρονα ανάπτυξη και πλήρη ιδεολογικό έλεγχο.
Η ιστορία έχει δείξει ότι τα αυταρχικά συστήματα μπορεί να φαίνονται ανίκητα στην κορυφή της ισχύος τους, και να καταρρέουν αναπάντεχα.
Η «Παγίδα του Θουκυδίδη»
Μια πιο Σύνθετη Εικόνα
Ο πατέρας της Ρεαλπολιτίκ Θουκυδίδης
Ο τίτλος του άρθρου αναφέρεται στην έννοια που εισήγαγε ο αμερικανός πολιτικός επιστήμονας Graham Allison: όταν μια ανερχόμενη δύναμη απειλεί να εκτοπίσει μια εδραιωμένη, η πιθανότητα πολέμου αυξάνεται δραματικά.
Ο Σι Τζινπίνγκ, αναφερόμενος στον Αμερικανό Πρόεδρο, ερώτησε αν Κίνα και ΗΠΑ μπορούν να ξεπεράσουν αυτή την παγίδα.
Αυτή η ερώτηση, όσο και αν ακούγεται ως διπλωματική ρητορεία, εμπεριέχει κάτι ουσιαστικό: και οι δύο πλευρές γνωρίζουν ότι η ανοιχτή στρατιωτική σύγκρουση δεν συμφέρει κανέναν. Η πυρηνική αποτροπή, η αλληλεξάρτηση των οικονομιών και η παγκόσμια χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση λειτουργούν ως φρένα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ανταγωνισμός δεν είναι πραγματικός, σημαίνει ότι η μάχη θα διεξαχθεί κυρίως σε άλλα πεδία: τεχνολογία, πρότυπα διακυβέρνησης, οικονομική επιρροή, αφήγημα.
Τι Μπορεί να Κάνει η Ευρώπη;
Εδώ βρίσκεται η πιο επείγουσα διάσταση της συζήτησης.
Η Ευρώπη, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Δρ. Χαϊνάς, κινδυνεύει να παραμείνει παθητικός θεατής, αρκούμενη στο ρόλο της αγοράς κατανάλωσης, ενώ η γεωπολιτική της βαρύτητα φθίνει.
Η Κίνα ήδη αγόρασε λιμάνια, συμμετέχει σε τηλεπικοινωνιακές υποδομές, εκπαιδεύει φοιτητές από αναπτυσσόμενες χώρες, και διαμορφώνει νόρμες διακυβέρνησης στον ΟΗΕ και άλλους πολυμερείς οργανισμούς.
Η Ευρώπη διαθέτει τα εργαλεία για να απαντήσει — αν θελήσει να τα χρησιμοποιήσει:
Πρώτον, την τεχνολογική ισχύ.
Η Ευρώπη παράγει κορυφαία τεχνολογία σε τομείς όπως η βιομηχανική αυτοματοποίηση, η φαρμακευτική, τα ανανεώσιμα ενεργειακά συστήματα και η κβαντική υπολογιστική. Η ενοποίηση της ευρωπαϊκής τεχνολογικής βάσης, μαζί με έξυπνες πολιτικές ελέγχου εξαγωγών και προστασίας πνευματικής ιδιοκτησίας, μπορεί να αναχαιτίσει τη μεταφορά τεχνογνωσίας που χρησιμοποιεί η Κίνα συστηματικά.
Δεύτερον, την κανονιστική ισχύ.
Η ΕΕ είναι η μεγαλύτερη ρυθμιστική αρχή στον κόσμο. Ο Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων (GDPR), οι κανόνες τεχνητής νοημοσύνης και τα πρότυπα βιωσιμότητας που θεσπίζει η Ευρώπη γίνονται παγκόσμια πρότυπα. Αυτή είναι ισχύς, αν χρησιμοποιηθεί συνειδητά.
Τρίτον, την αναπτυξιακή εναλλακτική.
