Γιατί πρέπει να αναθεωρηθεί και η διαδικασία του άρθρου 110 του Συντάγματος
Το άρθρο 110 του Συντάγματος ρυθμίζει τη διαδικασία αναθεώρησης του ίδιου του Συντάγματος. Είναι ο μηχανισμός με τον οποίο το Σύνταγμα επιτρέπει τη μεταβολή του. Είναι η θεσμική διαδικασία της συνταγματικής αλλαγής.
Δεν γράφω ως νομικός ούτε ως ειδικός του συνταγματικού δικαίου. Γράφω ως πολίτης που θεωρεί ότι το Σύνταγμα δεν ανήκει αποκλειστικά στους ειδικούς. Αντιθέτως, όσο πιο θεμελιώδες είναι ένα ζήτημα για τη λειτουργία της Δημοκρατίας, τόσο περισσότερο αφορά όλους τους πολίτες. Και η διαδικασία με την οποία αναθεωρείται το ίδιο το Σύνταγμα είναι, κατεξοχήν, ένα τέτοιο ζήτημα.
Αν το Σύνταγμα είναι ο νόμος πάνω από όλους τους νόμους, το άρθρο 110 είναι το άρθρο πάνω από όλα τα άρθρα. Ως εκ τούτου, οφείλει να είναι σαφές, ασφαλές και δημοκρατικά συνεπές.
Φαίνεται πως δεν είναι έτσι.
Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στις παραγράφους του 3 και 4.
Η αναθεωρητική διαδικασία εξελίσσεται σε δύο στάδια και σε δύο διαφορετικές Βουλές.
Η πρώτη Βουλή διαπιστώνει την ανάγκη αναθεώρησης και καθορίζει τις διατάξεις που πρέπει να αναθεωρηθούν. Η επόμενη Βουλή, που προκύπτει μετά από εκλογές, αποφασίζει για το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων.
Αν η πρώτη Βουλή αποφασίσει με αυξημένη πλειοψηφία τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών, δηλαδή με 180 ψήφους, τότε η επόμενη Βουλή μπορεί να ολοκληρώσει την αναθεώρηση με απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των μελών της, δηλαδή με 151 ψήφους.
Αν, αντίθετα, η πρώτη Βουλή συγκεντρώσει μόνο την απόλυτη πλειοψηφία, δηλαδή από 151 έως 179 ψήφους, τότε η επόμενη Βουλή χρειάζεται τουλάχιστον 180 ψήφους.
Η λογική της ρύθμισης είναι σαφής: σε ένα τουλάχιστον από τα δύο στάδια πρέπει να υπάρχει αυξημένη συναίνεση.
Όμως ανακύπτει το κρίσιμο ερώτημα: τι σημαίνουν οι 180 ψήφοι της πρώτης Βουλής;
Σημαίνουν απλώς ότι μια διάταξη «ανοίγει» προς αναθεώρηση;
Ή σημαίνουν επιπλέον ότι ανοίγει προς συγκεκριμένη αναθεωρητική κατεύθυνση;
Αν δεχθούμε την πρώτη εκδοχή, τότε η πρώτη Βουλή αποφασίζει μόνο ποια άρθρα τίθενται σε αναθεώρηση, ενώ η δεύτερη Βουλή είναι ελεύθερη να καθορίσει το περιεχόμενο όπως θέλει. Σε αυτή την περίπτωση, οι 180 ψήφοι της πρώτης Βουλής δεν δεσμεύουν ουσιαστικά την επόμενη Βουλή. Απλώς της επιτρέπουν να αποφασίσει με 151.
Αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι θεσμικό κενό μεγάλης σημασίας. Διότι μπορεί να συμβεί μια ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία 180 βουλευτών να συμφωνήσει ότι μια διάταξη πρέπει να αναθεωρηθεί προς μια ορισμένη κατεύθυνση, αλλά η επόμενη Βουλή, με μόλις 151 ψήφους, να της δώσει διαφορετικό ή ακόμη και αντίθετο περιεχόμενο.
Αυτό υπονομεύει και τη δημοκρατική λειτουργία των εκλογών που μεσολαβούν ανάμεσα στις δύο Βουλές. Η παρεμβολή εκλογών δεν είναι τυχαία. Δίνει στους πολίτες τη δυνατότητα να τοποθετηθούν πολιτικά πάνω στην αναθεώρηση. Ο λαός καλείται να εκλέξει τη νέα Βουλή γνωρίζοντας ότι αυτή θα ολοκληρώσει την αναθεωρητική διαδικασία.
Όμως η λαϊκή αυτή συμμετοχή έχει ουσιαστικό νόημα μόνο αν οι πολίτες γνωρίζουν όχι απλώς ποια διάταξη ανοίγει, αλλά και προς ποια κατεύθυνση πρόκειται να αναθεωρηθεί. Διαφορετικά, ο πολίτης δεν εγκρίνει ούτε απορρίπτει μια συγκεκριμένη συνταγματική επιλογή. Ψηφίζει σε γενικές βουλευτικές εκλογές, ενώ το τελικό περιεχόμενο της αναθεώρησης μπορεί να διαμορφωθεί εκ των υστέρων από μια απλή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Χωρίς δεσμευτικότητα της κατεύθυνσης, οι εκλογές ανάμεσα στις δύο Βουλές δεν νομιμοποιούν ουσιαστικά την αναθεώρηση. Νομιμοποιούν απλώς τους μελλοντικούς αναθεωρητές.
