Δύο πρόσωπα – ένα σύστημα

Σταύρος Μ. Θεοδωράκης 25 Φεβ 2026

Το πρόσφατο επεισόδιο με τον Άδωνι Γεωργιάδη δεν είναι μεμονωμένο. Είναι σύμπτωμα ενός μοντέλου πολιτικής παρουσίας και αισθητικής που αναπαράγεται συστηματικά και που, σε προεκλογικές περιόδους, εμφανίζει πάντα έξαρση.

Ο Γεωργιάδης δεν λειτουργεί τυχαία. Η διαρκής προβολή, η επιθετική ρητορική, οι επισκέψεις σε χώρους υψηλής κοινωνικής φόρτισης και η μετατροπή κάθε αντίδρασης σε αφήγημα, συνθέτουν μια συγκεκριμένη προσωπική τακτική: πολώνω, συγκρούομαι, συσπειρώνω τους ψηφοφόρους μου.

Ο Γεωργιάδης δεν ενδιαφέρεται να πείσει. Παράγει τον θόρυβο της εξουσίας για να κυριαρχήσει σε ένα κομμάτι του δημόσιου χώρου που γοητεύεται από αυτόν. Δεν είναι μικρό αυτό το κομμάτι - ούτε είναι κατακριτέες καθεαυτές οι επιλογές του.

Το ουσιώδες είναι αλλού: ένας ισχυρός υπουργός, με μακρά κυβερνητική θητεία και αντιπρόεδρος του κυβερνώντος κόμματος, δείχνει να έχει απωλέσει την αίσθηση του θεσμικού του ρόλου. Αυτή η αποσύνδεση από τη θεσμική ευθύνη τον καθιστά πλέον πολιτικά ελλιπή - αν όχι βλαπτικό - παρά τις αναγνωρισμένες εκτελεστικές του ικανότητες.

Όταν αυτό συμβαίνει σε μόνιμη βάση, χωρίς συνέπειες και με την ανοχή του Πρωθυπουργού, μιλάμε για προϊούσα θεσμική φθορά.

Το ίδιο μοντέλο, από την αντίθετη πλευρά του πολιτικού φάσματος, εκφράζεται από τη Ζωή Κωνσταντοπούλου.

Εδώ τον θόρυβο της εξουσίας αντικαθιστά ο θόρυβος της καταγγελίας. Διαρκής επίκληση της αδικίας, απόλυτα δίπολα, έντονη συναισθηματική φόρτιση, θεσμική επιθετικότητα. Η πολιτική μετατρέπεται σε σκηνή διαρκούς αντιπαράθεσης, όπου όλα ερμηνεύονται ως σύγκρουση φωτός και σκοταδιού.

Πρόκειται για επικοινωνιακά αποτελεσματικό στυλ, αλλά πολιτικά φτωχό. Δεν οικοδομεί συλλογικό υποκείμενο ούτε προτείνει ρεαλιστικές διεξόδους. Καλλιεργεί κυρίως ένα αίσθημα μόνιμης αγανάκτησης.

Φαινομενικά, η Κωνσταντοπούλου και ο Γεωργιάδης βρίσκονται σε αντίθετα στρατόπεδα. Στην πράξη και οι δύο ζουν από την ένταση, και οι δύο χρειάζονται τη σύγκρουση, και οι δύο συρρικνώνουν τον χώρο της ψύχραιμης πολιτικής και πολύ συχνά λειτουργούν συμπληρωματικά, η μία για τον άλλον.

Μαζί τους, τα ΜΜΕ λειτουργούν ως επιταχυντής και μεγεθυντής. Το ελληνικό τηλεοπτικό και ψηφιακό τοπίο τρέφει τη σύγκρουση και τρέφεται ταυτόχρονα από αυτήν: φωνές, εικόνες έντασης, αποσπάσματα για ατέρμονη ανακύκλωση.

Έτσι διαμορφώνεται ένα ολόκληρο οικοσύστημα: πολιτικοί που ζουν από την ένταση, ΜΜΕ που την αναπαράγουν, κυβέρνηση που μοιάζει να βολεύεται, αντιπολίτευση μικρή και μεγάλη που αντιδρά παβλοφικά και μια κοινωνία που κουράζεται, αγανακτεί αλλά σιωπά.

Μέσα σε αυτό το σύστημα δεν επιβραβεύονται οι πιο τεκμηριωμένοι ή οι πιο σοβαροί.

Ο θόρυβος γίνεται περιεχόμενο και ο πιο θορυβώδης κερδίζει.

Η ένταση εξελίσσεται σε συνταγή επιτυχίας. Το βλέπουμε στις δημοσκοπήσεις, το ζούμε καθημερινά. Όποιος ανεβάζει τον τόνο, κερδίζει χρόνο προβολής· όποιος προκαλεί, επιβραβεύεται με μετρήσιμη αναγνωρισιμότητα. Η πολιτική μετατρέπεται σε διαγωνισμό έντασης.

Δεκάδες πολιτικοί επιχειρούν να αντιγράψουν τον Γεωργιάδη: ταχύτητα λόγου, επιθετικότητα, απόλυτες διατυπώσεις. Άλλοι τόσοι μιμούνται την Κωνσταντοπούλου: καταγγελία, δραματικότητα, ηθική καταδίκη. Η μετριοπάθεια μοιάζει αδύναμη, η σύνθεση βαρετή, η τεκμηρίωση τηλεοπτικά ασύμφορη.

Και κάπως έτσι, οι τηλεοπτικές εκπομπές πολιτικών καυγάδων γίνονται το φυσικό τους περιβάλλον. Ο θυμός παράγει θέαμα· το θέαμα παράγει επιρροή.

Το πιο ανησυχητικό είναι ότι αυτή η μόνιμη τοξικότητα δεν είναι παρενέργεια της προεκλογικής περιόδου. Είναι πιά δομικό χαρακτηριστικό του δημόσιου βίου.

Ένα σύστημα που ανταμείβει τον θόρυβο, παράγει θόρυβο.

Ένα σύστημα που επιβραβεύει τη σύγκρουση, μαθαίνει να ζει από αυτήν.

Και κάπως έτσι η ένταση γίνεται κανονικότητα.

Όχι επειδή δεν υπάρχει εναλλακτική, αλλά επειδή όλο και λιγότεροι τη διεκδικούν.