Το «Global Gateway», η ευρωπαϊκή απάντηση στο Belt and Road, μπορεί να γίνει αξιόπιστη εναλλακτική για χώρες που θέλουν επενδύσεις χωρίς να δεσμεύονται σε σχέσεις εξάρτησης. Αλλά χρειάζεται πολιτική βούληση, ταχύτητα αποφάσεων και συνέπεια, ιδιότητες που η ευρωπαϊκή γραφειοκρατία δεν επιδεικνύει πάντα.
Τέταρτον, την αμυντική ετοιμότητα.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία υπενθύμισε στην Ευρώπη ότι η ασφάλεια έχει κόστος. Η ενίσχυση των αμυντικών δαπανών, η ανάπτυξη ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας και η βαθύτερη αμυντική ολοκλήρωση δεν είναι επιλογή, είναι αναγκαιότητα. Και αυτό αφορά άμεσα και τον ανταγωνισμό με την Κίνα, γιατί μια Δύση που δεν μπορεί να υπερασπιστεί τα σύνορά της χάνει γρήγορα αξιοπιστία στο διπλωματικό τραπέζι.
Το Κρίσιμο Δίλημμα: Αποσύνδεση ή Εμπλοκή;
Εδώ η Δύση δεν έχει ακόμη απαντήσει ξεκάθαρα. Η πλήρης αποσύνδεση από την κινεζική οικονομία είναι ούτε εφικτή ούτε επιθυμητή, θα κόστιζε ακριβά σε ανάπτυξη και θα οδηγούσε σε μεγαλύτερη παγκόσμια αστάθεια. Αλλά η αφελής εμπλοκή που επέτρεψε δεκαετίες μεταφοράς τεχνολογίας χωρίς αμοιβαιότητα δεν είναι επίσης βιώσιμη.
Η ρεαλιστική απάντηση βρίσκεται στη «de-risking», μείωση κρίσιμων εξαρτήσεων σε τομείς ζωτικής σημασίας (ημιαγωγοί, φαρμακευτικές πρώτες ύλες, κρίσιμες υποδομές), διατηρώντας παράλληλα εμπορικές σχέσεις σε λιγότερο ευαίσθητους τομείς. Είναι μια πολιτική λεπτής ισορροπίας, αλλά είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα από τη ρητορική της ολοκληρωτικής αντιπαράθεσης.
Η Προοπτική: Σκοτεινή αλλά Όχι Ανέλπιστη
Η ιστορία δεν είναι γραμμική.
Η Σοβιετική Ένωση φάνηκε ανίκητη στην κορυφή της ισχύος της και έπεσε αναπάντεχα, από εσωτερική φθορά και όχι εξωτερική ήττα.
Η Ιαπωνία θεωρήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ότι θα «αγόραζε» τις ΗΠΑ, και μετά ακολούθησαν τρεις χαμένες δεκαετίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Κίνα θα αποτύχει, αλλά σημαίνει ότι η τελική έκβαση δεν είναι προδιαγεγραμμένη.
Αυτό που έχει σημασία είναι αν η Δύση θα επιλέξει τη συνειδητή στρατηγική αντιμετώπιση αντί της αδράνειας που προσφέρει η καθημερινή ευμάρεια. Όπως παρατηρεί ο Δρ. Χαϊνάς, η Ευρώπη «κοιμάται τον ύπνο του δικαίου», και αυτή η διαπίστωση είναι ίσως το πιο επίκαιρο μήνυμα του άρθρου του.
Το ζήτημα δεν είναι αν η Κίνα αποτελεί στρατηγική πρόκληση. Αποτελεί.
Το ζήτημα είναι αν οι φιλελεύθερες δημοκρατίες διαθέτουν ακόμη τη βούληση, τη συνοχή και την πολιτική αποφασιστικότητα να διαχειριστούν αυτή την πρόκληση χωρίς να θυσιάσουν τις αξίες που τις καθιστούν αξιόλογες να προστατευθούν.
Αν αυτή η βούληση υπάρξει, η «Παγίδα του Θουκυδίδη» μπορεί να αποφευχθεί. Αν όχι, δεν θα χρειαστεί ούτε πόλεμος για να χαθεί ό,τι δομήθηκε με αιώνες ελευθερίας.