Το ίδιο πρόβλημα εμφανίζεται και από την πλευρά της αυξημένης πλειοψηφίας. Αν οι 180 ψήφοι της πρώτης Βουλής δεν δεσμεύουν την κατεύθυνση της αναθεώρησης, τότε δεν αποτελούν εγγύηση συναίνεσης ως προς την ουσία της συνταγματικής μεταβολής. Αποτελούν μόνο έναν μηχανισμό που χαμηλώνει το όριο λήψης της τελικής απόφασης στη δεύτερη Βουλή από τους 180 στους 151.
Έτσι, η αυξημένη πλειοψηφία μπορεί να λειτουργήσει αντίστροφα από τον σκοπό της. Αντί να προστατεύει τη συναίνεση, μπορεί να την ακυρώνει. Αντί να εμποδίζει την κυριαρχία της απλής πλειοψηφίας, μπορεί να τη διευκολύνει.
Ακόμη περισσότερο, δημιουργείται αντικίνητρο για υπεύθυνες συναινέσεις στην πρώτη Βουλή. Μια κοινοβουλευτική δύναμη μπορεί να συμφωνεί ότι μια διάταξη πρέπει να αναθεωρηθεί, αλλά να διαφωνεί με μια πιθανή διαφορετική κατεύθυνση που θα μπορούσε να δώσει η επόμενη Βουλή. Αν γνωρίζει ότι δίνοντας τους 180 στην πρώτη Βουλή παραδίδει ουσιαστικά το τελικό περιεχόμενο στους 151 της δεύτερης, τότε έχει κάθε λόγο να μη συναινέσει.
Το άρθρο 110, λοιπόν, αντί να ενθαρρύνει την ευρεία συναίνεση, μπορεί να την αποτρέπει. Όποιος συναινεί στο πρώτο στάδιο κινδυνεύει να δώσει λευκή επιταγή στο δεύτερο.
Αυτό πρέπει να μας απασχολήσει.
Η απάντηση στο πρόβλημα δεν είναι απλή. Δεν αρκεί να πούμε ότι η δεύτερη Βουλή πρέπει να δεσμεύεται πλήρως από την πρώτη, γιατί τότε θα ακυρωνόταν ο δικός της αναθεωρητικός ρόλος και η νωπή λαϊκή εντολή που διαθέτει. Ούτε όμως μπορεί να γίνει δεκτό ότι η δεύτερη Βουλή είναι απολύτως ελεύθερη να κινηθεί ακόμη και σε αντίθετη κατεύθυνση.
Ένας νέος κανόνας θεσμικής εντιμότητας μοιάζει να είναι αναγκαίος.
Προς τον σκοπό αυτό, το άρθρο 110 πρέπει να τεθεί και το ίδιο προς αναθεώρηση.
Μια ρητή πρόβλεψη δεσμευτικότητας της βασικής αναθεωρητικής κατεύθυνσης, όταν αυτή έχει εγκριθεί με 180 ψήφους, θα μπορούσε να αποτελέσει σοβαρή θεσμική απάντηση στο πρόβλημα.
Μια τέτοια πρόβλεψη θα μπορούσε να ορίζει ότι, όταν η ανάγκη αναθεώρησης μιας διάταξης διαπιστώνεται από την πρώτη Βουλή με πλειοψηφία τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών, η επόμενη Βουλή αποφασίζει για το περιεχόμενο της αναθεώρησης εντός της βασικής κατεύθυνσης που έχει ειδικά προσδιοριστεί στην απόφαση της προηγούμενης Βουλής.
Η δεσμευτικότητα της κατεύθυνσης δεν σημαίνει δέσμευση από κάθε λέξη ή τεχνική διατύπωση. Σημαίνει δέσμευση από τον βασικό σκοπό της αναθεώρησης. Σημαίνει, επίσης, ότι ο πολίτης που ψηφίζει ανάμεσα στις δύο Βουλές γνωρίζει ποια κατεύθυνση έχει εγκριθεί και μπορεί να την αξιολογήσει πολιτικά.
Μια τέτοια λύση δεν διεκδικεί να απαντήσει σε κάθε ερμηνευτικό ζήτημα. Η έννοια της «κατεύθυνσης» θα απαιτούσε προσεκτική διατύπωση, ώστε να μη μετατρέψει την πρώτη Βουλή σε πραγματική αναθεωρητική Βουλή και να μην αδρανοποιήσει τον ρόλο της δεύτερης.
Πριν, λοιπόν, συζητήσουμε ποιες διατάξεις του Συντάγματος πρέπει να αναθεωρηθούν, οφείλουμε να συζητήσουμε κάτι πιο θεμελιώδες.
Να συζητήσουμε πώς αναθεωρείται το ίδιο το Σύνταγμα.
Διότι η διαδικασία της αναθεώρησης πρέπει και αυτή να αναθεωρηθεί.